Το πανηγύρι της ματαιοδοξίας
Αν έχετε δυσκολίες στο να προσδιορίσετε το «εγώ» σας, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να το «αγοράσετε».
Με τον Αντώνη γνωριζόμαστε σχεδόν από παιδιά. Τελειώσαμε το δημοτικό σε διαφορετικά σχολεία , αλλά στο γυμνάσιο ήμασταν συμμαθητές. Σε ένα ιδιωτικό σχολείο για «μεσαία εισοδήματα». Και στη Νομική μπήκαμε μαζί. ΄Ετσι η φιλία μας διατηρήθηκε για πολλά χρόνια, αν και από καιρό είχαμε πάψει να μένουμε στην ίδια γειτονιά. ΄Ηταν όταν πια είχαμε τελειώσει και την πρακτική μας εξάσκηση, που για πρώτη φορά κατάλαβα τη μεγάλη φιλοδοξία του να «ανέβει» κοινωνικά. Τότε δεν ήταν τα λεφτά που τον ενδιέφεραν, ή τουλάχιστον έτσι έλεγε. Ο Αντώνης διψούσε για «αναγνώριση». Εγώ ίσως γιατί ήμουν αρκετά νέος ακόμη, ή γιατί οι εποχές ήταν ακόμη αλλιώτικες , δεν είχα ακόμη μεγάλες φιλοδοξίες. ήθελα να πετύχω στη δουλειά μου, στη δικηγορία, αλλά μου αρκούσε μια κανονική καριέρα. Μου άρεσαν επίσης και οι γυναίκες, όπου και σημείωνα κάποιες καλές επιτυχίες κι έτσι μια και η δικηγορική μου καριέρα εξελισσόταν φυσιολογικά, δεν σκοτιζόμουν και πολύ για το μέλλον. Τότε, στις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα, είχα προσέξει πως ο Αντώνης φορούσε παπούτσια με λίγο μεγαλύτερα τακούνια, από το κανονικό, έτσι ώστε το ύψος του να φτάνει το 1,72. Ακόμη δεν είχα καταλάβει πως αυτό το γεγονός, το ότι δηλαδή του έλειπε κάποιο ύψος, θα επηρέαζε την ψυχολογία του. Ο Αντώνης ασκούσε κι αυτός τη δικηγορία, αλλά είχε αρχίσει κιόλας να αναζητεί άλλες διεξόδους, περισσότερο επιχειρηματικές, που θα του επέτρεπαν να «ανέβει» ψηλά, να «γίνει κάποιος» όπως έλεγε. Μετά από λίγα χρόνια είχαμε παντρευτεί και οι δύο. Ο Αντώνης παρά τη ματαιοδοξία, από την οποία φαινόταν να υποφέρει, δεν ήταν προικοθήρας. Παντρεύτηκε μια κοπέλα, αρκετά «κυβικά», κάτω από τα δικά του , σε οικονομική και κοινωνική εμβέλεια, την Έλενα. Η Έλενα δεν ήταν άσχημη κοπέλα, αλλά δεν θα μπορούσες να την πεις και όμορφη. Δηλαδή για τα δικά μου γούστα, θα μπορούσα άνετα να είχα περάσει ακόμη και δύο βραδιές μαζί της. Ο Αντώνης την παντρεύτηκε, μια και το γούστο του καθ’ ενός είναι δική του υπόθεση και όπως αποδείχτηκε και στη συνέχεια ήταν και παραμένουν μάλλον ταιριαστό ζευγάρι. Ίσως να ταίριαζαν και οι ματαιοδοξίες τους.
