04 Φεβρουαρίου 2017

Τα μεγαλύτερα πάθη δεν κάνουν θόρυβο

Γενικότερα, πάντα πίστευα πως κάθε λέξη αντικατοπτρίζει έστω και λίγο με τον τρόπο που ακούγεται το περιεχόμενό της
 
Γενικότερα, πάντα πίστευα πως κάθε λέξη αντικατοπτρίζει έστω και λίγο με τον τρόπο που ακούγεται το περιεχόμενό της

H ποίηση λογοκρίθηκε αρκετά. Ανάμεσα σε δυο στιχάκια, ήρθανε κάποιοι και βάλανε υπότιτλους προκειμένου να κατανοήσουν το περιεχόμενό τους, να τους εξηγήσουν, να βρουν τι στα κομμάτια «θέλει να πει ο ποιητής». Βρήκατε τι θέλει να πει ο ποιητής; Δε θα το βρείτε ποτέ, πάρτε το επιτέλους χαμπάρι, μην αναλώνεστε τζάμπα επάνω από αράδες, χαρτούρα και μπόλικη φιλοσοφία, μπουχτίσαμε από δαύτη.

Και κάπως έτσι βρίσκουμε το λόγο που ο κόσμος τη σιχάθηκε την ποίηση, αυτόν τον έμμετρο λόγο τον άκρως ρομαντικό, τον άκρως συναισθηματικό. Γιατί να με ενδιαφέρει τι ήθελε να πει ο τάδε; Γιατί να μην εστιάσω τι θέλω να πω εγώ μέσα απ’ αυτό; Άπαξ και ξεκαθάρισα -πρωτίστως με την πάρτη μου- πως στίχος εστί να εντοπίζεις τι θες να πεις εσύ κι όχι ο καθένας που αποφάσισε να συνθέσει αριστουργήματα, βίωσα στο μεδούλι μου την πραγματική αξία μιας ολότελα δικής μου πραγματικότητας και συνάμα μιας πραγματικότητας κοινής, δημόσιας, που ανήκε και θα ανήκει στον κόσμο.

«Έτσι τελειώνει ο κόσμος, όχι μ’ ένα βρόντο, μα μ’ ένα λυγμό» γράφει ο T.S. Eliot. Και πέσανε τα κοράκια και βάλθηκαν να τον αναλύουν τον καψερό σε χίλιες δυο εκδόσεις, σε χίλιες δυο γραμμές. Και χάσαμε το νόημα και χάσαμε την ουσία κι άντε τώρα να ξαναπιάσεις την «Έρημη χώρα» στα χέρια σου δόλιε. Τι τα ‘θελες τα κουλτουριάρικα τέτοιες μέρες;

Επειδή όμως, έτσι μας μάθανε και καλά να πάθουμε που τους ακούσαμε, θα ακολουθήσουμε για λίγο την πεπατημένη. Λυγμός: αρσενικό, απότομη σύσπαση που κάνει το στήθος κι ο λάρυγγας κατά τη διάρκεια ισχυρού και παρατεταμένου κλάματος. Να μια ερμηνεία της λέξης που και στην προφορά της, μόνο ευχάριστη δεν ακούγεται. Γενικότερα, πάντα πίστευα πως κάθε λέξη αντικατοπτρίζει έστω και λίγο με τον τρόπο που ακούγεται το περιεχόμενό της. Συνεπώς, πρόφερε για λίγα λεπτά τη λέξη «λυγμός» και κατόπιν πες μου τι σου βγάζει.

Ο κόσμος, λέει, δεν τελειώνει με βρόντους και κρότους και μπουμπουνητά, με λυγμούς τελειώνει. Ο κόσμος δεν τελειώνει με φασαρία. Καθετί που αποτέλεσε έναν κόσμο δικό σου τελειώνει στη σιωπή, με μια υποψία πίκρας, θλίψης, άντε και λίγης νοσταλγίας για τα περασμένα. Λήγει στα σιωπηλά, σχεδόν χωρίς ποτέ κανείς να σε πάρει πρέφα. Τις μεγαλύτερες απώλειες τις βιώσαμε μακριά απ’ τις φωνές και τις κραυγές των αδικοχαμένων και των φιγουρατζήδων. Μια διατυμπανισμένη θλίψη είναι μια θλίψη προσποιητή, νόθη που ελάχιστα αγγίζει τα όρια μιας γνήσιας εσωστρέφειας και προσωπικής προσμονής για κάτι καλύτερο. Πιάσαμε τώρα να εξηγήσουμε τα ανεξήγητα και θα πέσουν να μας φάνε.

