Dirty Harry ο αγέραστος
Ήταν Σάββατο απόγευμα, 17:35 για την ακρίβεια, πριν από 85 ολόκληρα χρόνια, όταν ο Clinton "Clint" Eastwood Jr ή Σαμψών. λόγω των 5,2 κιλών του, άνοιξε για πρώτη φορά τα μάτια του, στο ηλιόλουστο San Fransisco.
Ήταν Σάββατο απόγευμα, 17:35 για την ακρίβεια, πριν από 85 ολόκληρα χρόνια, όταν ο Clinton “Clint” Eastwood Jr ή Σαμψών, λόγω των 5,2 κιλών του, άνοιξε για πρώτη φορά τα μάτια του, στο ηλιόλουστο San Fransisco. Η φήμη που ακολουθεί τους Σαββατογεννημένους, μάλλον ασπίδα του αφού το φαινομενικά ήσυχο και ντροπαλό παιδί γίγαντας, θα χάριζε στο όνομα της οικογένειάς του παγκόσμια φήμη.

Τα πρώτα σημάδια της καριέρας που ήταν γραφτό να ακολουθήσει ο Clint Eastwood τα πρόσεξαν οι καθηγητές του. Στις προτάσεις τους για μαθήματα υποκριτικής, η αδιαφορία ήταν η μόνιμη απάντηση. Και η σιωπή και η απάθεια που αργότερα θα χαρακτήριζαν μερικούς από τους πιο σημαντικούς του ρόλους.
Το 1951, μπαίνει στο πανεπιστήμιο αλλά σύντομα «ψιλοβαριέται» και επιλέγει το στρατό και τη δράση. Αυτή, περιορίζεται στο ρόλο του εκπαιδευτή κολύμβησης και στην με κάθε τρόπο αποφυγή συμμετοχής του σε πολεμική σύγκρουση, ακόμη και φλερτάροντας την κόρη του ανωτέρου του. Με αυτό τον τρόπο ο πόλεμος της Κορέας θα γινόταν για τον ίδιο μια απλή είδηση, η μοίρα όμως δεν τον άφησε χωρίς τη δόση που του αναλογούσε από την περιπέτεια, αφήνοντας το αεροπλάνο που τον μετέφερε σε κάποια από τις άδειές του χωρίς καύσιμα. Το αεροπλάνο φυσικά έπεσε, η πτώση όμως στα νερά του Ειρηνικού αποδείχθηκε όχι τόσο σκληρή για κάποιον τόσο σκληρό.
Φαίνεται πως o Eastwood πάντα προτιμούσε τους πλάγιους τρόπους για να κερδίζει αυτό που ήθελε, έτσι και οι πρώτες του επαφές με τον κόσμο του κινηματογράφου έγιναν μέσα από «φίλους» που εύρισκαν ευκαιρίες, πίεζαν καταστάσεις και καθάριζαν όταν χρειαζόταν. Βοήθεια πολύτιμη και αναγκαία αρκετές φορές, αφού ο ιδιόρρυθμος και αρκετά απότομος χαρακτήρας του πολλές φορές κατάφερνε να εξαφανίσει τα οφέλη της εντυπωσιακής του εμφάνισης. Παρ’ όλα αυτά, ο Clint μπόρεσε να βρει το δρόμο προς το πρώτο του συμβόλαιο, με τη Universal, μέσω του σκηνοθέτη Arthur Lubin.
Ο πρώτος ρόλος της καριέρας του, το 1955, ήταν ένα πέρασμα στο “Revenge of the creature”, την μοναδική 3D ταινία εκείνης της χρονιάς. Όσο ασήμαντος και αν ήταν φαινομενικά, ήταν το πάτημα που χρειάζονταν ο Lubin μέσα στην εταιρεία για να αρχίσει να τον χρησιμοποιεί. Έτσι για τα επόμενα 3 χρόνια οι μικροί ρόλοι σε όλο και μεγαλύτερες ταινίες βρίσκονταν στο μηνιαίο μενού δίπλα σε ονόματα όπως ο Rock Hudson, ο Donald O’Connor και η Maureen O’Harra.


Το όνομα Rowdy Yates ήταν αυτό που τον έβαλε για τα καλά στο χώρο του θεάματος. Ήταν ο ρόλος του για τη γουέστερν σειρά “Rawhide”, που του απέφερε φήμη, εμπειρία, ευκαιρίες και 214 καλοπληρωμένες τηλεοπτικές εμφανίσεις για τα επόμενα 6 χρόνια μέχρι και τη διακοπή της σειράς. Ένα αστέρι είχε ήδη ανατείλει παρόλη τη γκρίνια των γύρω του για την έλλειψη εργατικότητας και ταλέντου.

Λίγο πριν το τέλος της τελευταίας σεζόν του “Rawhide”, o συμπρωταγωνιστής του Eric Fleming απορρίπτει την πρόταση του άγνωστου για την εποχή Sergio Leone για τον πρώτο ρόλο στην ταινία του “For a handful of dollars”. Όταν η ίδια πρόταση φτάνει στα χέρια του Ίστγουντ, οι οικονομικές απολαβές και η Mercedes δώρο με το τέλος των γυρισμάτων έρχονται σε δεύτερη θέση. Στην πρώτη, η ευκαιρία να «πετάξει» από πάνω του την εικόνα του καλού παιδιού που για έξι χρόνια τον έπνιγε στο “Rawhide” και η δυνατότητα να δείξει τον σκληρό anti-hero που έκρυβε τόσο καιρό.

