Αποχαιρετισμός στη Μύκονο

Άρης Τερζόπουλος

Όλα τα πράγματα έχουν ένα τέλος. Ακόμη και η αγάπη για τη Μύκονο.

Δεν θυμάμαι τι ώρα τέλειωσε εκείνο το πάρτι για την πανσέληνο στην Παράγκα. Εκείνο που θυμάμαι κάπως αμυδρά, είναι πως όταν με πήρε ο ύπνος πάνω στην άμμο, η νύχτα είχε αρχίσει να φεύγει. Δεν ήταν άλλωστε και πολλές οι νύχτες, εκείνη την εποχή που θα είχα κοιμηθεί πριν ξημερώσει. Ξύπνησα από τον ήλιο στα μάτια μου λίγη ώρα μετά. Ανασηκώθηκα και κοίταξα γύρω μου. Μερικοί και μερικές, που είχαν ξεμείνει, όπως και εγώ από το πάρτι, κοιμόντουσαν ακόμη. Πιο πέρα οι χίπις που είχαν καταλάβει τη μικρή χερσόνησο της Παράγκας, έμοιαζαν να έχουν ξυπνήσει από ώρα. ΄Ενας τύπος με πολύ μακριά μαλλιά, καθισμένος στη στάση του λωτού, έκανε ανάσες τις γιόγκα, καθώς ο ήλιος ανέβαινε. Λίγα μέτρα μπροστά μου στην παραλία, οι Μυκονιάτες ψαράδες που μόλις είχαν φτάσει με τη βάρκα τους, έβγαζαν τα ψάρια που τους είχε αποφέρει η βραδιά. Πήγα κοντά τους, νυσταγμένος ακόμη και κοίταξα τα ψάρια που στιβάζονταν σ΄ ένα μεγάλο ψαράδικο πανέρι. Τα πολύχρωμα λέπια τους έμοιαζαν να φωσφορίζουν κάτω από τις ακτίνες του ήλιου. Κοίταξα τη θάλασσα. Φωσφόριζε κι αυτή. ΄Ετριψα τα μάτια μου με τα χέρια μου. «Καταραμένη Λούσυ» σκέφτηκα. Μετά κοίταξα το ρολόϊ μου. ΄Ηταν περασμένες εφτά και το πλοίο έφευγε στις έντεκα. ΄Επρεπε να γυρίσω στη Μύκονο. Αλλά πως; Η απάντηση ήταν απλή. Με τα πόδια. ΄Ισιωσα λίγο τα μαλλιά μου που έφταναν μέχρι τον ώμο και τα γένια μου που έφταναν μέχρι το στήθος μου και πήρα το δρόμο για την πόλη. Μετά από ένα τέταρτο και αφού είχα διασχίσει τον Πλατύ Γιαλό άρχισα να ανεβαίνω την ανηφόρα καθώς λεωφορείο δεν φαινόταν πουθενά. Στην κατάσταση που ήμουνα το σχετικά δύσκολο ήταν αυτή η ανηφόρα. Μετά ο δρόμος ήταν ίσιος. ΄Όταν μετά από δέκα λεπτά ακόμη έφτασα στο ύψωμα, λαχανιασμένος από την ανηφόρα και το ήλιο, στάθηκα λίγο και πήρα ένα μικρό ύπνο στην άκρη του δρόμου. ΄Όταν άνοιξα τα μάτια μου η ώρα είχε πάει εννιάμισι. ΄Εφτασα στην πόλη τρία τέταρτα αργότερα, έκανα ένα ντουσάκι, έρριξα τα ρούχα μου στη βαλίτσα και πρόλαβα το βαρκάκι, λίγο πριν ξεκινήσει απ΄ το λιμάνι.

