07 Ιανουαρίου 2017

Γιάννης Ρίτσος:Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις, εκεί που πάει να σκύψει…

Σαν σήμερα πριν 51 χρόνια, ο Μίκης Θεοδωράκης ανακοίνωσε τη μελωποίηση της συγκλονιστικής και διαχρονικής Ρωμιοσύνης.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
 
Σαν σήμερα πριν 51 χρόνια, ο Μίκης Θεοδωράκης ανακοίνωσε τη μελωποίηση της συγκλονιστικής και διαχρονικής Ρωμιοσύνης.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Ρωμιοσύνη. Μια λέξη που πρωτοάκουσα πολλά χρόνια πριν, όταν ήμουν ακόμα μαθήτρια στο δημοτικό σχολείο.

  «Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις,

 εκεί που πάει να σκύψει.

Με το σουγιά στο κόκκαλο,

 με το λουρί στο σβέρκο.

Νάτη πετιέται απο ξαρχής

  κι αντριεύει και θεριεύει

και καμακώνει το θεριό

με το καμάκι του ήλιου…»

Λίγοι στίχοι με τόσο μεγάλο νόημα ήταν η αφορμή για να αισθανθώ όλη την περηφάνια και τα υψηλά εκείνα αισθήματα που διαπνέουν κάθε γνήσιο Έλληνα για τη χώρα του. Για την Ελλάδα μας που έχει περάσει τόσες δοκιμασίες αλλά καταφέρνει και κρατά το κεφάλι ψηλά και ανταπεξέρχεται σε όλες τις δυσκολίες.

Έχουν περάσει 51 χρόνια από τότε που ο Μίκης Θεοδωράκης ανακοίνωσε σε συνέντευξη τύπου ότι άρχισε να μελοποιεί εννέα ποίηματα από τη Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου. Στις 7 Ιανουαρίου του 1966


Την προηγούμενη μέρα, η τελετή αγιασμού των υδάτων στο λιμάνι του Πειραιά σημαδεύτηκε από πρωτοφανή λαική συμμετοχή και επεισόδια που ακολούθησαν. Ο βουλευτής Μίκης Θεοδωράκης -επικεφαλής της ΕΔΑ- συμμετείχε στην τελετή. Στο πρωτοχρονιάτικο διάγγελμά του, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε αποκαλέσει «μίασμα» τον κομμουνισμό κι αυτό ενόχλησε ιδιαίτερα την αριστερά. Η Ρωμιοσύνη είναι μία από τις μεγαλύτερες ποιητικές συνθέσεις του Γιάννη Ρίτσου, χωρισμένη σε επτά ενότητες. Ένα συγκλονιστικό ποίημα που μιλά για τον αδιάκοπο αγώνα των Ελλήνων για ελευθερία, δικαιοσύνη και ανθρωπιά.

Γράφτηκε την περίοδο 1945-1947 και τυπώθηκε πρώτη φορά το 1954 στη συλλογή Αγρυπνία που περιέχει το έργο του κορυφαίου ποιητή από το 1941 ως το 1951. Αν λάβουμε υπόψη μας ότι η σύνθεσή της έγινε αμέσως μετά την τραγική εμπειρία της γερμανικής κατοχής, τότε μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο ελληνικός λαός βρισκόταν σε ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση. Αυτή την συγκινησιακή απόδοση στοιχείων της ελληνικής ψυχής και του ελληνικού τοπίου, εκφράζει ο μοναδικός Γιάννης Ρίτσος.


Η συναισθηματική του φόρτιση είναι εμφανής σε όλο το ποίημα, σε κάθε στίχο του. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο εξαιτίας των απωλειών και των κακουχιών των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, αλλά και από την ελπίδα του ότι το μέλλον της Ελλάδας θα αλλάξει ουσιαστικά. Ο πόνος, η θλίψη, η αγωνία, η αγανάκτηση αλλά και οι πόθοι του μαζί με την ελπίδα για την πατρίδα μας διακατέχουν το Γιάννη Ρίτσο.

Ξεκινά λέγοντας ότι το ελληνικό τοπίο, ο ελληνικός λαός δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς την ελευθερία. Δεν μπορούν να αρκεστούν στα ασφυκτικά όρια της σκλαβιάς. Επέλεξα να γράψω για λίγους αλλά ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικούς στίχους αυτού του συγκλονιστικού διαχρονικού ποιήματος…

«Αυτά τα δέντρα

 δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δε βολεύονται

κάτου απ’ τα ξένα βήματα,

αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται

παρά μόνο στον ήλιο,

αυτές οι καρδιές δε βολεύονται

 παρά μόνο στο δίκιο.»

