Money
Όταν πάρουμε τη μίζα
Θα σε πάω στην Ιμπίζα
Το χρήμα, αυτό το μέτρο κρίσης, έχει την ικανότητα να μετατρέπει τους ανθρώπους σε αγρίμια, τους επιχειρηματίες σε απατεώνες και τους πολιτικούς σε λαμόγια.
Εκείνο το βράδυ πριν από κάμποσα χρόνια, την εποχή του Σημίτη, κάποια γνωστή κυρία, σύζυγος γνωστού επιχειρηματία, η οποία εκτός από την προσωπική της ανάπλαση, ασχολείται και με φιλανθρωπίες, έδινε δείπνο στη Μεγάλη Βρετανία, για τους σκοπούς του ιδρύματός της. Ήταν μαζεμένη όλη η καλή κοινωνία. Πρέσβεις ξένων δυνάμεων, υπουργοί και πολιτικοί όλων των κομμάτων, επιχειρηματίες – εκτός από τους «εχθρούς» του συζύγου- εκδότες, δημοσιογράφοι και διάφοροι άλλοι. Τότε είχαν αλλιώς τα πράγματα. Τώρα όταν πηγαίνει κανείς σε συγκεντρώσεις, όπου είναι μαζεμένος «όλος ο καλός ο κόσμος», φεύγοντας, ρίχνει και μια τελευταία ματιά, για να δει αν του λείπει το ρολόϊ του. Η καλή κοινωνία είχε πάντα αδυναμία στα καλά ρολόγια. Κι αν αυτό που φοράει δεν το πήρε από σένα, να είσαι σίγουρος ότι το πήρε από κάποιον άλλο. Τέλος πάντων εκείνο το βράδυ κύλησε ευχάριστα και όταν όλα τέλειωσαν, σηκώθηκαν όλοι να φύγουν, με αργό ρυθμό, μια και γνωστοί συναντιόταν με γνωστούς δημιουργώντας πηγαδάκια. Εκεί λοιπόν και καθώς ήταν όλοι μαζεμένοι, ο πρεσβευτής, μιας μεγάλης και γνωστής δύναμης και καθώς όλη η αίθουσα είχε δυνητικά την ικανότητα να τον ακούσει, απευθύνθηκε σε αντιπρόσωπο οπλικών συστημάτων που βρισκόταν στην αίθουσα και του φώναξε «πες στον Τάδε (είπε το μικρό όνομα γνωστού υπουργού) πως η δουλειά τέλειωσε! Τα πήραμε!». Ακόμη και ένας άσχετος θα μπορούσε να καταλάβει τι εννοούσε. Πολύ περισσότερο που σε εκείνη την αίθουσα βρίσκονταν και πολλοί σχετικοί. Θα μπορούσε επίσης ο οποιοσδήποτε να βγάλει και ένα άλλο συμπέρασμα. Πως αυτό το σύστημα, που ήταν δομημένο, σε νόμιμες προμήθειες και παράνομες μίζες, είχε γίνει τόσο αυτάρεσκο και απρόσεκτο, που κάποια στιγμή από κάποια σύμπτωση θα αποκαλύπτονταν. ΄Όπως και πραγματικά έγινε. Πόσο μαλάκας πρέπει να είναι κανείς για να φωνάξει, με άλλα λόγια, μέσα σε μια γεμάτη αίθουσα «εμείς είμαστε που τα παίρνουμε». Και από πάνω είχε κάνει και λάθος ο καλός πρεσβευτής. Δεν τα πήραν «εκείνα» τότε. Πήραν άλλα. Πως όμως αυτό το σύστημα, που λειτουργεί σε όλο τον κόσμο, έφτασε σε τέτοιο σημείο στην Ελλάδα, ώστε να έχει γίνει πια θέμα καθημερινής συζήτησης;
Όλα έχουν μια αρχή
Τον Οκτώβρη του 1981, όταν το Πασόκ έγινε για πρώτη φορά Κυβέρνηση, φέρνοντας τον «σοσιαλισμό» στην εξουσία, κανείς δεν μίλαγε για συγκεκριμένες περιπτώσεις διαφθοράς. Οι αριστεροί όμως ψηφοφόροι, ήταν σίγουροι, ότι το «κράτος της δεξιάς», όπως το αποκαλούσαν, ήταν διεφθαρμένο, μια και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, βρισκόταν στην εξουσία, σχεδόν συνεχώς, με κάποια μικρά διαλείμματα, όπως τα χρόνια της διακυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου στη δεκαετία του εξήντα. Οι ίδιοι οι «αριστεροί» ψηφοφόροι πίστευαν για τον εαυτό τους ότι ήταν απόλυτα ηθικοί, όπως και το κόμμα που τους εξέφραζε και πως με το Πασόκ στην εξουσία μια καινούργια περίοδος, πολύ πιο ηθική ξεκινούσε για την Ελλάδα. Οι ίδιοι μάλιστα ήταν περισσότερο τρομοκρατημένοι από όλους καθώς προφανώς, έτσι όπως λειτουργεί το