Το καλοκαίρι του 1971 τα πλοία δεν άραζαν στο λιμάνι, αλλά λίγο πιο έξω και οι επιβάτες για να έρθουν ή να φύγουν από τη Μύκονο, έπρεπε να επιβιβαστούν στις μικρές βάρκες που έκαναν αυτή τη δουλειά Τα μόνα αυτοκίνητα που υπήρχαν στο νησί ήταν κάποια λεωφορεία που έκαναν τη γραμμή από τη Μύκονο στον Πλατύ Γιαλό, στον ΄Αγιο Στέφανο, στον Ορνό και στη ΄Ανω Μερά και κάποια ταξί. Στο Παραντάϊζ, στο Σούπερ και στην Ελιά πήγαινες μόνο με το βαρκάκι. Εκτός κι αν προτιμούσες να κάνεις τη διαδρομή με τα πόδια, όπως κάναμε εμείς συνήθως τότε μέσα από γεμάτο με βράχους τοπίο. ΄Ετσι όπως δεν υπήρχαν σπίτια και όσοι κυκλοφορούσαν πάνω στα βουνά είχαν μακριά μαλλιά και γένια- εκτός από τις κοπέλες φυσικά, οι οποίες είχαν κι αυτές μακριά μαλλιά, αλλά δεν είχαν γένια- και ήταν ντυμένοι κάπως περίεργα, με λίγη φαντασία μπορούσες να υποθέσεις πως δεν ζούσαμε στον εικοστό αιώνα, αλλά σε κάποια προ Χριστού εποχή . Ο Πάνορμος και ο ΄Αγιος Σώστης δεν είχαν ακόμη «ανακαλυφτεί». Καθώς το πλοίο έφευγε, έριξα μια τελευταία ματιά στη Μύκονο που είχε πάψει πια να φωσφορίζει. «Ευλογημένο μέρος» σκέφτηκα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν ήμουν ερωτευμένος με κάποια γυναίκα, αλλά με ένα νησί.

To 1978 και αφού δεν είχα πάει στη Μύκονο τα δυο ή τρία προηγούμενα χρόνια, ξαναπήγα αλλά αυτή τη φορά με το φέρυ μποουτ και με αυτοκίνητο. Η Μύκονος ήταν όπως ήταν πάνω κάτω και το Πάσχα του1970, όταν είχα πάει για πρώτη φορά.