Τα δέντρα δεν μπορούν να ζήσουν με λιγότερο ουρανό. Αυτό υποδηλώνει την έλλειψη ελευθερίας, αλλά και το στένεμα της ελπίδας. Οι πέτρες δε βολεύονται κάτω από τα ξένα βήματα του κατακτητή, του εχθρού. Τα πρόσωπα των Ελλήνων δεν μπορούν να ζήσουν παρά μόνο στον ήλιο, στο φως της ελευθερίας της ανεξαρτησίας. Οι καρδιές τους δεν μπορούν να υπάρξουν παρά μόνο σ’ ένα κόσμο όπου κυριαρχεί η δικαιοσύνη.

  «Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι

το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους

το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –

έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό

κι έχουνε τον καημό βαθιά στα μάτια τους

σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.»

  Οι Έλληνες δεν ησυχάζουν ποτέ. Δεν ξεκουράζονται παρά μένουν διαρκώς άγρυπνοι έχοντας το ντουφέκι κολλημένο στο χέρι τους, σε σημείο που μοιάζει πια σαν να είναι μια φυσική προέκταση του χεριού τους. Η λαχτάρα τους για ελευθερία και ανεξαρτησία τους ωθεί σε έναν αγώνα μέχρι τέλους.

«Όταν σφίγγουν το χέρι,

 ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο

όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι

 φεύγει μέσ’ απ’ τα άγρια γένια τους.

όταν κοιμούνται,

 δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους

όταν σκοτώνονται,

η ζωή τραβάει την ανηφόρα

με σημαίες και με   ταμπούρλα.»

Οι Έλληνες όταν σφίγγουν το χέρι ενός ανθρώπου- όταν δηλαδή δίνουν το λόγο τους, τότε ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο. Ο προσωποποιημένος ήλιος είναι σίγουρος ότι θα κρατήσουν το λόγο τους και θα πράξουν ό,τι συμφώνησαν. Όταν οι Έλληνες χαμογελούν γεννιέται στον κόσμο η ελπίδα. Ένα μικρό χελιδόνι που φεύγει από τα άγρια γένια τους – που υποδηλώνουν τις σκληρές συνθήκες που χαρακτηρίζουν τη ζωή τους. Όταν κοιμούνται πέφτουν δώδεκα αστέρια από τις τσέπες τους. Οι άδειες τσέπες υποδηλώνουν την οικονομική εξαθλίωση της χώρας και τα δώδεκα αστέρια το ελπιδοφόρο αύριο. Αυτό τους δίνει δύναμη και κουράγιο να συνεχίσουν τον αγώνα τους. Ο Γιάννης Ρίτσος μιλά 12 αστέρια και μας παραπέμπει στην ειδική σημασία που έχει αυτός ο αριθμός στα ιερά κείμενα του χριστιανισμού. Έναν αριθμό που βρίσκουμε πολύ συχνά, όπως για παράδειγμα οι 12 μαθητές του Χριστού.


«Το ψωμί σώθηκε,

 τα βόλια σώθηκαν,

γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους

μόνο με την καρδιά τους.»

  Μπορεί το ψωμί και τα πολεμοφόδια να έχουν τελειώσει όμως οι Έλληνες συνεχίζουν τον αγώνα τους γεμίζοντας τα κανόνια μόνο με την καρδιά τους. Κι αυτό υποδηλώνει ότι οι Έλληνες είναι αποφασισμένοι να πολεμήσουν με τη γενναιότητα της ψυχής τους, κι ας μην έχουν τίποτα άλλο στα χέρια τους. Το ότι η Ρωμιοσύνη είναι από τα πιο γνωστά ποιήματα του Ρίτσου, είναι ένα γεγονός που συνεισέφερε ο Μίκης Θεοδωράκης με τη μελοποίησή του. Ο δίσκος του που κυκλοφόρησε το 1966, ονομάστηκε Ρωμιοσύνη και περιέχει τραγούδια που ερμηνεύτηκαν από πολλούς καλλιτέχνες. Το ποίημα είναι ένα από τα γνωστότερα ποιήματα του Ρίτσου, γεγονός στο οποίο πιθανόν συνεισέφερε ο Μίκης Θεοδωράκης με τη μελοποίησή του. Ο συνθέτης αφιέρωσε ολόκληρο δίσκο στο ποίημα του Ρίτσου, ονομάζοντάς τον Ρωμιοσύνη, ο οποίος κυκλοφόρησε το 1966. Τα πιο γνωστά είναι "Αυτά τα δέντρα"," Όταν σφίγγουν το χέρι" και το "Θα σημάνουν οι καμπάνες".