συλλογικό ασυνείδητο, πίστευαν πως ήταν θέμα χρόνου το πότε θα στηθούν καρμανιόλες στην πλατεία Συντάγματος, για να κόβουν τα κεφάλια, όσων παρανομούσαν. Είχα συναντήσει εκείνη την εποχή ένα φίλο μου αρχιτέκτονα, που δούλευε σε κάποιο νησί, φανατικό Πασόκο, που ήταν τελείως τρομοκρατημένος, ακόμη και με τη ιδέα οποιασδήποτε πολεοδομικής παρανομίας. Ήταν και εκείνος τελείως σίγουρος, πως σε τέτοια περίπτωση αυτό που θα ακολουθούσε θα ήταν κάποια ελληνικού τύπου «Βαστίλλη», αυστηρή και άτεγκτη με τους παρανομούντες. Ήταν όμως και κάποιοι που ήταν κάπως επιφυλακτικοί. Που γνώριζαν πως η φύση του ανθρώπου δεν αλλάζει, ανεξάρτητα από κομματικές ταμπέλες. Αυτοί δηλαδή που γνώριζαν την απλή αλήθεια, πως το ένστικτο της επιβίωσης, ανήκει στα βασικά ένστικτα. Πράγμα που σημαίνει πως το ανθρώπινο ον θα κάνει οτιδήποτε για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του. Αυτό πριν από μερικές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια σήμαινε, πως αφ’ ενός μεν θα σκότωνε οτιδήποτε, αρκεί να αποτελούσε τροφή και αφ΄ ετέρου πως με κάθε τρόπο θα προσπαθούσε να αυξήσει την «περίμετρο ασφαλείας», να επεκτείνει την περιοχή, όπου μπορεί να κυκλοφορήσει και να σκοτώσει, χωρίς να απειλείται Στη σημερινή εποχή το ένστικτο επιβίωσης, σε σχέση με την καθημερινότητά μας, μια και δεν χρειάζεται να κυνηγάμε βουβάλια για να φάμε, έχει συμπυκνωθεί σε μια λέξη.
Τη λέξη «χρημα». Γιατί με το χρήμα πια αγοράζουμε ότι χρειάζεται για να φάμε και ότι χρειάζεται για τη διαμονή μας. Δηλαδή μια στέγη για να κοιμόμαστε. Στο χρήμα επίσης έχει συμπυκνωθεί και ο όρος «περίμετρος ασφαλείας». Όσο περισσότερα χρήματα έχουμε δηλαδή, τόσο περισσότερο αισθανόμαστε ασφαλείς, απέναντι στον κίνδυνο να μας «φάνε» κάποιοι άλλοι. Όσο περισσότερο ανασφαλής αισθάνεται κανείς τόσα περισσότερα χρήματα χρειάζεται να μαζεύει, γιατί κατά κάποιο ασυνείδητο τρόπο, νομίζει πως με τα χρήματα μπορεί να ξορκίσει την αρρώστια, τα γεράματα και το θάνατο. Όσο κανείς συσσωρεύει πλούτο και καθώς γίνεται αμέσως εμφανές, το πώς οι άνθρωποι, προσκυνάνε κυριολεκτικά τους πλούσιους, αναγνωρίζοντάς τους κοινωνικά σαν ένα είδος «ημιθέων», τόσο γεννιούνται στο ασυνείδητό του άλλα αρχέγονα ένστικτα. Καθώς οι πολύ πλούσιοι γνωρίζουν, πως οι υπόλοιποι απλοί «θνητοί», τους «λατρεύουν», πράγμα που σημαίνει πως επίσης τους μισούν και καθώς επίσης γνωρίζουν πως ο πλούτος που έχουν συσσωρεύσει δεν ανταποκρίνεται σε οποιοδήποτε είδος εργασίας, πράγμα που σημαίνει πως τα χρήματα που έχουν συσσωρεύσει πέρα από κάποιο όριο, κάποιοι άλλοι τα έχουν στερηθεί, το πρώτο συναίσθημα που γεννιέται είναι η ενοχή, απέναντι στους υπόλοιπους. Η ενοχή όμως δεν είναι «καθαρό» συναίσθημα. Είναι βασικά φόβος, που έχει όμως κάποιες συγκεκριμένες παραμέτρους, εξ αιτίας των οποίων αποκαλούμε αυτό το συγκεκριμένο φόβο «ενοχή». Οι ενοχές έχουν δύο συμπτώματα. Από τη μια μεριά κάνουν τους ανθρώπους να αισθάνονται αμυντικά και από την άλλη να αισθάνονται επιθετικά. Γι αυτό και οι πολύ πλούσιοι καταφεύγουν σε δύο διαμετρικά αντίθετες πρακτικές. Από τη μία επιδίδονται σε φιλανθρωπίες, γιατί με αυτό τον τρόπο είναι σαν να λένε στη μάζα που πεινάει «μην μας παρεξηγείτε, είμαστε κι εμείς καλοί άνθρωποι». Αυτό όμως δεν