Εκείνη την εποχή ο Αντώνης είχε σχεδόν εγκαταλείψει τελείως τη δικηγορία, μια και οι επιχειρηματικές του βλέψεις, είχαν αρχίσει να αποδίδουν και όπως αποδείχτηκε είχε και κάποιο ταλέντο στις επιχειρήσεις. Σιγά σιγά τα οικονομικά του πήγαιναν όλο και καλύτερα και αυτό μέσα στη διάρκεια μιας πενταετίας είχε αρχίσει να φαίνεται και στον τρόπο της ζωής του Τα πρώτα τέτοια σαφή δείγματα της οικονομικής του ανόδου, φάνηκαν και από το σπίτι στην Κηφισιά και από τα τρία αυτοκίνητα, δύο τζιπ και μία Τζάγκουαρ. Μετά ήρθαν οι Φιλιπινέζες, μαζί με τα δυο παιδιά που είχε κάνει εν τω μεταξύ και το σπίτι στη Μύκονο. Στην αρχή νοίκιαζε στη Μύκονο, αλλά μετά έφτιαξε ένα δικό του κοντά στον Τούρλο, με ωραία θέα και καμιά τριακοσαριά μέτρα, το σπίτι και βέβαια μια πισίνα, πιο μεγάλη κι από αυτή που είχε στην Κηφισιά. Λίγο χαζή επένδυση, μια και το να συντηρείς ένα σπίτι 300 τετραγωνικών στη Μύκονο, έχει δυσανάλογα μεγάλο κόστος σε σχέση με τις είκοσι μέρες άντε ένα μήνα που συνολικά ο Αντώνης, θα περνούσε κάθε χρόνο στο νησί. Αλλά ένα σπίτι στη Μύκονο είχε γίνει κάποιου είδους “must” , για την καινούργια γενιά των νεόπλουτων επιχειρηματιών. Κατανοητές συμπεριφορές, του εντελώς προβλέψιμου νεοπλουτισμού. Συγχρόνως είχε αρχίσει να αλλάζει και συμπεριφορά του Αντώνη. Είχε αρχίσει να γίνεται πολύ αυταρχικός με τους υπαλλήλους του, αγενής κοινωνικά, ενώ το μόνο που έμοιαζε να τον νοιάζει στις συζητήσεις ήταν το χρήμα, οι επιχειρήσεις και οι επενδύσεις, όπως και η με κάθε τρόπο προβολή της επιτυχίας του. Χωρίς να το καταλάβει είχε αρχίσει να γίνεται αντιπαθής. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε όμως με την είσοδο της εταιρείας του στο Χρηματιστήριο. Τότε λίγο πριν από το 2.000 πρέπει να μάζεψε από τη χρηματιστηριακή αύξηση κεφαλαίου της εταιρείας του γύρω στα 6 δις (σε δραχμές) τότε, ενώ η χρηματιστηριακή αξία της εταιρείας του πρέπει αν θυμάμαι καλά πρέπι να πλησίαζε τα 100 δις (σε δραχμές πάλι). Για ένα παιδί ταπεινής συνοικιακής καταγωγής, αυτή η τόσο απότομη άνοδος, πρέπει να έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της ψυχολογίας του. Ήταν τότε που προσέλαβε σωματοφύλακες, που τον ακολουθούσαν σχεδόν παντού και στις επιχειρηματικές και στις βραδινές εξόδους για φαγητό, με τους καινούργιους φίλους του καινούργιου του κύκλου. Ήταν φανερό ότι είχε αρχίσει να αποκτά το λεγόμενο «Σύνδρομο του Ναπολέοντα». Το ντύσιμο, η αναίτια επιθετική συμπεριφορά σε επιχειρηματικό επίπεδο και προσωπικό επίπεδο, είχαν γίνει το σήμα κατατεθέν της συμπεριφοράς του, αλλά το συνολικό θέαμα ήταν μάλλον κωμικό. Πολύ συχνά όταν βρισκόμασταν πια και με κάποιους από τους παλιούς φίλους, μας άρεσε να τον βάζουμε στην πρίζα, για να μας εξιστορεί τα κατορθώματά του, μια και το θέαμα ήταν διασκεδαστικό. Του ήταν προφανώς αδύνατο να καταλάβει πως τον δουλεύαμε. Η έπαρση τον είχε κάνει να αρχίσει να χάνει την επαφή του με την πραγματικότητα.
