Damien Hirst
Damien Hirst, The Golden Calf, 215.4 by 320 by 137.2 cm.
Photographs for TIME by Pal Hansen
Official Website Damien Hirst: http://www.damienhirst.com
Ένας Γουώρχολ για τον 21ο αιώνα
Στις 15 Σεπτεμβρίου, τη μέρα που η Lehman Brothers, η γνωστή Τράπεζα-κολοσσός, υπέβαλε αίτηση πτώχευσης, βυθίζοντας το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα σε μια άνευ προηγουμένου αναταραχή, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα ανατολικά, στο Λονδίνο, λάμβανε χώρα το πιο εντυπωσιακό ίσως μεμονωμένο γεγονός στο χώρο της παγκόσμιας Τέχνης. ΄Η μάλλον θα έπρεπε να πούμε στο χώρο της Τέχνης και της Επιχειρηματικότητας. Στην μεγαλόπρεπη αίθουσα των Sotheby ΄s, σε κάτι που έμοιαζε με μια μικρή όαση, σε σχέση με το ταραγμένο οικονομικό τοπίο εκείνων των ημερών, ένα πλήθος ανθρώπων του πλούτου και της Τέχνης, συνωστιζόταν για να παρακολουθήσει την πιο διαφημισμένη ίσως δημοπρασία όλων των εποχών. Την δημοπρασία των 223 έργων του κάπως αμφιλεγόμενου καλλιτέχνη Ντάμιεν Χερστ. Γιγαντιαία γυάλινα και μεταλλικά κιβώτια φιλοξενούσαν μέσα στη φορμόλη νεκρούς καρχαρίες, ζεμπρες, πεταλούδες σε χρωματιστό φόντο, μύγες και φυσικά το πιο γνωστό έργο του καλλιτέχνη, το «Χρυσό Μοσχάρι», ένα επίσης διατηρημένο στη φορμόλη νεκρό σώμα ενός λευκού μοσχαριού, με χρυσές οπλές και ένα χρυσό στέμμα. Την προηγούμενη μόλις εβδομάδα, το έγκυρο αμερικάνικο Time είχε στο εξώφυλλό του, τον Ντάμιεν Χερστ, με τίτλο Artist, As Rock Star και τον κοντοκουρεμένο Χερστ να ποζάρει με τα ελαφρώς γαλάζια γυαλιά του και τραβώντας τον γιακά ενός δερμάτινου μπουφάν. Στο εξώφυλλό του επίσης το Time έκανε την εκτίμηση πως η δημοπρασία του Χερστ, πιθανόν να συγκέντρωνε 100 εκατομμύρια δολάρια. Η πρόβλεψη δεν έπεσε έξω παρά μόνο κατά 100%. Το απόγευμα της Τρίτης 16 Σεπτεμβρίου, όταν η δημοπρασία έκλεισε ο Χερστ είχε συγκεντρώσει ένα ποσό που ξεπερνούσε τα 200 εκατομμύρια δολάρια. Το Χρυσό Μοσχάρι από μόνο του, πουλήθηκε για 18,6 εκατομμύρια δολάρια, σε έναν άγνωστο αγοραστή , που έκλεισε την αγορά από το τηλέφωνο, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι πλειοδότες, στην πλειοψηφία τους πάμπλουτοι αγοραστές, από τη Ρωσία και τις Αραβικές χώρες.