αρκεί. Και έτσι στο αντίθετο άκρο της φιλανθρωπίας, οι ίδιοι άνθρωποι, από την άλλη μεριά, με τρόπο που θα τον περιγράφαμε ως «σαδιστικό» ηδονίζονται με το να κάνουν όσο περισσότερους ανθρώπους μπορούν φτωχότερους, γιατί με αυτό τον τρόπο, υποθέτουν, έστω και λανθασμένα, πως αν κάνουν όλους τους υπόλοιπους ανθρώπου φτωχούς, οι ίδιοι δεν θα κινδυνεύουν. Ο όρος «απληστία» που είναι μια από τις σοβαρότερες διαχρονικά κοινωνικές αρρώστιες- οι άνθρωποι πάντα ήταν και πάντα θα είναι από τη φύση τους άπληστοι- δεν αρκείται στο να συσσωρεύει κανείς όσο περισσότερο πλούτο μπορεί. Θέλει επίσης να τον στερεί και από τους άλλους. «Δεν αρκεί να γίνομαι, όλο και πλουσιότερος. Θέλω συγχρόνως και εσύ να γίνεσαι όλο και φτωχότερος». Η δημιουργία φτωχών είναι για τους πολύ πλούσιους κάτι σαν σπορ. Θα έχετε πιθανόν δει σε κάποιες ταινίες, όπου οι αριστοκράτες, με τις επίσημες στολές τους, τα άλογα και τα σκυλιά, κυνηγάνε στα υπέροχα δάση που είναι ιδιοκτησία τους, λαγούς μπεκάτσες, αλεπούδες και άλλα ατυχή θηράματα. Το σπορ είναι συμβολικό.
Η σύγχρονη φεουδαρχία
Σε κάποιες, όχι και τόσο παλιότερες εποχές, το κοινωνικοπολιτικό σύστημα που είχε επικρατήσει, ήταν το σύστημα της φεουδαρχίας. Ο κάθε φεουδάρχης της εποχής είχε τη δική του «περίμετρο ασφαλείας» που τότε το αποκαλούσαν φέουδο. Το έμβλημα της εξουσίας του κάθε φεουδάρχη, ήταν ο πύργος του, το μέρος που αισθανόταν απόλυτα ασφαλής. Για να διατηρεί την εξουσία του ο κάθε φεουδάρχης χρειαζόταν ένα μικρό ή μεγαλύτερο στρατό, που έπρεπε βέβαια να τον πληρώνει. Τα χρήματα για να πληρώνει το στρατό του, ο κάθε φεουδάρχης είχε τους «υπηκόους» του, που τους έλεγαν και δουλοπάροικους, που καλλιεργούσαν τις εκτάσεις που διέθετε ο φεουδάρχης και γενικά έκαναν και κάθε άλλη απαραίτητη δουλειά. Σε αντάλλαγμα όλων αυτών, είχαν κάπου να μείνουν και κάτι να φάνε και προστασία βέβαια, από κάθε είδους εχθρούς που καραδοκούσαν, όπως οι αντίπαλοι φεουδάρχες, ληστές και άλλοι. Μία από τις αγαπημένες συνήθειες των φεουδαρχών, ήταν το να εγκρίνουν κάθε γάμο που γινόταν στην επικράτειά τους. Αν η νύφη τους άρεσε ιδιαίτερα, τότε την δοκίμαζαν οι ίδιοι για όσο διάστημα τους άρεσε και μετά την παρέδιδαν στον υποψήφιο γαμπρό εγκεκριμένη από κάθε άποψη. Ο δημόσιος αυτός εξευτελισμός δεν είχε μόνο σεξουαλικά κίνητρα, αλλά και «πολιτικά». Εάν ένας άνδρας ανεχόταν αυτόν τον καίριο εξευτελισμό, πολύ δύσκολα θα σήκωνε κεφάλι στο μέλλον. Κάθε απόπειρα αντίστασης, όπως είναι εύκολα κατανοητό, συνήθως είχε για τιμωρία το θάνατο. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν αλλάξει πολλά πράγματα και αυτό ήταν ένα κέρδος του πολιτισμού. Η φεουδαρχία έχει καταργηθεί και το σύστημα κυρίως στη Δύση, αλλά και αλλού είναι οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις. Παρ΄ όλα αυτά όμως κάποια γνωρίσματα της φεουδαρχίας έχουν μείνει ζωντανά. Οι πολύ πλούσιοι δεν έχουν κάποιο μέρος της επικράτειας που να τους ανήκει, έχουν όμως τόσο πλούτο, που σε αναλογία θα ισοδυναμούσε με ένα μεγάλο κομμάτι γης. Οι εκτάσεις που καλλιεργούν δεν είναι «φυσικές» εκτάσεις, αλλά τομείς δραστηριότητας, της οποίας η δική τους δραστηριότητα, σε κάθε κράτος ισοδυναμεί με ένα συγκεκριμένο ποσοστό, που αποτελεί το φέουδό τους.
