13 Μαρτίου 2017

Κισλόφσκι: Η αγάπη πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει...

Η αριστουργηματική ταινία Μπλε του κορυφαίου σκηνοθέτη που άφησε παρακαταθήκη στην Έβδομη Τέχνη και ο ύμνος της αγάπης του Απόστολου Παύλου, με το οποίο ολοκληρώνει το έργο του.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
 
Η αριστουργηματική ταινία Μπλε του κορυφαίου σκηνοθέτη που άφησε παρακαταθήκη στην Έβδομη Τέχνη και ο ύμνος της αγάπης του Απόστολου Παύλου, με το οποίο ολοκληρώνει το έργο του.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Κριστόφ Κισλόφσκι. Ένας από τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες με κορυφαίες δημιουργίες που έγραψαν ιστορία. Και ποιός δεν έχει ακούσει για την περίφημη τριλογία του, Τρία Χρώματα, η οποία θεωρείται από τις καλύτερες ευρωπαικές ταινίες που άφησε παρακαταθήκη στην Έβδομη Τέχνη. Αποτελείται από τις Μπλε, Λευκή, Κόκκινη, οι οποίες κυκλοφόρησαν την περίοδο 1993-1994.  Με το τρίτο μέρος, δε, ήταν υποψήφιος για Όσκαρ σκηνοθεσίας.

Το σενάριο και των τριών μερών,  γράφτηκε από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, σε συνεργασία με τον Κριστόφ Πισίεβιτς. Η εκπληκτική μουσική είναι του Zbigniew Preisner Η επιλογή των τριών χρωμάτων δεν είναι τυχαία, καθώς είναι τα χρώματα της γαλλικής σημαίας και η ιστορία της είναι αρκετά  βασισμένη στις πολιτικές και ιδεολογικές έννοιες των χρωμάτων της, προερχόμενα από την εποχή της  Γαλλικής Επανάστασης. Το μπλε συμβολίζει την ελευθερία, το λευκό την ισότητα και το κόκκινο την αδελφοσύνη.


Η Μπλε ταινία του Κισλόφσκι, αποτελεί το πρώτο μέρος της τριλογίας και πρόκειται για ένα μοναδικό άγγιγμα στην ψυχή. Ο σκηνοθέτης, που έφυγε από τη ζωή στις 13 Μαρτίου του 1996, κατάφερε να διεισδύσει και να ανιχνεύσει κάθε μονοπάτι της, με ασύγκριτη ευαισθησία. Σε αυτήν την ταινία, αναδεικνύει τη μούσα του, πρωταγωνίστρια  Ζυλιέτ Μπινός. Δημιουργεί εκπληκτικά, αριστοτεχνικά φωτογραφικά καρέ στην οθόνη, με το μπλε χρώμα κάθε φορά να κυριαρχεί. Με απλότητα που συγκινεί, μοιραζόμαστε τα συναισθήματα και τη μοίρα της ηρωίδας, η οποία βιώνει την απώλεια. Ένας θάνατος που με συγκλονιστικό τρόπο φέρνει σταδιακά την αναγέννηση μέσα της και μια νέα αρχή στη ζωή της. Πετυχαίνει κάτι πραγματικά σπουδαίο: να απελευθερωθεί από τη μνήμη, από το παρελθόν που που την πληγώνει. Πώς το καταφέρνει αυτό; Με το μεγαλύτερο όπλο της. Την αγάπη που είναι το μοναδικό μέσο για τη λύτρωση και τέλος για την κάθαρση.

Η μουσική με την  υπογραφή του διάσημου αυτοδίδακτου Πολωνού συνθέτη, Zbigniew Preisner, δεν μπορεί παρά να αναδεικνύει ακόμα περισσότερο την ταινία. Μεταξύ τους υπάρχει ένα άριστο δέσιμο που ίσως δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ στην ιστορία του κινηματογράφου. Τα κρεσέντο που δημιουργεί ο  Πράισνερ, ακολουθώντας με αισθαντικότητα "τα βήματα" της ηρωίδας αριστοτεχνικά, είναι μοναδικά. Η μουσική του παίζει καταλυτικό ρόλο στο να προκληθούν έντονα συναισθήματα συγκίνησης. Οι νότες του μελωδικές, με χρώματα που μας οδηγούν σε εναλλακτικά σε φόρτιση, αγαλλίαση, ελπίδα, ακόμα κι εξαγνισμό.


Ποιά είναι όμως η υπόθεση του έργου;

O άντρας της ηρωίδας- ένας διάσημος συνθέτης- σκοτώνεται σε αυτοκινητικό δυστύχημα μαζί με το παιδί της. Είχε αναλάβει τη σύνθεση ενός  «Κοντσέρτου για την Ενωμένη Ευρώπη», το οποίο του είχε ζητήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, και το είχε αφήσει ημιτελές.  Αυτό τελικά, θα το ολοκληρώσει η Ζιλί της ταινίας από την παρτιτούρα που έχει διασωθεί. Στο τέλος του έργου ο Πράισνερ  κάνει κάτι εκπληκτικό, φτάνοντας -θα λέγαμε- στο αποκορύφωμα της τέχνης του. Επιλέγει  τον ύμνο της αγάπης, με στίχους από την Προς Κορινθίους επιστολή του Απόστολου Παύλου και τη χορωδία να το ερμηνεύει στην ελληνική γλώσσα σε δύο εκδοχές: η μία είναι της Ζιλί και  η άλλη είναι του Πατρίς. Στη  δεύτερη που έχουμε στο τέλος μετά τους στίχους, είναι λυρική και ο στίχος στα ελληνικά ακούγεται πιο καθαρά.




Ο ύμνος της αγάπης

(Α’ Κορινθίους κεφ. ιγ’ στίχοι 1-13)

Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων,

αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον

αλαλάζον και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια

πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν,

ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν είμι και εάν

ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και εάν παραδώ το σώμα

μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι

Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη

ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα

εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί

τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία πάντα στέγει, πάντα

πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει  η αγάπη ουδέποτε

εκπίπτει είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται είτε γλώσσαι

παύσονται είτε γνώσις καταργηθήσεται εκ μέρους δε

γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν όταν δε έλθη το

τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται ότε ήμην νήπιος,

ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος

ελογιζόμην ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου

βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε

πρόσωπον προς πρόσωπον άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε

επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην νυνί δε μένει πίστις,

ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα μείζων δε τούτων η αγάπη