Ο Eastwood ήθελε τόσο πολύ να μπει στο πετσί του ρόλου του που δεν έφερε καμία αντίρρηση ακόμα και στην απαίτηση του Leone να κυκλοφορεί διαρκώς με ένα πούρο, ούτως ώστε να ξεπεράσει την απέχθειά του για κάτι τόσο απαραίτητο στο χαρακτήρα που ενσάρκωνε. Τελικά το προφίλ του, λακωνικού, σκληροτράχηλου, όχι απλά πούλησε, αλλά του χάρισε δύο ακόμη ρόλους σε “For a few more dollars” και ”The good, the bad and the ugly”, καταξίωση σαν ο απόλυτος Spaghetti western star και ένα ακόμη συμβόλαιο στη Αμερική με τη United Artists που αγόρασε τα δικαιώματα της τριλογίας.
Με τα χρήματα που κέρδισε από τη συμφωνία, ο Eastwood δημιουργεί τη δική του εταιρεία παραγωγής με το όνομα Malpaso Productions. Οι αυξημένες επαγγελματικές του υποχρεώσεις για τα γυρίσματα ιστορικών ταινιών όπως “Hang ‘em high”, “Where eagles dare”, “Paint your wagon”, δεν του επιτρέπουν να ασχοληθεί όπως θα ήθελε με το νέο του απόκτημα, το 1970 όμως σηματοδοτεί τη νέα σελίδα στην ιστορία του. Θα ήταν στο εξής συμπαραγωγός σε κάθε ταινία που θα εμφανίζονταν.
Επιτέλους είχε φτάσει η ώρα για το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, μια ευκαιρία που πλέον ο ίδιος, παραγωγός γαρ, έδωσε στον εαυτό του. Το “Play misty for me” άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις, έκοψε εισιτήρια, κέρδισε βραβεία, έβαλε με το δεξί τον Eastwood και πίσω από τις κάμερες.

Και μετά την κορυφή τι; Μετά την κορυφή αναζητάς μια καινούρια, δυσκολότερη, για να σε παιδέψει και η ικανοποίηση στο τέλος να είναι μεγαλύτερη. Κάπως έτσι έμοιαζε και η πρόκληση του “Dirty Harry”, ίσως του πιο διάσημου ρόλου της καριέρας του. Ενός ρόλου που δημιούργησε και πάλι σχολή, καθώς και το πρότυπο του σκληρού, αδιάφθορου «μπάτσου» που δε δίνει δεκάρα για τα γραφειοκρατικά της δουλειάς του παρά μόνο για την ουσία. Και το σημαντικότερο όλων; Ο κινηματογράφος με το “Dirty Harry” καλωσόριζε ένα νέο είδος στις τάξεις του, τις ταινίες δράσης.

Για κάποιο λόγο ο Eastwood ανάγκαζε κοινό και κριτικούς στις δύο πλευρές του Ατλαντικού να έχουν διαφορετικές απόψεις για τις δουλειές του. Έτσι τη στιγμή που οι ΗΠΑ αδιαφορούσαν για το “Honkytonk man”, στην Ευρώπη έμπαινε στο κινηματογραφικό πάνθεον δίπλα στο “The grapes of wrath”, ενώ το θέμα της έβαζε στο κάδρο άλλη μια μεγάλη του αγάπη, τη μουσική. Αυτό φάνηκε ακόμα πιο έντονα με το “Bird”, μια ταινία γύρω από τον θρύλο της jazz Charlie Parker που και πάλι του χάρισε τον έπαινο του Ευρωπαϊκού κοινού και την αδιαφορία των συμπατριωτών του.

Από τη δεκαετία του ’90 και μετά, μπαίνει στην τρίτη «φάση» της μεγάλης του καριέρας, αυτής των βραβεύσεων. Φλερτάροντας συνεχώς με τα Oscar, “Unforgiven”, “Million dollar baby”, “The bridges of Madison county”, “Letters form Iwo Jima” μέχρι και το πρόσφατο “American sniper”, από κάθε θέση, είτε ως ηθοποιός και σκηνοθέτης, είτε ως παραγωγός και συνθέτης, καταφέρνει συνεχώς να βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος.


Ενώ μέσα από τους ρόλους του προέβαλε το προφίλ του ανθρώπου που καταφέρνει να χαλιναγωγεί κάθε ίχνος πάθους μέσα του, στην προσωπική του ζωή η μάσκα αυτή ήταν καταχωνιασμένη. Το αποτέλεσμα, μια ντουζίνα παιδιά, νόμιμα και μη, γάμοι, διαζύγια, δικαστήρια, εξώσεις, διατροφές, βιογραφίες ποτισμένες με μίσος για τον “The Very Ugly”, μια πολυτάραχη μεν, καθόλου μονότονη δε ζωή.

Στα 85 χρόνια του, δηλώνει ακόμη ηθοποιός, σκηνοθέτης, συνθέτης, παραγωγός, πολιτικός, επιχειρηματίας, σύζυγος, πατέρας, θρύλος. Ίσως έχει αφήσει πίσω του την εποχή του Man with no name και του Dirty Harry (ούτε το κολλαγόνο δε θα βοηθούσε), βρίσκει ακόμα όμως κορυφές που θέλει να κατακτήσει. Ας λέγεται μια από αυτές 100.