"For the Love of God, 2007" Diamond covered platinum skull
Ο ίδιος ο Ντάμιεν Χερστ δεν παραβρέθηκε στην δημοπρασία.. Έπαιζε μπιλιάρδο στο σπίτι του και κάθε τόσο τηλεφωνούσε για να μάθει τα νέα από την εξέλιξη της δημοπρασίας. Δεν είχε εξ άλλου και κανένα λόγο να ανησυχεί. Ήταν ήδη ένας από τους πλουσιότερους εν ζωή καλλιτέχνες και μετά τη δημοπρασία και το εκπληκτικό αποτέλεσμά της, ανακηρύσσεται στον ακριβότερο εν ζωή καλλιτέχνη, έναν τίτλο που παλιότερα είχε κατακτήσει ο Φερνάντο Μποτέρο και λίγο αργότερα ο Λούσιαν Φρόϋντ. Η επιτυχία του εγχειρήματος του Χερστ και το αστρονομικό ποσό που συγκέντρωσε η δημοπρασία των 223 έργων του, παρουσιάστηκε στα Μέσα Ενημέρωσης σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν έλειψαν και οι κριτικές φωνές. Ο Νίκος Ξυδάκης σε ένα άρθρο του στην Καθημερινή, με τίτλο «Η τέχνη της απληστίας» γράφει μεταξύ άλλων « Από αυτή την άποψη, η δημοπρασία του Χιρστ, ένα rave party εκατομμυρίων και εγωτισμού, υπό τον καλοστημένο τίτλο «Beautiful Inside My Head Forever”, καθρεφτίζει επακριβώς τον ρευστό, δυσνόητο, δυσφορικό καιρό μας :Οι καρχαρίες των hedge funds, των πυραμίδων στεγαστικών δανείων, του νεοασιατικού χρήματος, των μαφιόζικων πλυντηρίων, γλεντούν και ξοδεύουν, συλλέγουν έργα, αγοράζουν επαύλεις και ουρανοξύστες, «επενδύουν», την ώρα που οι κεντρικές τράπεζες, τα κράτη, οι λαοί, ο κόσμος της εργασίας, πληρώνουν τα σπασμένα του πάρτι, απορροφούν τις κολοσσιαίες ζημιές που αφήνουν πίσω τους οι μάνατζερ και οι καζινοεπιχειρηματίες, δηλαδή οι συλλέκτες που ψωνίζουν από το μαγαζί του Χιρτς σηπόμενους καρχαρίες και αγελάδες με χρυσές οπλές. Οι συλλέκτες αναγνωρίζουν σε αυτά τους εαυτούς τους. Οι υπόλοιποι χάφτουν τον κουρνιαχτό της προπαγάνδας». Είναι μια άποψη που εκφράζει πολλούς, καθώς μάλιστα η δημοπρασία του Χερστ έγινε πάνω στο ξέσπασμα αυτής της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

"The Virgin Mother"
Πως είναι δυνατόν να ξοδεύονται τόσα λεφτά, για μια αμφιλεγόμενη μορφή Τέχνης, τη στιγμή που κάθε βεβαιότητα χρηματοοικονομικού τύπου που ίσχυε τις δυο τελευταίες δεκαετίες, φαίνεται να καταρρέει; Πιθανόν ακριβώς και για αυτό. Πολλοί πάλι, αναρωτιούνται για το αν, τα συντηρημένα πτώματα των ζώων που παρουσιάζει ο Χερστ, μέσα σε γυαλιστερές γυάλινες βιτρίνες, αποτελούν καν Τέχνη. Αυτό είναι ένα ερώτημα που κανείς δεν μπορεί να το απαντήσει. Όπως λέει και το γνωστό απόφθεγμα : «Beauty, is in the eye of the beholder”, η Ομορφιά δηλαδή, βρίσκεται στα μάτια αυτού που την κοιτάζει. Αυτό που είναι όμορφο για σένα, μπορεί να είναι άσχημο για μένα και το αντίστροφο. Το τι είναι Τέχνη εξαρτάται από την ψυχολογία του καθ’ ενός, από την παιδεία του, από την εξοικείωσή του με το θέμα, από το που ζει και διάφορα άλλα. Δεν υπάρχει αντικειμενικός ορισμός της Τέχνης, ούτε για το πόσο αξίζει ένα, οποιοδήποτε έργο Τέχνης. Κάθε έργο απλώς αξίζει όσο πουλιέται την συγκεκριμένη στιγμή. Μερικά έργα απλώς έχει αποδειχθεί διαχρονικά ότι αποτελούν, την καλύτερη σε αποδόσεις επένδυση, που μπορεί να έχει γίνει σε κάποιο συγκεκριμένο «κάτι». Ο Βαν Γκογκ δεν είχε πουλήσει ούτε έναν πίνακά του όσο ζούσε, με αποτέλεσμα την κατάθλιψη και την αυτοκτονία, ενώ σήμερα τα έργα του αξίζουν εκατομμύρια. Ο χρόνος μόνο θα δείξει αν η «επένδυση» σε έργα του Χερστ άξιζε τα λεφτά της. Αλλά πως έφτασε αυτός ο περίεργος καλλιτέχνης, ο Ντάμιεν Χερστ, να αποτελεί σήμερα τον πιο ακριβοπληρωμένο σταρ, στο χώρο της Τέχνης. Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή.