Λέμε σήμερα για παράδειγμα πως η τάδε εταιρία κατέχει τόσο ποσοστό του συνολικού τζίρου των γαλακτοκομικών προϊόντων. Αυτό το ποσοστό του τζίρου είναι το σύγχρονο φέουδο του κάθε επιχειρηματία. Οι σύγχρονοι «φεουδάρχες» δεν έχουν δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω σε κανένα, αλλά θεωρητικά, εάν παραστεί ανάγκη ας πούμε, ένας πολύ πλούσιος έχει πολύ περισσότερες δυνατότητες να σκοτώσει έναν φτωχό, παρά το αντίθετο. Για να γίνει μάλιστα αυτό ακόμη δυσκολότερο, οι πολύ πλούσιοι, ακόμη και οι αρκετά πλούσιοι, έχουν και έναν αριθμό σωματοφυλάκων για να τους προστατεύει. Επίσης στη σημερινή εποχή οι πολύ πλούσιοι δεν δοκιμάζουν τις υποψήφιες συζύγους των υπαλλήλων τους φερ΄ ειπείν για να τις εγκρίνουν. Αλλά θεωρητικά πάλι και με κάποιο κόστος, το θέμα θα μπορούσε να ισχύσει. Το ζήτημα αυτό είχε θίξει με αρκετή οξυδέρκεια η ταινία Indiscent Proposal με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Στην ταινία αυτή ο εκατομμυριούχος Ρόμπερτ Ρέντφορντ, προτείνει στον Γούντυ Χάρελσον, ο οποίος αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, να περάσει μια νύχτα με την Ντέμι Μουρ που υποδύεται τη σύζυγο του Χάρελσον και σε αντάλλαγμα να του δώσει ένα εκατομμύριο δολάρια, ώστε να ξεπεράσει τα προβλήματά του. Στα περισσότερα ζευγάρια που είχαν δει την ταινία, το θέμα είχε γίνει αντικείμενο συζήτησης. «Εσύ θα με έδινες για ένα εκατομμύριο» δολάρια ήταν η συνηθισμένη ερώτηση των θηλέων προς τους άρρενες. Αν και οι περισσότεροι θα απαντούσαν «όχι» φυσικά, εν τούτοις κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με σιγουριά αν δεν αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Το ότι πολλοί θα έδιναν τις συζύγους τους ακόμη και τζάμπα προκειμένου να τις ξεφορτωθούν ή και αντιστρόφως, είναι ένα άλλο θέμα. Επίσης το ότι πολλοί φτωχοί σήμερα έχουν την δυνατότητα να κοιμηθούν με τη σύζυγο ενός πολύ πλούσιου «φεουδάρχη», αρκεί να είναι ωραίοι και νέοι φυσικά, είναι επίσης ένα άλλο θέμα και αυτό οφείλεται στα ήθη της εποχής, στην απελευθέρωση των γυναικών και στο ότι εν πάση περιπτώσει και οι γυναίκες των πλούσιων συζύγων προτιμούν το κούτελο του συζύγου τους να έχει την ίδια διακόσμηση με το δικό τους. Αυτά μπορεί να φαίνονται και λίγο αστεία, αλλά το μόνο που δείχνουν είναι την τεράστια δύναμη του χρήματος να αγοράζει σχεδόν τα πάντα. Για να το καταλάβετε ακόμη καλύτερα πέστε μου πόσες όμορφες και νέες γυναίκες έχετε δει να παντρεύονται άσχημους και ηλικιωμένους άστεγους.