Μόνο η πόλη είχε ελαφρά μεγαλώσει, αλλά κατά τα άλλα, η ύπαιθρός της ήταν όπως και πριν. Άχτιστη και παρθένα. Μπορoύσα να καταλάβω πως το αυτοκίνητο θα έφερνε μεγάλε αλλαγές, αλλά το πώς και πόσο θα άλλαζε η Μύκονος δεν μου περνούσε καν από το μυαλό. Το 1978 ήταν η χρονιά που η παρέα μας- καμιά εκατοστή άτομα που είχαμε την εντύπωση πως κατά κάποιο περίεργο τρόπο το νησί μας ανήκε- έμαθε για πρώτη φορά για τον Πάνορμο. Ως τότε και καθώς δεν υπήρχαν τα αυτοκίνητα, ο βόρειες παραλίες του νησιού, ο Πάνορμος και ο ΄Αγιος Σώστης δηλαδή, ήταν άγνωστες. Από τη στροφή του δρόμου προς την ΄Ανω Μερά ή μάλλον από το Μοναστήρι που υπάρχει λίγο πάρα κάτω και μέχρι τον Πάνορμο δεν υπήρχαν χτισμένα παρά ένα ή δύο παλιά μυκονιάτικα σπίτι. Το ένα από αυτά το νοίκιαζε μια φίλη Γερμανίδα που είχε γίνει μόνιμη κάθε καλοκαίρι, η Χίλα και όταν καμιά φορά μέναμε στο σπίτι της, όταν έπεφτε η νύχτα , δεν έβλεπες ούτε ένα φως. Εκείνο το καλοκαίρι του 1978, μέναμε οι περισσότεροι στον Πάνορμο. Σε αυτοσχέδιες σκηνές, από καλάμια και παρεό και με ότι βρίσκαμε για στρώμα πάνω στην άμμο. ΄Ηταν σαν να είχαμε βρει τον Παράδεισο. Και αυτή και οι επόμενες χρονιές ήταν μαγικές. Πολλές φορές είχα αναρωτηθεί για το τι ήταν αυτό που έκανε και ακόμη κάνει την Μύκονο τόσο ελκυστική. ΄Ηταν από τη μια μεριά οι πολλές και καταπληκτικές παραλίες της, ήταν τα βράχια της που έμοιαζαν να κρύβουν συμπυκνωμένη δύναμη, ήταν και η βραδινή της ζωή, αλλά ήταν και κάτι άλλο, στον αέρα που λέμε. Και τελικά είναι και αυτό. Ο αέρας, όταν τρίβεται στα βράχια προκαλεί ένα φαινόμενο που ονομάζεται ιονισμός της ατμόσφαιρας. Από καιρό άλλωστε υπάρχουν και μηχανήματα για το σπίτι που ιονίζουν τον αέρα. Ο ιονισμένος αέρας πέρα από το ότι είναι καλύτερος για την αναπνοή μας, προκαλεί και ένα είδος ευχάριστης διάθεσης, κάτι σαν πολύ ελαφριά μέθη και αυτό εξηγεί κατά ένα μικρό μέρος γιατί η Μύκονος ασκεί τη γοητεία που ασκεί. Στα επόμενα χρόνια θα καταλάβαινα πως αυτό που κάνει τη Μύκονο «περίεργη», εκτός από τον ιονισμένο αέρα της, είναι και το αδιευκρίνιστο ενεργειακό πεδίο που «παράγει» η Δήλος. Καθώς τα χρόνια περνούσαν η Μύκονος έγινε σαν μια δεύτερη ιδιαίτερη πατρίδα μου. Πήγαινα το καλοκαίρι, πήγαινα το Πάσχα, πήγαινα το χειμώνα και πήγαινα πάντα στα μέσα του Σεπτέμβρη για δεκαπέντε μέρες πάντα μόνος μου, γιατί έτσι μπορούσα να καταλάβω καλύτερα, που βρισκόταν η ζωή μου.

MYKONOS

Το καλοκαίρι του 1982, ένα μεσημέρι γύρω στις 4, καθόμουν στα σκαλιά της Βεγγέρας στα Ματογιάννια, που εκείνη την ώρα ήταν περίπου άδεια, μια και οι περισσότεροι βρίσκονταν στις παραλίες και κατάλαβα πως μετά από δώδεκα χρόνια «έρωτα» έπρεπε επιτέλους να «νομιμοποιήσω» τη σχέση μου με τη Μύκονο. Και ο καλύτερος τρόπος για να «παντρευτώ» τη Μύκονο θα ήταν να φτιάξω εκεί και ένα δικό μου σπίτι. ΄Ετσι όπως το σκεφτόμουν τότε, αν το επέτρεπαν οι συνθήκες της ζωής μου, θα ήθελα να δοκιμάσω κάποια στιγμή να μένω στη Μύκονο μόνιμα, χειμώνα, καλοκαίρι. Ακόμη δεν είχα μάθει αρκετά καλά, ότι στη ζωή δεν μπορούμε να κάνουμε μακροχρόνια πλάνα. Αλλιώς τα σχεδιάζουμε και αλλιώς έρχονται. Καθώς τα χρόνια περνούσαν και η ζωή μου άλλαζε, η Μύκονος άλλαζε κι εκείνη . Πρώτα «ξεχείλισε» η πόλη και μετά τα σπίτια άρχισαν να ξεφυτρώνουν με καταιγιστικούς ρυθμούς παντού.

