03 Ιανουαρίου 2017

Μπορεί να πεθάνει κάποιος από την απώλεια αγαπημένου του προσώπου; Οι μελέτες λένε «ναι»

Ο θάνατος της Debbie Reynolds μια ημέρα μετά την απώλεια της κόρης της Carrie Fisher, είναι ένα παράδειγμα του ότι το σύνδρομο της ραγισμένης καρδιάς μπορεί να είναι θανατηφόρο. Και εκτός από την ψυχολογική, υπάρχει και ιατρική εξήγηση
 
Ο θάνατος της Debbie Reynolds μια ημέρα μετά την απώλεια της κόρης της Carrie Fisher, είναι ένα παράδειγμα του ότι το σύνδρομο της ραγισμένης καρδιάς μπορεί να είναι θανατηφόρο. Και εκτός από την ψυχολογική, υπάρχει και ιατρική εξήγηση

Σύμφωνα με τον Todd Fisher, γιου της ηθοποιού Debbie Reynolds, η οποία πέθανε την προηγούμενη εβδομάδα μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο,  η μητέρα του πέθανε από ραγισμένη καρδιά.

Ο θάνατος της κόρης της Reynolds και αδελφής του Todd, Carrie Fisher, από καρδιακή προσβολή την Τρίτη, «ήταν πάρα πολύ για αυτήν», είπε στους δημοσιογράφους. «Ήταν κάτω από πολλή στεναχώρια και άγχος από την απώλεια της Carrie, κάτι που προκάλεσε το θάνατό της»,  είπε στο E News.

Είναι δύσκολο να κάνει κανείς υποθέσεις σχετικά με το αν ο θάνατος της Reynolds ήταν ένα άμεσο αποτέλεσμα του θανάτου της 60χρονης κόρης της από τη στιγμή που δεν υπάρχει κάποια δήλωση από τους γιατρούς της. Σύμφωνα με πληροφορίες, η υγεία της Reynolds δεν ήταν καλή τα τελευταία χρόνια. Είχε υποστεί δύο εγκεφαλικά επεισόδια κατά το τελευταίο έτος, όπως είχε δηλώσει η Carrie Fisher σε συνέντευξή της τον περασμένο μήνα.

Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: Είναι δυνατόν για κάποιον να πεθάνει από το σοκ μιας ραγισμένης καρδιάς;

Προσωπικές ιστορίες δεν μπορούν να δώσουν απάντηση. Αυτό μπορούν να κάνουν μόνο στοιχεία από έρευνες.

Και η αλήθεια είναι ότι μελέτες διαπιστώνουν μια αύξηση της θνησιμότητας μετά από την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου

Υπάρχουν πραγματικά επαρκή στατιστικά στοιχεία για το θέμα αυτό. Μελέτες, οι οποίες βασίζονται σε τεράστιες βάσεις δεδομένων θνησιμότητας στην Ευρώπη, έχουν δείξει αύξηση της θνησιμότητας μετά την απώλεια των αγαπημένων προσώπων.

Ο θάνατος ενός συζύγου, ενός αδελφού, ενός παιδιού, και μάλιστα όταν το παιδί είναι ενήλικο, είναι γεγονότα που έχουν συνδεθεί με υψηλότερη θνησιμότητα.

Μια μελέτη διαπίστωσε ότι η απώλεια ενός παιδιού ηλικίας 10 έως 17 ετών αύξανε τον κίνδυνο θανάτου κατά το επόμενο έτος κατά 31%. Για τους γονείς που χάνουν μεγαλύτερα παιδιά (στα 30 ή τα 40 τους χρόνια), ο κίνδυνος θνησιμότητας στην πραγματικότητα μειώνεται στα πρώτα λίγα χρόνια, «αν και μακροπρόθεσμα, γονείς που πενθούν, βρίσκονται πάντα σε κίνδυνο θανάτου», αναφέρει η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Epidemiology and Community Health.

Γιατί όμως συνδέονται πένθος και θνησιμότητα;

Σύμφωνα με τα στοιχεία, δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος. Σε όλες αυτές τις μελέτες, είναι δύσκολο να πει κανείς εάν οι ίδιοι παράγοντες που προκάλεσαν το θάνατο αγαπημένου προσώπου έπαιξαν επίσης ρόλο στο θάνατο των πενθούντων. Και οι δύο θα μπορούσαν να έχουν υποβληθεί στους ίδιους περιβαλλοντικούς στρεσογόνους παράγοντες, ή να πάσχουν από τις ίδιες γενετικές προδιαθέσεις.

