Fluxus: Η εκδίκηση του καλλιτέχνη εναντίον του μέσου
Το fluxus ήταν ένα διεθνές δίκτυο καλλιτεχνών, συνθετών και σχεδιαστών, γνωστών για τον συνδυασμό διαφορετικών καλλιτεχνικών μεθόδων κι επιστημονικών κλάδων, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960
Συχνά, τόσο στην τέχνη όσο και στην ζωή τα αντικείμενα γίνονται στόχος βίαιης μεταχείρισης λόγω συμβολισμών και περιεχομένου, όταν ο επιτιθέμενος θεωρεί πως με τον τρόπο αυτό έμμεσα ασκεί κριτική ή και βία στον κάτοχο και διαχειριστή του μέσου εξουσίας ως περιεχόμενο. Ένα τέτοιο αντικείμενο-μέσο είναι η τηλεόραση ως τηλεοπτικός δέκτης κι αναμεταδότης από την γέννησή της μέχρι σήμερα. Για τους καλλιτέχνες του fluxus, άλλα αντικείμενα σύμβολα της αστικής τάξης ήταν τα κλασικά μουσικά όργανα, όπως το πιάνο και το βιολί, καθώς και το αυτοκίνητο.

Το fluxus ήταν ένα διεθνές δίκτυο καλλιτεχνών, συνθετών και σχεδιαστών, γνωστών για τον συνδυασμό διαφορετικών καλλιτεχνικών μεθόδων κι επιστημονικών κλάδων, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960. Οι καλλιτέχνες αυτοί δραστηριοποιήθηκαν στη Νέο-Dada μουσική του θορύβου και στις οπτικές τέχνες, καθώς και τη λογοτεχνία, τον αστικό σχεδιασμό, την αρχιτεκτονική και το design. Το fluxus ορισμένες φορές περιγράφεται κι ως intermedia- ενδιάμεσο (τα readymades έθεσαν το ζήτημα του intermedia για πρώτη φορά). Οι καλλιτέχνες του fluxus δεν είδαν τον εαυτό τους ως μέρος ενός κινήματος, ούτε ως μέρος ενός ιδιαίτερου στυλ – πιθανόν ούτε καν σαν group – αλλά περισσότερο σαν οπαδούς ενός εναλλακτικού τρόπου με τον οποίο παράγει κάποιος τέχνη, πολιτισμό κι έχει ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής.

To fluxus, που έδρασε κυρίως μεταξύ των ετών 1962 και 1978, πέρασε μια συνεχή διαδικασία εξέλιξης και αλλαγής σε όλη τη διάρκεια της πορείας του. Το fluxus δημιουργήθηκε το 1961, εν μέρει από την επιρροή του John Cage, αμερικανού μουσικού (που κάνει το πρώτο του happening το 1952), με διάφορες συναυλίες οργανωμένες από τον λιθουανικής καταγωγής καλλιτέχνη George Maciunas, στην γκαλερί AG της Νέας Υόρκης.
Ωστόσο, ιδρυτής του fluxus θεωρείται ο George Maciunas, ο αρχιτέκτονας, σχεδιαστής και κύριος διοργανωτής πολλών συλλογικών δραστηριοτήτων του fluxus. Ο George Maciunas έδωσε την ονομασία αυτή το 1961 ως τίτλο για ένα περιοδικό που επρόκειτο να δημοσιεύει έργα πειραματιζόμενων καλλιτεχνών, συγγραφέων και μουσικών, αλλά σύντομα υιοθετήθηκε, ώστε να περιγράψει ένα πλήθος performance, μουσικών και άλλων δραστηριοτήτων που εντάσσονται σε έντυπα σχετικά με το fluxus. O Maciunas χρησιμοποίησε τον όρο flux από τη λατινική λέξη που σημαίνει “ροή`, σαν μέρος του ορισμού του fluxus και σήμαινε γι` αυτόν μία συνεχή κίνηση ή ένα διαρκές πέρασμα, όπως ακριβώς ρέει ένας ποταμός.Μια συνεχής διαδοχή αλλαγών. Επίσης σήμαινε κάτι που δε μπαίνει σε κάποιο πλαίσιο.