Στις παραλίες, στα βράχια , στα βουνά, κρεμασμένα στους γκρεμούς, ή μερικές φορές δίπλα στη θάλασσα. Την εξέλιξη δεν μπορεί να την σταματήσει κανείς. Τα σπίτια που χτίστηκαν, μεγάλες βίλες, με πισίνες συνήθως, σεβάστηκαν, εκτός από μερικές εξαιρέσεις, την κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική και πολλά από αυτά θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν και σαν αρχιτεκτονικά και σαν διακοσμητικά υποδείγματα. Στη δεκαετία του ενενήντα η Μύκονος κατακτήθηκε οριστικά, από τους καινούργιους και νεώτερους «εραστές» και συγχρόνως άλλαξε και ο ρόλος της. Το θέμα δεν ήταν πια τόσο οι παραλίες, ή τα βράχια. Η Μύκονος έγινε το βασικό πεδίο κοινωνικής και οικονομικής σύγκρισης. ΄Ένα μεγάλο κοσμικό πάρτι μεγάλης διαρκείας, ένα χρηματιστήριο αξιών όπου προσδιορίζονται με αρκετή ακρίβεια η οικονομική και κοινωνική θέση, η ομορφιά, η ερωτική προτίμηση και η ερωτική διάθεση. Η Μύκονος από προορισμός έγινε φόντο. Προσωπικά δεν μπορώ να πω ότι όλα αυτά με απασχολούν. Εξ άλλου είναι και μάταιο. Οι αλλαγές είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, είναι η ίδια η ζωή και συμβαίνουν ανεξάρτητα από τις προτιμήσεις μας.

Πριν από δυο τρία χρόνια είχα πάει με φίλους και με τα παιδιά μας στην Ψαρρού, που έχει γίνει ίσως η πιο κοσμική παραλία της Μυκόνου. ΄Ετσι όπως έχει γίνει πια η Ψαρρού και οι ξαπλώστρες είναι πια κολλημένες η μια δίπλα στην άλλη, είχα περισσότερο την εντύπωση πως βρισκόμουν σε κάποιο νυχτερινό κέντρο, παρά σε μια παραλία. Οι περισσότεροι και οι περισσότερες εξ άλλου δεν είχαν έρθει για τη θάλασσα, αλλά για να δουν και να τους δουν. Σκεφτόμουν ότι μια και η κατάσταση έχει γίνει πια έτσι, δεν θα ήταν και κακή ιδέα, να βάλουν και μια εξέδρα στη θάλασσα και να υπάρχει και κάποιο μουσικό πρόγραμμα. Αντί για γαρδένιες, θα μπορούσαν να πετάνε φύκια, που είναι και πιο φτηνά. Είναι ότι πιο κοντινό θα μπορούσα να σκεφτώ για την έκφραση «φύκια για μεταξωτές κορδέλες». Το περίεργο με την Ψαρρού και για τον κοσμικό συνωστισμό που την χαρακτηρίζει, είναι πως ο κόλπος της Ψαρρούς έτσι όπως είναι κλειστός, όταν φυσάει ο νοτιάς φέρνει στην παραλία, ότι αφήνουν τα πολλά εντυπωσιακά κότερα που είναι αραγμένα λίγο πιο έξω. Αλλά το σε ποια νερά θέλει να κολυμπάει ο καθένας δεν είναι δική μου υπόθεση. Υπάρχουν «νερά» για όλα τα γούστα.

Από το 1998, που είχα αρχίσει να ξυπνάω την ώρα που παλιότερα πήγαινα για ύπνο, ξανάβρισκα την ανάμνηση της παλιάς «ερωμένης» μου πηγαίνοντας πολύ νωρίς το πρωΐ για καφέ στο λιμάνι και στις παλιές παραλίες γύρω στις δέκα το πρωΐ. Η παλιά «ερωμένη» μου είχε το ίδιο πρόσωπο και το ίδιο σώμα όταν «κοιμόταν» αλλά ήταν πια διαφορετική όταν ξυπνούσε. Αλλά ούτε και εγώ είχα μείνει ο ίδιος. Από το 2000 μάλιστα που απέκτησα και την πρώτη μου κόρη άλλαξα ακόμη περισσότερο. Ακόμη και να είχε μείνει ίδια η Μύκονος υποθέτω πως εγώ δεν θα ήμουν πια τόσο συνεπής στα ραντεβού μου. Είχα μεν αρχίσει και πάλι να ξενυχτάω αλλά για διαφορετικούς λόγους από πριν. Τα μωρά δυστυχώς ή ευτυχώς δεν έχουν ωράρια. Πολύ συχνά αργά το βράδυ ή πολύ νωρίς το πρωί καθώς προσπαθούσα κάνοντας βόλτες στο σαλόνι να κοιμίσω την Αφροδίτη που κρατούσα στην αγκαλιά μου, έβαζα και κάποια ήρεμη μουσική και κοιτούσα έξω το τοπίο της Μυκόνου καθώς χάραζε η μέρα χωρίς να σκέφτομαι απολύτως τίποτα. Ακούγεται απλό, αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο να μην σκέφτεσαι απολύτως τίποτα.