Οι ευθύνες της «αριστεράς»
Όπως είπαμε πάρα πάνω λοιπόν, όταν το Πασόκ κατέκτησε την εξουσία το 1981, πολλοί υπέθεσαν ότι είχε έρθει η ώρα της ηθικής «αριστεράς». Και πραγματικά εκείνη την εποχή ο Ανδρέας είχε την συναρπαστική ευκαιρία να φτιάξει μια καινούργια πιο ορθολογική Ελλάδα, καθώς τα πολλά χρόνια της «δεξιάς» στην εξουσία, την είχαν παρακμάσει φυσιολογικά. Υπήρχε ένα μεγάλο «αλλά», όμως. Τα «σοσιαλιστικά» κόμματα που είχαν ιδρυθεί στην δυτική Ευρώπη στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, δεν ήταν παρά ένα μεγάλο παραμύθι. Η κύρια αποστολή τους ήταν να ελέγξουν τις μεγάλες λαϊκές μάζες, που είχαν κλίση προς τα αριστερά. Επειδή όμως και αυτοί που νομίζουν πως είναι κατά βάση «αριστεροί» δεν είναι παρά αστοί, που απλώς δεν έχουν πολλά χρήματα, το παιχνίδι ήταν ουσιαστικά ασφαλές. Πολύ περισσότερο μάλιστα καθώς εκείνοι που έχουν πολλά χρήματα και λένε πως είναι «αριστεροί», δεν είναι παρά απλώς απατεώνες. Δεν έχετε παρά να αναλογιστείτε τους απατεώνες κεφαλαιοκράτες που υποτίθεται πως διευθύνουν «αριστερά» συγκροτήματα μέσων ενημέρωσης. Με την κατάκτηση της εξουσίας σε πολλά κράτη της Ευρώπης στη δεκαετία του ογδόντα, εκείνο που έκαναν στην πραγματικότητα οι Ευεωπαίοι μικρο- και μεσο-αστοί, ήταν να δίνουν ένα άλλοθι «επαναστατικότητας στον εαυτό τους, παρ’ όλο που όλα τα «σοσιαλιστικά» κόμματα που κατέκτησαν την εξουσία στην δυτική Ευρώπη ασκούσαν σαφώς κεντροδεξιά πολιτική. Παρ’ όλα αυτά ο Ανδρέας εκείνη την εποχή, είχε μια μεγάλη ευκαιρία να φτιάξει ένα δικαιότερο κράτος, όπου τουλάχιστον οι απατεώνες πολιτικοί και οι απατεώνες επιχειρηματίες να κλέβουν με κάποιο λογικό μέτρο. Ο Ανδρέας όμως είχε άλλα πράγματα στο μυαλό του εκείνη την εποχή. Η κύρια «αποστολή» του Ανδρέα ήταν να διαλύσει τα ποσοστά του ΚΚΕ και αυτό το πέτυχε εύκολα με το να καπηλευτεί όλα τα συνθήματα της τραγικά καθυστερημένης «αριστεράς» του ΚΚΕ. Εξ άλλου τόσο οι εντολές της Ουάσινγκτον όσο και της Μόσχας, ήταν σαφείς.
Το Σύμφωνο της Γιάλτας βρισκόταν ακόμη σε ισχύ. Υπήρχαν βέβαια και κάποιο άλλοι που καιροφυλακτούσαν γιατί αφού είχαν δει πόσο εύκολα η μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων είχε χάψει το σενάριο πως ο Ανδρέας, ήταν αριστερός, σοσιαλιστής και αντιαμερικανός, θα μπορούσε στο εξής να χάψει τα πάντα. Και όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια είχαν απόλυτο δίκαιο. Όταν ο Ανδρέας και οι Υπουργοί του βρέθηκαν στην εξουσία, εκείνο που θύμιζαν περισσότερο από όλα, ήταν τον Αλή Μπαμπά και τους Σαράντα Κλέφτες, όταν βρέθηκαν στη σπηλιά με τους αμύθητους θησαυρούς της Βαγδάτης. Ήταν φυσιολογικό οι άπειροι στα διοικητικά θέματα Υπουργοί του Πασόκ, να μην είχαν φανταστεί ούτε και στα πιο τρελά όνειρά τους, ότι θα βρίσκονταν ποτέ σε θέση να διαχειρίζονται λίγο πολύ ανεξέλεγκτα τέτοια αμύθητα ποσά. ΄Ηταν η εποχή που είχαν αρχίσει να καταφθάνουν και τα πακέτα της τότε ΕΟΚ, οπότε η Ελλάδα έγινε ένας πολύ ελκυστικός τόπος για κάθε λογής απατεώνες. Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων.