Τώρα πια, εκείνο που τον ενδιέφερε περισσότερο, δεν ήταν μάλλον το να αποκτήσει περισσότερα χρήματα, αλλά το πώς να τα επιδείξει. Πολύ συχνά αυτό είναι η αρχή του τέλους. Ο Πλούτος είναι περίεργος σύμβουλος, αλλά οι περισσότεροι παρασυρμένοι από τη σαγήνη του, δεν καταλαβαίνουν πόσο έχουν παρασυρθεί σ’ αυτό το δρόμο που έχει πολλές επικίνδυνες στροφές. Το πιο κωμικό στη συμπεριφορά του Αντώνη ήταν η καινούργια του συνήθεια και χαρακτηριστική για τους νεόπλουτους. Το κάπνισμα του πούρου. Ο Αντώνης ποτέ δεν κάπνιζε, αλλά το πούρο είχε άλλους συμβολισμούς. Επειδή τα πούρα είναι μια ακριβή συνήθεια, το να καπνίζεις πούρο βασικά αποδεικνύει ότι έχεις λεφτά, ή ότι θέλεις οι άλλοι να νομίζουν πως έχεις λεφτά. Όπως και να έχει το να καπνίζεις πούρο δημόσια σημαίνει πως θέλεις να επιδείξεις αυτή τη συνήθεια. Επίσης επειδή το πούρο ενοχλεί σε κλειστούς χώρους, σημαίνει ότι το να το επιδεικνύεις, είναι για σένα σημαντικότερο από το να ενοχλείς τους άλλους. Οι αληθινοί καπνιστές του πούρου, το καπνίζουν στο γραφείο του σπιτιού τους ας πούμε. Οι άλλοι απλώς κάνουν επίδειξη. Με τον Αντώνη το θέμα ήταν ιδιαίτερα αστείο. Το πούρο από αισθητική άποψη, δεν ταιριάζει στους κοντούς ανθρώπους. Ταιριάζει σε υψηλούς , μεγαλόσωμους και ευτραφής άνδρες Το κάπνισμα του πούρου είναι ένα «δικαίωμα» που ή το κατακτάς ή γίνεσαι απλώς γελοίος. Ο Όρσον Ουέλες για παράδειγμα είχε το «δικαίωμα» να καπνίζει πούρο.Ή ο Ουΐνστον Τσώρτσιλ ή ο Τσε Γκεβάρα. Και βέβαια πάρα πολύ άλλοι. Σε κάποιους άλλους δεν ταιριάζει καθόλου. Κάνει μια γελοία παραφωνία. Αλλά και κάτι άλλο. ΄Ετσι όπως οι περισσότεροι βάζουν και βγάζουν το πούρο στο στόμα γέρνοντας χαρακτηριστικά και το κεφάλι τους πίσω, μάλλον δεν καταλαβαίνουν πια εικόνα εισπράττουν συμβολικά όσοι τους βλέπουν. Την εικόνα ενός άντρα που θα ήταν ικανός να κάνει ακόμη και τσιμπούκια για να πλουτίσει.
Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν θα προτιμούσε να είναι φτωχός, αν ήταν στο χέρι του να το αλλάξει. Όλοι θα θέλαμε να είχαμε μια οικονομικά καλή ζωή αν μπορούσαμε. Δυστυχώς όμως για τους συντριπτικά περισσότερους, αυτό το όνειρο για μια καλύτερη ζωή, για την εξασφάλιση των παιδιών μας κ.λ.π. μένει για πάντα όνειρο. Αν για τους φτωχούς ο πλούτος αποτελεί ένα όνειρο για τους πλούσιους η ιδέα της φτώχειας αποτελεί έναν εφιάλτη. Τα παραδείγματα των επιχειρηματιών που αυτοκτόνησαν, όταν κάποια στιγμή καταστράφηκαν είναι πάρα πολλά. Για τον πλούσιο άνθρωπο, η εικόνα της απελπιστικής ομοιομορφίας που προκαλεί η φτώχεια, είτε στην εμφάνιση, είτε στις καθημερινές συνήθειες, ισοδυναμεί με τον εφιάλτη μιας δυνητικά θανατηφόρας ασθένειας. ΄Ετσι οι πρώτες πράξεις του ανθρώπου που ξεφεύγει από τη φτώχεια και πλουτίζει ακολουθούν μια συγκεκριμένη πεπατημένη. Όπως οι φτωχοί αποκτούν «αγελαίες» συμπεριφορές εξ ανάγκης, έτσι και οι πλούσιοι αποκτούν άλλες αγελαίες συμπεριφορές ανάλογες με τον πλούτο τους. Οι φτωχοί αγοράζουν ας το πούμε