«Χώρισα» με τη Μύκονο πριν από δυο χρόνια. Παρ΄όλο που ο χωρισμός αυτός θα μπορούσε να πει κανείς οφειλόταν σε άλλες συγκεκριμένες αιτίες, στο βάθος μια είναι η βασική αιτία των χωρισμών. Και δεν είναι άλλη από το χρόνο. Είχα ζήσει τη Μύκονο σε κάθε φάση των αλλαγών της ,αλλά και σε κάθε φάση των αλλαγών της ζωής μου. Κατά πάσα πιθανότητα, ο κύκλος συμπληρώθηκε. Δεν νομίζω ότι θα λείψω στη Μύκονο, αλλά ευτυχώς δεν θα μου λείψει και εκείνη. Θα ξαναπάω σίγουρα στη Μύκονο, αν προκύψει, αλλά θα είμαστε πια και οι δύο διαφορετικοί από ότι όταν γνωριστήκαμε. Παρ΄ όλα αυτά η Μύκονος που γνώρισα κάποτε είναι όχι μόνο ένα μέρος των αναμνήσεών μου, αλλά έχει γίνει και μέρος της ψυχολογίας μου. Πριν από δύο χρόνια, όταν περνούσα μια δύσκολη περίοδο, τα βράδια συχνά στον ύπνο μου, ταξίδευα στη Μύκονο για να συναντήσω το σπίτι μου και τους νεκρούς γονείς μου. Είναι προφανές ότι η Μύκονος, έχει γίνει ένα βασικό πεδίο της ασυνείδητης ψυχολογίας μου.

Για μας που ζήσαμε εκείνη την εποχή της Μυκόνου, είναι πολλές οι αναμνήσεις, αλλά είναι και πολλά τα φαντάσματα από εκείνες της εποχές . Ο Τζόνι Ρηντ, η Τζένη Πίκα, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, ο Μίμης Σκαφίδας και πολλοί άλλοι από εκείνη την παρέα της λαμπερής μας νιότης και που τώρα δεν υπάρχουν πια. Για κάποιους από εμάς, θα βρίσκονται πάντα εκεί σε εκείνες τις εικόνες, από τις μέρες που δεν θα ξεχάσουμε. ΄Όταν θα ξαναπάω στη Μύκονο θα τα θυμηθώ αυτά με τον Μπάμπη από τα ΄Αστρα. Τον Τελευταίο των Μοϊκανών.

Τέλος πάντων. ΄Όπως και νάχει, ακόμη και με τις αλλαγές της η Μύκονος, εξακολουθεί να παραμένει η βασίλισσα του ελληνικού καλοκαιριού. Οι παραλίες της παραμένουν από τις ωραιότερες στον κόσμο και αν κανείς θέλει να τις χαρεί χωρίς μεγάλη παρέα, δεν έχει παρά να ξυπνάει λίγο νωρίτερα, ή να μένει στην παραλία λίγο αργότερα. Και αν ζητάει οτιδήποτε σε σχέση με τη νυχτερινή διασκέδαση και την κοσμική ζωή θα το βρει. Η Μύκονος μέχρι και πριν είκοσι χρόνια ήταν δημοφιλής για δύο λόγους. Για τα υπέροχα τοπία και τις φανταστικές παραλίες της και για την «υπόσχεση» της ερωτικής ή απλώς σεξουσαλικής περιπέτειας.