Ο Ντάμιεν Χερστ, γεννήθηκε στο Ντέβον της Μεγάλης Βρετανίας, πριν από 45 χρόνια και δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα του. Έτσι μεγάλωσε με την μητέρα του, ονόματι Μάιρη Μπέναν και τον πατριό του, που έφυγε όταν ο Χερστ ήταν 12 ετών. Έχοντας δείξει από μικρός κλίση στο σχέδιο έγινε τελικά δεκτός στο Κολλέγιο Γκόλντσμιθς στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου όπου και σπούδασε Τέχνη. Το 1988 δευτεροετής ακόμη φοιτητής έδειξε τα πρώτα του έργα, εκθέτοντας μαζί με 15 άλλους συμφοιτητές του σε μια νοικιασμένη αποθήκη στο Λονδίνο. Αυτό που άλλεξ όμως ριζικά τη ζωή του Χερστ ήταν η γνωριμία του με τον Τσαρλς Ααάτσι, έναν από τους ιδιοκτήτες της μεγάλης ομώνυμης διαφημιστικής φίρμας. Ο Σαάτσι εκτός από διαφημιστής ήταν και ένας από τους μεγάλους συλλέκτες έργων Τέχνης. Ο Σαάτσι σαν διαφημιστής καταλάβαινε πολύ καλά την ιδιορρυθμία της Τέχνης, όπου κάθε τι αξίζει όσο μπορείς να το πουλήσεις. Διαβλέποντας το ιδιαίτερο ταλέντο του Χερστ, έκανε κάτι πολύ απλό και σοφό. Αγόρασε πολλά από τα έργα του Χερστ, κάνοντάς τον αυτομάτως φίρμα. Αφού ο Σαάτσι αγόραζε τα έργα κάποιου, αυτό πήγαινε να πει ότι αυτός ο κάποιος άξιζε τα λεφτά του. Ήταν μια τακτική της φιλοσοφίας αν η κότα γέννησε το αυγό ή το αυγό την κότα. Ο Σαάτσι μάλιστα ήταν αυτός που παρήγγειλε στον Χερστ τον πρώτο του καρχαρία, ο οποίος 13 χρόνια αργότερα πουλήθηκε στον Στήβεν Κόεν, έναν γνωστό μάνατζερ εταιρείας επενδυτικών κεφαλαίων, για 12 εκατομμύρια δολάρια. Η αξία των έργων του Χερστ είχε από εκεί και πέρα ανέβει κατακόρυφα.