κινέζικα προϊόντα γιατί δεν έχουν λεφτά για να πάρουν ακριβότερα ρούχα, αγοράζουν αυτά τα αυτοκίνητα γιατί δεν μπορούν να πάρουν κάτι καλύτερο. Έτσι και οι πλουτίζοντες αγοράζουν εντελώς προβλέψιμα προϊόντα, από την ανάγκη να δείξουν ότι δεν ανήκουν πια στην «κατώτερη» αγέλη. Και στις δυο περιπτώσεις αυτό που χάνεται είναι το «εγώ». Οι ΄Ελληνες νεόπλουτοι στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, συνήθως μεγαλέμποροι από την επαρχία, με τα πρώτα λεφτά που θα αποκτούσαν θα αγόραζαν μια «Μερσεντέ», όπως την έλεγαν παραλείποντας το τελικό σίγμα που ήταν το σήμα κατατεθέν για εκείνη την εποχή. Το πρώτο πράγμα που αγοράζουν όσοι αποκτούν οικονομική ευχέρεια είναι ένα καλύτερο αυτοκίνητο. Τα καλύτερα ρούχα έρχονται μετά, όταν αποκτήσουν και τις απαραίτητες γνώσεις. Τα καλύτερα εγχειρίδια ενημέρωσης είναι τα περιοδικά λάίφ- στάϊλ, που προβάλουν τις καινούργιες «αναγκαστικές» επιλογές, αν δεν θέλεις να δείχνεις φτωχός. Οι καταναλωτικές συνήθειες, αλλάζουν με τις εποχές. Στη σημερινή εποχή, για τους αρκετά ψαγμένους νεόπλουτους που έχουν αποκτήσει κάποια χρόνια θητείας στην οικονομική άνεση, η «Μερσεντέ» αντικαταστάθηκε από τα τζιπ και κυρίως από το Καγιέν. Το σπίτι στη Μύκονο έγινε άλλο ένα απαραίτητο φετίχ. Για κάποιο άλλο είδος ευμάρειας τον τελευταίο χρόνο απέκτησε και η Πάρος πολλούς καινούργιους κατοίκους, κυρίως γιατί ένα σπίτι στην Πάρο δεν «προκαλεί», από πολιτική κυρίως άποψη, όσο ένα σπίτι στη Μύκονο. Η Μύκονος λόγω της μεγάλης δημοσιότητας που απολαμβάνουν όσοι διάσημοι την επισκέπτονται, έχει αποκτήσει έναν αέρα επιδειξιομανίας συνδεδεμένης με διεφθαρμένες συμπεριφορές γι αυτό και οι πολιτικοί έχουν αρχίσει να την αποφεύγουν.
Στο αμέσως μεγαλύτερο στάδιο οικονομικής επιφάνειας έρχεται ένα σκάφος. Ένα μέτρο μεγαλύτερο το σκάφος σημαίνει πολλά περισσότερα εκατομμύρια ευρώ στον τραπεζικό λογαριασμό. Είναι ένα πεδίο αναμέτρησης των πολύ πλούσιων. Το σκάφος του Ρόμαν Αμπράμοβιτς χρειάζεται δύο λόχους σε προσωπικό για να λειτουργεί. Στο ακόμη υψηλότερο επίπεδο πλούτου είναι το ιδιωτικό τζετ. Τόσο τα πολύ μεγάλα σκάφη όσο και τα ιδιωτικά τζετ, σχηματίζουν έναν ανώτερο «κύκλο». Μια ανώτερη «αγέλη» στην οποία ελάχιστοι μπορούν να ενταχθούν. Δεν παύει όμως να αποτελεί μια «αγέλη». Όλα τα πάρα πάνω προϊόντα είναι βιομηχανοποιημένα. Λίγοι μπορούν να τα έχουν, αλλά πάντως κάποιοι μπορούν να έχουν κάτι παρόμοιο με το δικό σου. Έτσι αυτός ο απελπισμένος αγώνας για εξατομίκευση καταλήγει πάντα σε αδιέξοδο. Δεν μπορείς να είσαι εσύ, ο ένας, ο μεγαλύτερος και ο μοναδικός, που μπορεί να έχει αυτό το συγκεκριμένο «κάτι», που αποδεικνύει ότι είσαι καλύτερος από όλους τους άλλους «αγελαίους» της κατηγορίας σου. Το αδιέξοδο αυτό το έλυνε πάντα η Τέχνη, που αποδεικνύει και μια ιδιαίτερη καλλιέργεια. Μόνο εσύ μπορείς να έχεις αυτό το συγκεκριμένο έργο του Ντάμιεν Χερστ, που κοστίζει και μερικά εκατομμύρια. Είναι ο μόνος τρόπος να αγοράσεις κάτι μοναδικό.