Αλλά οι ερευνητές επισημαίνουν μερικούς πιο ειδικούς λόγους.

Πρώτον, υπάρχει το ισχυρό στρες της απώλειας. Στην απώλεια ενός συζύγου, αδελφού, ή παιδιού, χάνεται ένα σύστημα υποστήριξης. Ο θάνατος ενός παιδιού, ιδιαίτερα, περιλαμβάνει ένα έντονο ψυχολογικό σοκ, μια αίσθηση ότι η φυσική τάξη της ζωής έχει διαταραχθεί. Οι γονείς δεν πρέπει να πεθαίνουν μετά από τα παιδιά τους.

Υπάρχει, επίσης, μια κατάσταση που ονομάζεται «σύνδρομο ραγισμένης καρδιάς» ή καρδιομυοπάθεια Τakotsubo. Συμβαίνει όταν, ως αντίδραση σε μια απότομη αύξηση του στρες, η αριστερή κοιλία της καρδιάς αποδυναμώνεται. «Η ακριβής αιτία δεν είναι γνωστή, αλλά οι ειδικοί πιστεύουν ότι οι αυξημένες ορμόνες του στρες ουσιαστικά συνταράσσουν την καρδιά» όπως εξηγεί το Harvard Women’s Health Watch. Αυτό, στη συνέχεια, πυροδοτεί «αλλαγές στα μυϊκά κύτταρα της καρδιάς ή των στεφανιαίων αιμοφόρων αγγείων (ή και τα δύο) που εμποδίζουν την αριστερή κοιλία να συσπάται αποτελεσματικά».

Έπειτα, υπάρχουν και ψυχολογικοί λόγοι.

«Μακροπρόθεσμα, διάφορες αλλαγές που σχετίζονται με το στρες μπορούν να αυξήσουν την ευαισθησία σε λοιμώδη νοσήματα, να επηρεάσουν τον κίνδυνο και την πρόγνωση του καρκίνου και να οδηγήσουν σε ασθένειες του καρδιαγγειακού συστήματος» αναφέρει μια μελέτη του 2003 σχετικά με τη θνησιμότητα μετά το θάνατο ενός νεαρού παιδιού. Το στρες μπορεί επίσης να αλλάξει τη συμπεριφορά, την αύξηση της κατανάλωσης αλκοόλ, του καπνίσματος αλλά και τα πρότυπα άσκησης και διατροφής.

Υπάρχει όμως και η θετική πλευρά: Οι σχέσεις μας με τους ανθρώπους έχουν βαθιά σημασία για την υγεία μας. Μπορούν επίσης να μας προστατεύσουν.

Αν υπάρχει ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα σε αυτές τις μελέτες, είναι αυτό: Οι σχέσεις που έχουμε με τους αγαπημένους μας είναι βαθιές.

Η δύναμη των δεσμών μας με τους άλλους συνδέεται με πάρα πολλά καλά πράγματα. Η δύναμη των κοινωνικών σχέσεων είναι προγνωστικός δείκτης της αντίστασης στο Αλτσχάιμερ και της συνολικής ψυχικής υγείας. Μελέτες βρίσκουν τους ανθρώπους με έντονους κοινωνικούς δεσμούς να τείνουν να ζουν περισσότερο από τους άλλους. Αντίθετα, κάποιοι ειδικοί λένε ότι η μοναξιά κάνει τόσο κακό στην καρδιά, όσο το κάπνισμα.

Οι άνθρωποι είναι κοινωνικά πλάσματα και ολόκληρη η ψυχολογία μας είναι χτισμένη στη συνύπαρξη του ενός με τον άλλο. Οι κοινωνικές σχέσεις καθοδηγούν τις αποφάσεις μας να συμμετέχουμε σε ομάδες, να πηγαίνουμε στον πόλεμο, να συμπάσχουμε, να τιμωρούμε, να παντρευόμαστε, να αναζητούμε συντρόφους. Έχοντας εξελιχθεί με αυτόν τον τρόπο, σημαίνει ότι υποφέρουμε χωρίς τη συντροφιά των άλλων  και είμαστε ευτυχισμένοι όταν είμαστε γύρω τους.