Ο Σαάτσι έφερε επίσης τον Χερστ σε επαφή με άλλα μέλη της λονδρέζικης σκηνής της σύγχρονης Τέχνης. Αυτής που ονομάζεται Contemporary Art και που τα τελευταία χρόνια, βρίσκεται στην καλύτερη φόρμα της, με καλλιτέχνες σαν τον Μαρκ Λούκας και την Σάρα Κουΐν, με έργα εξ ίσου ιδιόρρυθμα με τον Χερστ και συχνά εξ ίσου μακάβρια, που τα τελευταία χρόνια οι τιμές τους έχουν ξεπεράσει κατά πολύ τα έργα των ιμπρεσιονιστών ζωγράφων για παράδειγμα. Ο Χερστ έγινε γρήγορα ο ηγέτης αυτής της καλλιτεχνικής λονδρέζικης σκηνής, με γλέντια ονομαστά και οργιώδη, όπου η κατανάλωση ποτού συναγωνιζόταν το σνιφάρισμα κοκαΐνης. Εκείνη την εποχή ο Χερστ γνωρίστηκε επίσης και με τον Φρανκ Ντάφνυ, έναν λογιστή το επάγγελμα και εβδομήντα ετών σήμερα, που αναλαμβάνοντας την διαχείριση των οικονομικών του Χερστ, κυριολεκτικά απογείωσε τον τραπεζικό λογαριασμό του αφεντικού του. Έχοντας την υποστήριξη του Σαάτσι και κάτω από την οικονομική φροντίδα του Ντάνφυ, ο Χερστ εκθέτοντας τα έργα του και στον πιο «δυνατό» ίσως γκαλερίστα του κόσμου τον Αμερικανό Λάρρυ Γκαγκοζιάν, αλλά και στην φίλη του, Τζέι Τζόπλιν, επίσης διάσημη γκαλερίστα στο Λονδίνο και ιδιοκτήτρια της εξ ίσου διάσημης White Gallery στο Λονδίνο, ο Χερστ δεν είχε πια άλλο στόχο, παρά να κατακτήσει τον τίτλο του «Άντυ Γουώρχολ του 21ου αιώνα». «Συνηποψήφιοι» γι αυτόν τον τίτλο ήταν ήδη ο Τζεφφ Κουνς, η μεγάλη αγάπη του Κύπριου συλλέκτη και μεγαλοκατασκευαστή Δάκη Ιωάννου και ο Γιαπωνέζος Τακάσι Τουρακάμι. Και ο Χερστ κατάκτησε δικαιωματικά αυτό τον τίτλο με μια πραγματικά μεγαλοφυή κίνηση.
Η απόφαση του Ντάμιεν Χερστ να δημοπρατήσει μόνος τα έργα του στην διάσημη Sotheby’s του Λονδίνου, θα γίνει σταθμός στην ιστορία της Τέχνης. Είναι η πρώτη φορά που ένας καλλιτέχνης τολμά να σπάσει το κατεστημένο των μεγάλων Γκαλερί σε όλο τον κόσμο. Ως γνωστόν οι γκαλερί αποτελούν τον μόνο και σίγουρο τρόπο για την ανάδειξη ενός καλλιτέχνη. Αποτελούν ένα κατεστημένο, που από τη μια προωθεί, αλλά από την άλλη «κυβερνά» τους καλλιτέχνες, εισπράττοντας το 50%, πάνω στην τιμή πώλησης κάθε έργου. Οι δημοπρασίες με έργα ζωντανών αλλά συνήθως ήδη νεκρών καλλιτεχνών, ως τώρα γινόταν από γκαλερί που είχαν πολλά συγκεντρωμένα και προαγορασμένα έργα καλλιτεχνών από την εποχή της αφάνειάς τους. Από αυτά τα μεγάλα παζάρια, οι καλλιτέχνες, ή οι κληρονόμοι τους δεν εισέπρατταν τίποτα, αφού τα λεφτά πήγαιναν στην γκαλερί που διοργάνωνε την δημοπρασία και στον οίκο που δημοπρατούσε. Το να αποφασίσει ένας καλλιτέχνης να δημοπρατήσει μόνος τα έργα του, ήταν στην ουσία μια επανάσταση πάνω στη «δικτατορία» των γκαλερί. Και ο Βτάμιεν Χερστ, ήταν ίσως ο μόνος που μπορούσε να αποτολμήσει κάτι τέτοιο, μια κίνση που θα μπορούσε και να καταστρέψει την καριέρα του. Αλλά ο Χερστ, δεν είχε ανάγκη κάτι τέτοιο. Ήταν ήδη πολυεκατομμυριούχος, οπότε δεν κινδύνευε, από κάποιο συντονισμένο «θάψιμο» από τις γκαλερί και από την άλλη είχε τέτοια παραγωγή έργων, που μπορούσαν να στηρίξουν μια δημοπρασία. Γιατί ο Χερστ δεν είναι πια ένας καλλιτέχνης απλώς. Είναι μάλλον μια καλλιτεχνική βιομηχανία. Στα έξη εργαστήρια-ή μήπως θα έπρεπε να πούμε εργοστάσια;- 120 εργαζόμενοι εκτελούν τις οδηγίες του αφεντικού παράγοντας τα πιο «επαναλαμβανόμενα» μοτίβα του. Ένα από αυτά τα μοτίβα είναι τα “spot paintings”, μικρές στρογγυλές τελείες πάνω σε κάποιο φόντο και τα “spin paintings” λαδομπογιές για τους τοίχους, όπου ένα μηχάνημα που γυρίζει τα εκτοξεύει τυχαία πάνω στον καμβά. Το κατά πόσο αυτό είναι τέχνη, θέλει πολλή συζήτηση, αλλά μια και έχουν την υπογραφή του Χερστ, αρκεί και για να πουλιούνται γύρω στο 1 εκατομμύριο ευρώ το καθ’ ένα.