Το μόνο που δεν μπορεί να αγοράσει κανείς όσα λεφτά κι αν έχει είναι ένα ικανοποιημένο «εγώ», μια ισορροπία με τον πιο αδυσώπητο εχθρό. Τον εαυτό σου. Και η Φτώχεια και ο Πλούτος, είναι κοινωνικοί «Δαίμονες» για να γίνουμε πιο παραστατικοί. Σε αναγκάζουν σε συγκεκριμένες συμπεριφορές και καθυποτάσσουν και συχνά εξαφανίζουν το «εγώ» σου. Η φτώχεια δεν έχει και πολλά πλεονεκτήματα σε σχέση με τον πλούτο. Δεν υπάρχει δηλαδή λόγος να θέλει κανείς να είναι φτωχός, εκτός κι αν είναι πολύ μεγάλος φιλοσοφικά και συγχρόνως πολύ δυνατός ψυχολογικά. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, που ελάχιστοι έχουν την δύναμη να την εξερευνήσουν . ΄ένα είναι μόνο το συγκριτικό πλεονέκτημα της φτώχειας σε σχέση με τον πλούτο. ΟΙ φτωχοί άνθρωποι έχουν πιο ισχυρό «εγώ» από τους πλούσιους, παρά το ότι οι περισσότεροι πιστεύουν το αντίθετο. Ο πλούσιος άνθρωπος καθοδηγούμενος από τον «Δαίμονα» του πλούτου εξαρτά το «εγώ» από τα υλικά αγαθά που αποκτά. Όσο περισσότερα υλικά αγαθά αποκτά κανείς τόσο το «εγώ» του βυθίζεται προς την ανυπαρξία. Σιγά σιγά ο πλούσιος γίνεται ένα με το σπίτι του, το αυτοκίνητό του, το σκάφος τους ή το αεροπλάνο του, που γίνονται προέκταση του εαυτού του. Αν αυτά εξαφανιστούν ξαφνικά, ο πρώην πλούσιος, κατά μίαν έννοια και κατά την δική του εκτίμηση, απλώς δεν υπάρχει. Γίνεται ένα «τίποτα». Αυτός είναι και ο λόγος που πάρα πολλοί πλούσιοι αυτοκτονούν όταν χάσουν ξαφνικά τα λεφτά τους. Η πτώση τους από τον πλούτο στη φτώχεια είναι τόσο επώδυνη, μιας και βρίσκονται ξαφνικά σε ένα είδος ιδιότυπης ανυπαρξίας, που προτιμούν να πεθάνουν παρά να ζουν αυτή τη ζωή.
Ο πλούτος έχει πολλά υλικά πλεονεκτήματα, αλλά η μόνη του αληθινή χρησιμότητα του, είναι να σε απαλλάξει από το άγχος της καθημερινότητας και να σου επιτρέψει να ζήσεις πιο ελεύθερα. Ο μόνος λόγος για να επιδιώκουμε να αποκτήσουμε περισσότερα χρήματα, είναι για να μην τα έχουμε ανάγκη.
Title of block #2
arg(1)=67
arg(2)=
Τελευταία άρθρα στα blogs
- Nicholas Kirkwood Fall/Winter 2011-12
- Το ημερολόγιο μιας έφηβης
- Smell Me! Αρώματα Χειμώνας 2011-2012
- Τεχνόπολις και Λευκός Πύργος "ντύνονται" στα...ροζ!
- George Clooney...ο καρδιοκατακτητής!
- Η έκθεση φωτογραφίας του Antonio Banderas στην Αθήνα!
- H Beyonce είναι τελικά έγκυος?
- Μια superstar και ένα Fiat 500...!!
- Dukas@Paris
- Ο Μύθος του Οσάμα Μπιν Λάντεν
.
Τελευταία σχόλια στο KLIK
- 1 of 361
- ››


1995-2010 
Σχόλια
Υποβολή νέου σχολίου