Ωστόσο το μόνο που φοβόντουσαν οι Υπουργοί του Πασόκ, ήταν τον ίδιο τον Ανδρέα, για τον οποίο διατηρούσαν ένα είδος μεταφυσικού φόβου μέχρι και μετά το θάνατό του. Το σύνθημα για τη λαφυραγώγηση του κράτους ήρθε με εκείνο το περίφημο «είπαμε να κάνει ένα δωράκι στον εαυτό του, αλλά όχι και πεντακόσια εκατομμύρια» -σε δραχμές τότε εννοείται. Μια φράση που αποδόθηκε στον Ανδρέα. Πολλοί λένε πως ο Ανδρέας δεν είπε ποτέ αυτή τη φράση, αλλά αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία. Αφού η σχετική είδηση γράφτηκε στα μέσα ενημέρωσης και δεν διαψεύστηκε ποτέ, είναι το ίδιο. Αν ένα δωράκι λοιπόν ισούται με πεντακόσια εκατομμύρια, με πόσα δισεκατομμύρια ισούται ένα πραγματικό δώρο; Από εκεί και πέρα το πράγμα άρχισε να βγαίνει εκτός ελέγχου. Στη δεύτερη τετραετία του Πασόκ, από τη στιγμή που ο Ανδρέας έχασε το μυαλό του μέσα στα πλούσια στήθη της Μιμής τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν πολύ χειρότερα. Στη διάρκεια της Οικουμενικής το πράγμα συστηματοποιήθηκε. Το κράτος, με τις ευλογίες όλων των τότε πολιτικών παρατάξεων, χωρίστηκε σε κύριους τομείς μεγάλων λογαριασμών, εξοπλισμοί, τηλεπικοινωνίες, πετρέλαια, δημόσια έργα κ.λ.π., οι οποίοι ανατέθηκαν σε συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, για να το λαφυραγωγήσουν, δίνοντας και στους πολιτικούς φίλους τους , την ανάλογη προμήθεια. Έτσι η ιδιότητα του Υπουργού, Υφυπουργού κ.λ.π. έγινε ένας επαγγελματικός προσανατολισμός, με μεγάλη οικονομική σπουδαιότητα. Την περίοδο Μητσοτάκη, με τον ΟΤΕ, την Ίντρακομ και τον Κόκκαλη, άστην για τώρα. Θα τη δούμε σε λιγάκι που θα ξανάρθει στην επικαιρότητα. Την περίοδο 93-96 την αφήνουμε κι αυτή προς στιγμήν μια και δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία. Η περίοδος Σημίτη, χαρακτηρίστηκε, από την διασπορά της εξουσίας, όπου ο κάθε υπουργός έκανε περίπου ότι ήθελε στο υπουργείο του και της οποίας η άκρη του παγόβουνου έχει αρχίσει μόλις τώρα να διακρίνεται με τις αποκαλύψεις για τη Ζήμενς, που δεν είναι παρά μία παράμετρος σε ένα πολύ μεγαλύτερο σύνολο. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου, ήταν η ομερτά και η συγκάλυψη των πάντων που οδήγησε και σε πλήρη ατιμωρησία. Η ατιμωρησία ήταν ο κύριος λόγος, που η απληστία απέκτησε ταχύτητες καλπασμού. Ο μόνος τρόπος, για να γίνουν οι άνθρωποι περισσότερο ηθικοί, είναι ο φόβος. Όταν δεν υπάρχει ο φόβος της τιμωρίας, οι κακοί χαρακτήρες γίνονται ασυγκράτητοι. Η διαφθορά πήρε διαστάσεις πανδημίας και όπως ήταν φυσικό το τόσο απροκάλυπτο παράδειγμα των ανθρώπων της εξουσίας, μεταφέρθηκε σε όλο το κοινωνικό σώμα. Η διαφθορά και η απληστία έγιναν τρόπος ζωής. Ο καθ’ ένας κλέβει εφ’ όσον του δίνεται η δυνατότητα. Το ότι η διαφθορά θα διαχεόταν σε ολόκληρη την κοινωνία ήταν και αναμενόμενο, αλλά και σωστό. Όπως τα παιδιά ακολουθούν κατά κανόνα το γονεϊκό παράδειγμα, έτσι και οι πολίτες ακολουθούν το παράδειγμα της εξουσίας. Υπάρχει βέβαια μια σημαντική διαφορά. Οι πολίτες ή οι μικρού βεληνεκούς κρατικοί υπάλληλοι, που αποκαλύπτονται πηγαίνουν φυλακή. Αντιθέτως οι «μεγάλοι» κλέφτες, έστω κι αν αποκαλυφτούν ως τώρα τουλάχιστον, οι υποθέσεις τους πήγαιναν στο αρχείο.