Ο Maciunas παρουσίασε το 1962 με 1963 κάτι σαν manifesto, όπου παρουσίαζε το fluxus ως προσπάθεια δημιουργίας μιας τέχνης που θα ασκούσε κριτική στους θεσμούς. Μια τέχνη για όλο τον κόσμο κι όχι για μια ελίτ καλλιτεχνών. Το fluxus γενικά ήταν ένα αντι-κίνημα, και πίστευε στη συλλογικότητα και την ανωνυμία του καλλιτέχνη, καθώς όταν δεν υπάρχει υπογραφή στο έργο, τότε αυτό μετατρέπεται σε μία τέχνη για όλους. Σε σχέση με αυτή τη θέση, ο Maciunas γράφει σε μια επιστολή του στον Tomas Schmitt o 1964: «Το fluxus είναι αυστηρά εναντίον του αντικειμένου τέχνης ως εμπόρευμα χωρίς λειτουργία, που προορίζεται μονάχα για πώληση και χρησιμεύει ως μέσο επιβίωσης του καλλιτέχνη. […] To fluxus είναι ενάντια στην Τέχνη ως διάμεσο και μέσο μετάδοσης του εγώ του καλλιτέχνη. Oι εφαρμοσμένες τέχνες έχουν να λύσουν αντικειμενικά προβλήματα, και όχι τα προβλήματα της προσωπικότητας του εγώ του καλλιτέχνη.

Γι` αυτό το fluxus τείνει προς ένα συλλογικό πνεύμα, μια ανωνυμία και έναν αντι-ατομικισμό – καθώς και προς έναν αντιευρωπαϊσμό (η Ευρώπη ως ζώνη όπου η ιδέα του επαγγελματισμού της Τέχνης, η ιδεολογία της Τέχνης για την Τέχνη, και η έκφραση του εγώ του καλλιτέχνη από την Τέχνη κλπ., είναι περισσότερο προστατευμένες και μάλιστα παράγονται εκεί).» Πέρα βέβαια από το ζήτημα της ανωνυμίας του καλλιτέχνη, στο fluxus τίθεται και το ζήτημα εισαγωγής της τέχνης στην καθημερινή ζωή και της καθημερινής ζωής στην τέχνη.
Το πιάνο και η τηλεόραση στις δράσεις fluxus
Ένα χαρακτηριστικό του fluxus είναι το στοιχείο του χιούμορ που υπονομεύει την εξουσία, αλλά συχνά και η επίθεση προς το κοινό αποτελεί μέρος της φάρσας. Η βία είναι επομένως λανθάνουσα και η καταστροφή της πολιτιστικής παράδοσης διαρκώς παρούσα. Δύο παραδοσιακές εκδοχές της αστικής άνεσης βρίσκονται έτσι στο στόχαστρο: η συναυλία και η τηλεόραση.

Με τους τρόπους διάδοσης αναπαραγωγής του ήχου και της εικόνας, το fluxus υπερασπίζεται έναν τρόπο που δεν έχει πια καμία σχέση με την παραδοσιακή τεχνογνωσία. Ένα αντικείμενο με το οποίο δούλεψαν οι καλλιτέχνες του fluxus ήταν το πιάνο, το οποίο έβλεπαν ως σύμβολο της αστικής τάξης και σε διάφορα festivals που οι ίδιοι διοργάνωσαν, ακολούθησαν μία διαδικασία καταστροφής του.
Άλλο ένα αντικείμενο με το οποίο ασχολήθηκαν ήταν η τηλεόραση, ως φόρμα κι ως περιεχόμενο με την οποία επίσης ακολουθούσαν την παραπάνω διαδικασία.
Ένας από τους καλλιτέχνες fluxus που χρησιμοποίησε την τηλεόραση ως μέσο είναι ο Wolf Vostell. Στα «dé-coll/ages» του παρουσιάζεται μια σειρά από απορυθμισμένες και σπασμένες τηλεοράσεις, ήδη από το 1959 στην Κολονία, κι έπειτα, τον Μάιο του 1963, στην γκαλερί Smolin στη Νέα Υόρκη.
Το 1963, ο Vostell χρησιμοποιεί τη δύναμη της τηλεόρασης ως μέσου, θάβοντας μια αναμμένη τηλεόραση δεμένη με συρματόπλεγμα. Τον επόμενο Σεπτέμβρη πυροβολεί μία οθόνη που εκρήγνυται, διαπράττοντας έτσι την «πρώτη δολοφονία του μέσου». Το 1964, επινοεί στο ίδιο πνεύμα τα teles/tetesτου. Τα τοποθετεί σε κρεβάτι νοσοκομείου στη Νέα Υόρκη και τα αντιμετωπίζει όπως θα αντιμετώπιζε κάποιος έναν ζωντανό άνθρωπο, πότε άρρωστο και πότε να δέχεται επίθεση – σαν εκδίκηση του καλλιτέχνη ενάντια στην τεράστια δυνατότητα του συγκεκριμένου μέσου για αλλοτρίωση του κοινού.
Ο Vostell δεν επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τον τηλεοπτικό δέκτη απλά και μόνο σαν εργαλείο. Βλέπει την τηλεόραση ταυτόχρονα και ως περιεχόμενο, που θέλει να καταστρέψει ώστε να το απομυθοποιήσει.