Η προβολή της δημοπρασίας των έργων του Χερστ για την οποία εμπνεύστηκε και έναν πολύ όμορφο και ταιριαστό τίτλο: “Beautiful Inside My Head” ήταν άνευ προηγουμένου. Γκαλερί, μουσεία και πιθανοί αγοραστές σε όλο τον κόσμο βομβαρδίστηκαν με νέα γι αυτό το καλλιτεχνικό γεγονός της δεκαετίας, ενώ ο ίδιος ο Χερστ, έκανε ότι μπορούσε για να προωθήσει την επιχειρηματική έμπνευσή του. Τον Ιούνιο πήγε στο Κίεβο για να παρακολουθήσει μια συναυλία που έδινε εκεί ο Πωλ Μακ Κάρτνεϋ, με την χορηγία του Βίκτορ Πίντσουκ, ενός Ουκρανού βιομήχανου, που είναι συγχρόνως ιδιοκτήτης επτά έργων του Χερστ και ενός ιδιωτικού μουσείου. Το ένα χέρι νίβει τ’ άλλο. Το επόμενο μήνα έστειλε, μερικά από τα έργα της δημοπρασίας στην γκαλερί της Ντάρια Ζούκοβα στη Μόσχα. Αν το όνομα δεν σας λέει ακόμη τίποτα, η Ζούκοβα είναι ιμπρεσάριος της Τέχνης-ότι και να σημαίνει αυτό- και φιλενάδα του Ρόμαν Αμπράμοβιτς-αυτό σίγουρα λέει κάτι. Ο Ρόμαν Σαμπράμοβιτς, ο γνωστός Ρώσσος πολυεκατομμυριούχος, ή πιθανόν και frontman του Πούτιν, μεταξύ άλλων ιδιοκτήτης της Λονδρέζικης ποδοσφαιρικής ομάδας Τσέλσυ, αγόρασε φέτος έναν πίνακα του Λούσιαν Φρόϋντ για 33,6 εκατομμύρια δολάρια, δημιουργώντας ένα καινούργιο ρεκόρ για εν ζωή καλλιτέχνη και έναν πίνακα του Φράνσις Μπέικον για 86,3 εκατομμύρια δολάρια, δημιουργώντας ακόμη ένα ρεκόρ για προπολεμικό καλλιτέχνη. Η επιτυχία της δημοπρασίας του Χερστ έμοιαζε εξασφαλισμένη. Κανείς όμως, ίσως ούτε και ο ίδιος, δεν υπολόγιζε ότι θα έπιανε αυτό το ποσό ρεκόρ των 200,6 εκατομμυρίων δολαρίων. Αυτοί όμως που αγόρασαν τα έργα του Χερστ αγόρασαν Τέχνη ή κάτι άλλο. Τα λεφτά τους έχουν άραγε αντίκρισμα;
Αυτό το τελευταίο δεν θα το απαντήσει παρά μόνο το μέλλον, που θα κρίνει και τον Χερστ, όπως κρίνει και όλους μας, καλλιτέχνες και μη. Τι είναι όμως η Τέχνη. Για να μην δώσουμε όμως έναν ορισμό που δεν θα είναι ακριβής μια και τα «πάντα ρει», ας δούμε καλύτερα μια «λειτουργικότητα» της Τέχνης. Για να είναι λοιπόν ένα καλλιτεχνικό προϊόν, ένα αντικείμενο Τέχνης θα έπρεπε εκτός των άλλων να επιτελεί και έναν σκοπό. Να εκφράζει κάποια αλήθεια και όσο πιο οικουμενική είναι αυτή η αλήθεια, όσο μεγαλύτερος ο συμβολισμός της, τόσο μεγαλύτερη και η «αξία» του έργου Τέχνης. Οι πίνακες και τα γλυπτά των καλλιτεχνών