Άσε τι ήθελε να πει ο Eliot, έτσι κι αλλιώς ελάχιστα σε ενδιαφέρει, λίγο μας νοιάζει γιατί αποφάσισε να ταυτίσει το τέλος με λυγμό κι όχι με βρόντο. Μπορεί να την έβρισκε με την απομόνωση και τη μοναξιά και μαγκιά του, κανένας λόγος δε μας πέφτει εμάς. Σε εμάς έλαχε να το διαβάσουμε, να έχουμε την τιμή να το γευτούμε κι από ‘κει και πέρα είναι στη διακριτική μας ευχέρεια το πώς θα το χειριστούμε. Τι στο διάολο τελικά σημαίνει λυγμός; Όχι για τον Eliot, για σένα.

Λυγμός είναι η σμίκρυνση μιας τεράστιας εσωτερικότητας, να χωρέσεις όλο σου τον κόσμο σε μια μικρή, άναρθρη κραυγή. Λυγμός είναι να εκφράσεις καθετί προσωπικό μέσα από μια δυνατή σύσπαση του στέρνου, να κόβεις την ανάσα λίγο νωρίτερα απ’ το φυσιολογικό και να παλέψεις για μια καινούρια, λίγο πιο βαθιά μπας και ηρεμήσεις. Λυγμός είναι εκείνη η κοφτή εισπνοή που αυτομάτως κάνει το σώμα σου να αντιδρά στα νοητικά ερεθίσματα. Πρακτικά, ναι, κάτι τέτοιο είναι ο λυγμός. Ούτε λίγο ούτε πολύ κάπως έτσι τον έχουμε στο μυαλό μας.

Τώρα πάμε σ’ αυτό το τέλος του κόσμου που, κατά τον Eliot, δε συνοδεύεται από φασαρίες και να ‘χαμε να λέγαμε. Βυθίζεται στη σιωπή, σε μια ησυχία ανήσυχη. Νομίζω πως αυτή είναι η σωστότερη έννοια. Το τέλος μιας σχέσης, το τέλος μιας περιόδου, το τέλος μιας κατάστασης, γενικότερα καθετί θλιβερό παρά την έμφυτη τάση του να σηματοδοτεί την έναρξη για κάτι νέο, δεν παύει να είναι μια ευκαιρία για λίγες στιγμές μαυρίλας. Λίγη καταχνιά, λίγη απαισιοδοξία, την τραβάει ο οργανισμός μας άλλωστε, είμαστε θεατρίνοι οι άτιμοι, τι να κάνουμε.

Δεν είναι κακό να βυθιστείς για λίγο στη θλίψη. Κι όποιος το πει αυτό ή δεν έχει σκοτούρες ή ακόμη κι αν έχει δεν τις αντιμετώπισε μούρη με μούρη. Αν ισχύει το πρώτο ζητώ τη μυστική συνταγή, αν ισχύει το δεύτερο περιορίζομαι σε εκείνη την ανήσυχη ησυχία και για λογαριασμό του. Άχαρες μέρες θα ‘ρθουν, τέλη οριστικά κι αμετάκλητα θα βρεθούν στο διάβα μας κι αν πρέπει κάπως να τις αντιμετωπίσουμε ας περιοριστούμε σε εκείνον το σιωπηρό λυγμό, σε εκείνη την προσωπική αγανάκτηση και τη συναισθηματική κορύφωση. Ας αφήσουμε τις φωνές και τα πανηγύρια για κάτι τύπους που τη βρίσκουν με τη δημόσια εξαθλίωση. Εμείς, οι άλλοι, γουστάρουμε περισσότερο το κομμάτι που δεν το βλέπει ο ήλιος και μπράβο μας.

Κι όταν πια οι λυγμοί κάνουν το κομμάτι τους και φύγουν, πάνε στα τσακίδια, θα βγούμε ήρεμοι και κατασταλαγμένοι. Τέλειωσε ο κόσμος, φίλε Eliot και δεν το φωνάξαμε, πρέπει να είσαι περήφανος. Το ζήσαμε στα στενά και το χαρήκαμε το άτιμο το τέλος, το τιμήσαμε όπως του έπρεπε κι υψώσαμε ανάστημα. Ήταν παράσταση για λίγους κι εκλεκτούς και συνεπώς από εκείνες τις πετυχημένες, τις άκρως κουλτουριάρικες. Τα ‘πες κι εσύ, τα λέμε κι εμείς.

Συντάκτης: Αλίκη Αμπατζή
Επιμέλεια κειμένου: Αναστασία Νάννου