Τι γίνεται τώρα;
Η κατάκτηση της εξουσίας από τη Νέα Δημοκρατία και τον Κώστα Καραμανλή από το 2004 μέχρι και σήμερα, συνέπεσε με τις αποκαλύψεις για το σκάνδαλο της Ζήμενς. Βλέποντας με πόσο αργούς ρυθμούς προχωράει η διερεύνηση της υπόθεσης, τη στιγμή που οι αποκαλύψεις είναι παγκοσμίως γνωστές από τη εξέλιξη της αντίστοιχης δίκης στη Γερμανία, ο καθ’ ένας έχει το δικαίωμα να συμπεράνει, ότι αν οι Αμερικανοί δεν είχαν αποκαλύψει την υπόθεση εξ αιτίας του ότι έχασαν από τη Ζήμενς μια τόσο μεγάλη δουλειά, τίποτα δεν θα είχε έρθει στην επιφάνεια από πρωτοβουλία των ελληνικών αρχών. Όλα θα είχαν κουκουλωθεί και πάλι κατά το ισχύον σύστημα. Ο Κώστας Καραμανλής που ήρθε στην εξουσία με σύνθημα τον πόλεμο κατά της διαφθοράς, θα φορτωθεί ο ίδιος προσωπικά κάθε εξέλιξη αυτής της υπόθεσης, που δεν θα έχει το σωστό τέλος. Δηλαδή το να καταλήξουν πολλοί στη φυλακή. Αλλά για να υπάρξει τέτοια εξέλιξη χρειάζονται δυο πράγματα, πρώτον να την επιθυμεί ο Καραμανλής και δεν δεύτερον, ακόμη και να τη θέλει να μπορεί να την πραγματοποιήσει. Κι ακόμη , παρά τη ρητορική, δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις, ούτε για το ένα, ούτε για το άλλο. Πολλοί νομίζουν πως παρ’ όλα αυτά που διακυβεύονται και πάλι η υπόθεση θα κουκουλωθεί. Αντικειμενικά αυτό, αυτή τη φορά είναι δύσκολο να συμβεί. Και αυτό γιατί ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Το οποίο σημαίνει ότι οι αντιδράσεις δεν ελέγχονται, όταν υπάρχουν τόσο προκλητικά παραδείγματα. Η περίοδος αυτή είναι ιδιαίτερα τραυματική κοινωνικά και το τι θα δημιουργήσουν αυτά τα τραύματα στο μέλλον, είναι δύσκολο να προβλεφτεί. Άλλο, η κοινωνία να νομίζει πως «όλοι τα παίρνουν» και άλλο αυτό να αποδεικνύεται και να ομολογείται δημοσίως. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι ότι το πολιτικό σκέλος της διαφθοράς, γνωρίζοντας το ποιόν του, έχει προβλέψει και καθεστώς ατιμωρησίας για τα μέλη του, με αυτό το μνημείο κυνικότητας, το γνωστό νόμο «περί ευθύνης Υπουργών», που ουσιαστικά παραγράφει τα οικονομικά εγκλήματα, όταν γίνονται από Υπουργούς. Να πως η φεουδαρχία είναι ακόμη ζωντανή. Το μόνο που μένει για να αναβιώσει εκείνη η λαμπρή εποχή, είναι και ένας νόμος που να επιτρέπει στους Υπουργούς να βιάζουν τις γυναίκες μας και να μας σκοτώνουν, αν το κρίνουν σκόπιμο. Οι διάφοροι βουλευτές που εμφανίζονται εδώ και εκεί αυτό τον καιρό, αν δεν έχουν χάσει τελείως τη δυνατότητα του συμπεραίνειν θα έχουν διαπιστώσει την επιφύλαξη, ή ακόμη και την εχθρότητα με την οποία τους αντιμετωπίζει το κοινό. Πολλοί υποστηρίζουν πως αν αυτός ο νόμος δεν αλλάξει σύντομα, από το φθινόπωρο πολλοί θα υποδέχονται τους βουλευτές με ντομάτες και αυγά. Πράγμα που αν συμβεί θα έπρεπε να γίνεται με κάποια περίσκεψη, λόγω της ακρίβειας στις τιμές των αυγών και της ντομάτας. Αλλά η αφοπλιστική αφέλεια των πολιτικών δεν σταματάει εδώ. Στα μέσα Ιουλίου η Αλέκα Παπαρήγα, σε μια άλλη συνέντευξη μνημείο, παραδέχτηκε με εκείνο το αμίμητο στυλ που της δίνουν τα γυαλιά που φοράει σε συνδυασμό με την έκφραση του προσώπου της πως «αν μας τα δίνανε, θα τα παίρναμε» και πως με κανένα τρόπο δεν θα δώσει τα οικονομικά του κόμματός της στη δημοσιότητα.