της Αναγέννησης, ήταν Τέχνη γιατί εκτός από την τεχνική αρτιότητά τους εξέφραζαν και μια αλήθεια της εποχής. Μέσα από τους πίνακες των Μεγάλων της Αναγέννησης, αποκαλύφθηκε με συμβολικούς όρους το «Θείο», που εκείνο τον καιρό εξέφρασε και μία κοινωνική επανάσταση. Αναπαριστώντας με τους πίνακές τους το «Θείο» οι καλλιτέχνες της Αναγέννησης, έδειχναν ότι υπήρχε και μια μεγαλύτερη δύναμη από τους εγκόσμιους εκλησσιαστικούς καταπιεστές που μέχρι τότε κρατούσαν τα ηνία της Εξουσίας των Μεσαιωνικών κοινωνιών. Ο Ντα Βίντσι θεωρήθηκε και είναι μεγαλύτερος από όλους γιατί με το μυστηριώδες χαμόγελο της Τζοκόντα, εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο αυτήν την ασύλληπτη για το ανθρώπινο μυαλό ουσία του Θείου. Μερικούς αιώνες αργότερα, όταν οι ιμπρεσιονιστές ζωγράφοι εξέθεταν για πρώτη φορά τα έργα τους στις παρισινές γκαλερί, οι τότε φιλότεχνοι, όπως και οι κριτικοί της τέχνης είδαν με καχυποψία που έφτανε μέχρι και την αποστροφή αυτό το νεωτεριστικό είδος έκφρασης. Μάλλον γιατί δεν είχαν καταλάβει ότι ο ιμπρεσιονισμός εξέφραζε πολύ καλύτερα από την κλασική ζωγραφική της κάπως συγκεχυμένες αξίες που αναδύονταν από τις αστικές κοινωνίες της εποχής.
Το ίδιο συνέβη και με τα πρώτα έργα του Πικάσο, που πολλοί στην αρχή δεν μπορούσαν να τα καταλάβουν και γι αυτό μάλλον τα απέρριπταν. Ο Πικάσο όμως εξέφραζε το χάος των κοινωνικών αξιών στις κοινωνίες του εικοστού αιώνα, όπως και την εξέλιξη της τεχνολογίας που επέρχετο. Κατά κάποιο τρόπο οι πίνακες του Πικάσο αποτελούν την εικαστική έκφραση των επιστημονικών θεωριών του Αϊνστάϊν και κυρίως τη θεωρία της σχετικότητας. Με τον ίδιο τρόπο που οι πίνακες του Νταλί και του Μαγκρίτ, εξέφραζαν το Ασυνείδητο των ψυχολογικών θεωριών του Φρόϋντ. Στο δεύτερο μισό του εικοστου αιώνα ο Άντυ Γουώρχολ με μία έμπνευση της στιγμής, εξέφρασε την «φαστ φουντ» εποχή των παραποιημένων αξιών, όπου όπως έλεγε και ο Τσαρούχης «ο καθ’ ένας είναι ότι δηλώσει». Ο Γουώρχολ δήλωσε καλλιτέχνης και καλλιτέχνης έγινε. Ήταν άλλωστε ο πρώτος που είχε μια τόσο άμεση ιδέα. Με τον ίδιο τρόπο και ο Χερστ εξέφρασε την δική μας εποχή αρκετά πριν γίνει αντιληπτή από τους υπόλοιπους. Τι άλλο είναι οι καρχαρίες και οι ζέμπρες στη φορμόλη, από τη αδίστακτη ενέργεια του