Στη σημερινή εποχή η Μύκονος είναι δημοφιλής για άλλους λόγους. Το τοπίο δεν είναι πια ο πρώτος λόγος, με εξαίρεση εκείνους που εξακολουθούν να συχνάζουν, στον Άγιο Σώστη κυρίως, στην Κάπαρι, ή σε κάποιες παρόμοιες «δύσκολες» παραλίες. Για τους υπόλοιπους οι ξαπλώστρες έχουν αντικαταστήσει το τοπίο και ανάλογα με το πόσο κοντά είναι η ξαπλώστρα στο νερό, είναι και η οικονομική ή κοινωνική επιφάνεια των «ξαπλωμένων». Η Μύκονος έχει γίνει γίνει ο βασικός καλοκαιρινός προορισμός, των ανθρώπων του μεγάλου πλούτου και της μεγάλης «αναγνωρισημότητας». Εκεί που συχνάζουν αυτές οι δύο κατηγορίες ακολουθούν τα πολύ ωραία νέα κορίτσια και τα επίσης πολύ ωραία νέα αγόρια, που αναζητούν εκεί τη διέξοδο για να γίνουν ή μέλη του κλαμπ των πλουσίων ή του κλαμπ των αναγνωρίσημων, έστω και για λίγο. Οι πάρα πάνω κατηγορίες προσελκύουν τα περιοδικά «κοινωνικού προβληματισμού», όπως το μέλι προσελκύει τις μύγες, μια και αποτελούν το μόνο υλικό για τις σελίδες τους. Η συμπυκνωμένη δυναμική όλων των πάρα πάνω, προσελκύει ένα μεγάλο πλήθος κόσμου, που έρχεται να παρακολουθήσει όλα τα πάρα πάνω, έστω και από μακριά για να μπορεί να πει «ήμουν κι εγώ εκεί».

Γύρω στις έξι το απόγευμα, σαν να έχει ηχήσει μια αόρατη σάλπιγγα, όλοι οι πάρα πάνω αρχίζουν να φεύγουν μαζικά από τις παραλίες. Πρέπει να ξεκουραστούν, για να προλάβουν τη βραδινή έξοδο, ώστε να παρακολουθήσουν τη νυχτερινή «παράσταση» που δίνει αυτό το πανηγύρι της ματαιοδοξίας. Κατά τις εφτά το απόγευμα οι παραλίες έχουν σχεδόν αδειάσει και οι παραλίες της Μυκόνου γίνονται κατά κάποιο τρόπο έτσι όπως ήταν κάποτε. Το βράδυ, όταν πέσει το σκοτάδι, τα σπίτια που έχουν πλημμυρίσει το τοπίο, γίνονται μικρά φώτα. Όλα τελικά είναι θέμα ποσοτήτων. Όταν οι ποσότητες της αυξάνουν πέρα από ένα όρια, τότε η ποιότητα δεν είναι πια η ίδια.

To άρθρο ανήκει στην κατηγορία Society | Thesis και έχει tags: Μύκονος | 'Αρης Τερζόπουλος

Σχόλια

ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ...... ΛΕΕΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΟΠΟΙΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΧΕΙ ΖΗΣΗ ΤΗ ΜΥΚΟΝΟ ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΧΡΟΝΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΞΕΧΑΣΕΙ ΠΟΤΕ

Υποβολή νέου σχολίου

  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Επιτρεπόμενες ετικέτες HTML: <a> <em> <strong> <cite> <code> <ul> <ol> <li> <dl> <dt> <dd>
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.

Περισσότερες πληροφορίες για τις επιλογές μορφοποίησης

Except where other wise noted, content on this site is licensed under Creative Commons Attribution Noncommercial-Share Alike 3.0 Greece