Όνειρο και πραγματικότητα στον σουρεαλισμό

Όνειρο και πραγματικότητα στον σουρεαλισμό

Ο όρος θα μπορούσε να αποδοθεί ως «πάνω ή πέρα από την πραγματικότητα» και φανερώνει μια ξεκάθαρη προσπάθεια υπέρβασης της πραγματικότητας.

Με τον όρο υπερρεαλισμός ή σουρεαλισμός, αναφερόμαστε στο κίνημα που αναπτύχθηκε κυρίως στο χώρο της λογοτεχνίας  κι εξελίχθηκε σε ένα ευρύτερο καλλιτεχνικό και πολιτικό ρεύμα. Άνθισε κατά κύριο λόγο στην Γαλλία την περίοδο μεταξύ 1ου και 2ου παγκοσμίου πολέμου. Πρόκειται για σύνθετη λέξη που προέρχεται από τις γαλλικές λέξεις sur(επάνω, επί) και realism (ρεαλισμός, πραγματικότητα). Ο όρος θα μπορούσε να αποδοθεί ως «πάνω ή πέρα από την πραγματικότητα» και φανερώνει μια ξεκάθαρη προσπάθεια υπέρβασης της πραγματικότητας.

Σε ορισμένες από τις πρωτοπορίες της τέχνης του 20ου αιώνα και ιδιαίτερα από την περίοδο του Dada και του κινήματος του σουρεαλισμού που το ακολούθησε, διακρίνουμε μια τάση εξέγερσης και ρήξης μεταξύ τέχνης και κοινωνίας, μεταξύ εσωτερικού κόσμου κι εξωτερικού κόσμου, μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Με τους ντανταϊστές έχουμε μια ολική, αυθόρμητη, πρωτόγονη «άρνηση». Στην άρνηση αυτή ο σουρεαλισμός προβάλλει μια θέση ως γέφυρα συχνά ( κατά τον AndreBreton) ανάμεσα στα παραπάνω δίπολα. Τα μέλη του σουρεαλισμού αντέδρασαν σε αυτό που οι ίδιοι ερμήνευαν ως μία βαθιά κρίση του Δυτικού πολιτισμού, προτείνοντας μία ευρύτερη αναθεώρηση των αξιών, σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής. Μια ανάγκη αναθεώρησης των αξιών που σήμερα φαίνεται όχι μόνο επίκαιρη, αλλά κι επιτακτική.

Τί είναι όμως αυτό που οδηγεί τελικά έναν καλλιτέχνη στην απόρριψη μιας πραγματικότητας και την αναζήτηση μιας άλλης κι ακόμη περισσότερο τη δημιουργία μια άλλης εκεί που δεν βρίσκει μια ετέρα-πραγματικότητα να τον καλύπτει; Πρόκειται απλώς για μια υπέρβαση από μια ιδιαίτερη οικονομικοκοινωνικοπολιτική συγκυρία; Ή μάλλον κάτι βαθύτερο, που τον οδηγεί ν’ αναζητήσει το χώρο μέσα του; Η ιδέα του “ανιστορικού“ κι “άχρονου“ και η υπερβατικότητα γίνονται πιθανόν ελκυστικά σε περιόδους κρίσης. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για πανανθρώπινες αλήθειες που συνυπάρχουν πάντα στην όποια πραγματικότητα βιώνουμε. Αν εξετάσουμε το ζήτημα από ψυχαναλυτική άποψη, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο άνθρωπος από τη γέννησή του προσπαθεί να επιβιώσει και μάλιστα συχνά μέσα σ` ένα εχθρικό περιβάλλον.