ανθρώπινου είδους, που τείνει να καταπιεί κάθε είδος ζωής στον πλανήτη. Είναι πολύ πιθανό στο τέλος αυτού του αιώνα οι μόνοι καρχαρίες και ζέμπρες που θα υπάρχουν στη Γη να είναι αυτοί που βρίσκονται στα γυάλινα κλουβιά του Χερστ. Και τι άλλο είναι ο «Χρυσό Μοσχάρι» από τη σημερινή εποχή της απληστίας, όπου οι πάντες προσκυνάνε ένα ψεύτικο Θεό. Δηλαδή το Χρήμα. Θα μου ήταν πολύ δύσκολο να σκεφτώ κάτι που να εκφράζει με τέτοια λιτότητα τις αξίες της σημερινής εποχής. Το Χρυσό Μοσχάρι είμαστε όλοι μας. Και εμείς που το βλέπουμε και αυτοί που το αγοράζουν, αλλά και ο ίδιος ο Χερστ που το έφτιαξε. Και με αυτό τον τρόπο ο Ντάμιεν Χερστ θα περάσει στην Ιστορίας της Τέχνης.
Τώρα που οι μέρες της δημοπρασίας έχουν περάσει ο Ντάμιεν Χερστ ζει ήσυχα στη μεγάλη φάρμα που αγόρασε στο Ντέβον, μαζί με τη σύντροφό του Μάγια Νόρμαν και τους τρεις γιούς τους. Οι μέρες των spin paintings και των dot paintings, μοιάζουν να έχουν περάσει οριστικά. Μτά από πολλά χρόνια ο Ντάμιεν Χερστ έχει ξαναπιάσει το πινέλο και προσπαθεί να ζωγραφίσει «κανονικά» , σε ένα στυλ που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο θυμίζει αυτό του Φράνσις Μπέϊκον. Ο Χερστ είναι ίσως ο μεγαλύτερος θαυμστής του Μπέϊκον, του πρώτου ζωγράφου που έβαλε το ¨μακάβριο» στην τέχνη του με τους σπαραχτικούς όσο και δυνατούς πίνακές του. Ο ίδιος ο Χερστ έχει αγοράσει πέντε πίνακες του πίνακες και ανάμεσα σ’ αυτούς μια αυτοπροσωπογραφία του καλλιτέχνη, για 33 εκατομμύρια δολάρια. «Όταν άρχισα να ζωγραφίζω» λέει ο Χερστ «το στυλ μου έμοιαζε με αυτό του Μπέίκον. Μόνο πολύ χιερότερο. Σαν μια κακή κόπια» . Η αυτογνωσία δεν έκανε ποτέ κακό σε κανέναν. Άλλωστε τώρα θα έχει όλο το χρόνο για να μάθει ακόμη και να ζωγραφίζει καλά.
Title of block #2
arg(1)=65
arg(2)=
Τελευταία άρθρα στα blogs
- Nicholas Kirkwood Fall/Winter 2011-12
- Το ημερολόγιο μιας έφηβης
- Smell Me! Αρώματα Χειμώνας 2011-2012
- Τεχνόπολις και Λευκός Πύργος "ντύνονται" στα...ροζ!
- George Clooney...ο καρδιοκατακτητής!
- Η έκθεση φωτογραφίας του Antonio Banderas στην Αθήνα!
- H Beyonce είναι τελικά έγκυος?
- Μια superstar και ένα Fiat 500...!!
- Dukas@Paris
- Ο Μύθος του Οσάμα Μπιν Λάντεν
.
Τελευταία σχόλια στο KLIK
- 1 of 361
- ››


1995-2010 
Σχόλια
Υποβολή νέου σχολίου