Είναι φανερό πως οι πολιτικοί, ως άνθρωποι και ως πολίτες αυτής της χώρας, έχουν καταφέρει να κάνουν την υπέρβαση, την οποία για χρόνια προσπαθούν ανεπιτυχώς οι γιόγκι στην Ινδία, χάρη στην οποία καταφέρνουν να ζουν σε άλλον πλανήτη, ενώ συγχρόνως βρίσκονται μπροστά μας. Τη στιγμή που η Αλέκα έλεγε αυτά που έλεγε, προφανώς ένα μέρος της περιπλανιόταν στο Άλφα του Κενταύρου. Αλλά πώς να την κατακρίνει κανείς. Οι κομματικοί μηχανισμοί, είναι μαθημένοι τόσα χρόνια να κινούνται με μαύρο χρήμα. Και είναι οι ίδιοι άνθρωποι, που υποτίθεται πως μας διδάσκουν πώς να γίνουμε σωστοί και καλοί πολίτες. Για να μην τα πολυλογούμε, μια μεγάλη παρέα, ασύδοτα διεφθαρμένων ανθρώπων, κάνουν κουμάντο. Πολιτικοί , επιχειρηματίες, κρατικοί, υπάλληλοι, εκδότες, δημοσιογράφοι και όποιος άλλος προσληφθεί στο σύστημα. Αν το σκάνδαλο μόνο της Ζήμενς, ξεπέρασε τα 100 εκατομμύρια ευρώ, πόσο είναι το συνολικό ποσό, που έχει πάει, σε μίζες τα τελευταία είκοσι χρόνια; ΄Ένα δις ευρώ; Δέκα δις ευρώ; Είκοσι; Ποιος να ξέρει; Πάρα πολλοί από αυτούς που βλέπετε, στις κοσμικές στήλες, των εφημερίδων και των περιοδικών, όπως και των παράθυρων της τηλεόρασης, είναι μέλη αυτής της ωραίας συμμορίας. Πώς να τους ανταμείψουμε για τον κόπο τους; Χμ..Εν πάση περιπτώσει, το φθινόπωρο είναι κοντά. Κάτι θα σκεφτούμε μέχρι τότε.
Και προσοχή. Αν σας καλέσουν σε καμιά δεξίωση με «καλό κόσμο», καλύτερα αφήστε το ρολόϊ στο σπίτι.
Video 'MONEY' Pink Floyd
Lyrics 'MONEY' Pink Floyd
Money, get away
Get a good job with more pay and your O.K.
Money it's a gas
Grab that cash with both hands and make a stash
New car, caviar, four star daydream,
Think I'll buy me a football team
Money get back
I'm all right Jack keep your hands off my stack.
Money it's a hit
Don't give me that do goody good bullshit
I'm in the hi-fidelity first class traveling set
And I think I need a Lear jet
Money it's a crime
Share it fairly but don't take a slice of my pie
Money so they say
Is the root of all evil today
But if you ask for a rise it's no surprise that they're
giving none away
"HuHuh! I was in the right!"
"Yes, absolutely in the right!"
"I certainly was in the right!"
"You was definitely in the right. That geezer was cruising for a bruising!"
"Yeah!"
"Why does anyone do anything?"
"I don't know, I was really drunk at the time!"
"I was just telling him, he couldn't get into number 2. He was asking
why he wasn't coming up on freely, after I was yelling and
screaming and telling him why he wasn't coming up on freely.
It came as a heavy blow, but we sorted the matter out"
Title of block #2
arg(1)=113
arg(2)=
Τελευταία άρθρα στα blogs
- Nicholas Kirkwood Fall/Winter 2011-12
- Το ημερολόγιο μιας έφηβης
- Smell Me! Αρώματα Χειμώνας 2011-2012
- Τεχνόπολις και Λευκός Πύργος "ντύνονται" στα...ροζ!
- George Clooney...ο καρδιοκατακτητής!
- Η έκθεση φωτογραφίας του Antonio Banderas στην Αθήνα!
- H Beyonce είναι τελικά έγκυος?
- Μια superstar και ένα Fiat 500...!!
- Dukas@Paris
- Ο Μύθος του Οσάμα Μπιν Λάντεν
.
Τελευταία σχόλια στο KLIK
- 1 of 361
- ››


1995-2010 
Σχόλια
Υποβολή νέου σχολίου