Το βασικό πρόβλημα που έθετε ο σουρεαλισμός ήταν αυτό της ελευθερίας. Σύμφωνα με τους σουρεαλιστές το πρόβλημα της ελευθερίας έχει δύο όψεις. Την όψη της ατομικής και την όψη της κοινωνικής ελευθερίας, και κύριοι εκφραστές αυτής της διπλής ελευθερίας φαίνεται να ήταν δύο προσωπικότητες που σημάδεψαν εκείνη την εποχή. Ο Karl Marx ως θεωρητικός της κοινωνικής ελευθερίας κι ο Sigmoud Freud ως θεωρητικός της ατομικής ελευθερίας. Ο Andre Breton σε συνέντευξή του το 1935 επαναφέρει στο προσκήνιο την αναγκαιότητα για κοινωνική επανάσταση, ενώ ως προς την ατομική ελευθερία επισημαίνει πως: «Από την σύγχρονη ψυχολογία, ο σουρεαλισμός αντλεί ουσιαστικά ό,τι τείνει να δώσει μια επιστημονική βάση στις αναζητήσεις για την καταγωγή και τις μεταβολές των ιδεολογικών εικόνων. Με αυτή την έννοια, απέδωσε ο σουρεαλισμός ιδιαίτερη σημασία στην ψυχολογία των διαδικασιών του ονείρου, έτσι όπως την ερμήνευσε ο Freud». Οι δύο ψυχές του σουρεαλισμού αποτέλεσαν ένα δίπολο που από τη μια πλευρά συγκέντρωσε τα ανήσυχα και ρομαντικά πνεύματα κι από την άλλη τα πνεύματα που κυοφορούσαν μια σοσιαλιστική επανάσταση. Έτσι οι σουρεαλιστές συχνά οδηγήθηκαν σε μονόπλευρες λύσεις. Ο Breton θέλοντας να συγχωνεύσει αυτές τις δύο ψυχές της έντονης νοσταλγίας και μιας αγωνιώδους επιθυμίας για αλλαγή από την άλλη, γράφει χαρακτηριστικά πως: « ο μελλοντικός ποιητής θα ξεπεράσει την ανεπανόρθωτη διάσταση μεταξύ δράσης και ονείρου.  

Πράγματι η ζωή του ανθρώπου σχεδόν διχοτομείται από την κατάσταση εγρήγορσης και την κατάσταση ύπνωσης που κορυφώνεται με το όνειρο. Οι δύο αυτές καταστάσεις ίσως να βρουν ένα σημείο συνάντησης, στο οποίο διαλύονται, δίνοντας τόπο σ’ ένα είδος απόλυτης πραγματικότητας, υπερπραγματικότητας. Η εικαστική γλώσσα μιας εικόνας ή μιας κατάστασης που θέλει να υπερβεί την πραγματικότητα, δεν θα πρέπει να βασίζεται τόσο σε ανεπεξέργαστες εικόνες της πραγματικότητας, αλλά θα μπορούσε να παίρνει την ύλη της από την πιο «κοινή» πραγματικότητα και μετασχηματίζοντας την ύλη αυτή να δημιουργήσει μια υπέρ-πραγματικότητα. Σε άρθρο του το 1928 ο Breton γράφει πως: «Οι ζωγράφοι φάνηκαν πολύ συμβιβαστικοί στην επιλογή των μοντέλων τους. Έκαναν το λάθος να σκεφθούν ότι το μοντέλο μπορούσε να βρεθεί αποκλειστικά και μόνο στον εξωτερικό κόσμο. Σίγουρα η ανθρώπινη ευαισθησία μπορεί να προσδώσει στο αντικείμενο με την πιο ‘κοινή’ όψη μιαν εντελώς απροσδόκητη υπεροχή ».

Οι καλλιτέχνες που διαμόρφωσαν το κίνημα καταγράφηκαν στο πρώτο Μανιφέστο του υπερρεαλισμού (1924) του Andre Breton, καθώς και στην πραγματεία Une vague de reves (1924) του Louis Aragon, ενώ συμμετείχαν ενεργά στα περιοδικά La Revolution surrealiste και Litterature που εξέδιδε η υπερρεαλιστική ομάδα. 

Σχετικά άρθρα