'RES' Άλλοι φεύγουν κι άλλοι έρχονται. Έτσι είναι η ζωή…
Γύρω στα μέσα του Σεπτέμβρη, πριν ακόμη αρχίσουν οι βροχές, η ζέστη που είχε μαζέψει το έδαφος από τον καλοκαιρινό ήλιο, σε συνδυασμό με τον μικρό νοτιά που ερχόταν από την Αφρική, είχε κάνει την ατμόσφαιρα βαριά , αποπνικτική . Όταν η ζέστη παρατραβήξει- όπως και όλα όταν παρατραβήξουν- αυτό που υπερισχύει είναι η κούραση. Έτσι είναι το ανθρώπινο ον. Κάποια στιγμή βαριέται τα πάντα. Το καλοκαίρι είναι ίσως η πιο ωραία εποχή του χρόνου, αλλά τρεις μήνες είναι αρκετοί. ΄Ετσι όταν εκείνο το Σαββατοκύριακο στη μέση του μήνα, ο ουρανός γέμισε πριν από το μεσημέρι με μαύρα σύννεφα και μετά από λίγο άρχισε να βρέχει, αυτό που αισθανόμουν, ήταν ένα αίσθημα ευεξίας, που δεν ήταν εξωτερικό, αλλά εσωτερικό. Κάτι μέσα μου ήταν πολύ ευχαριστημένο, που ο καιρός άλλαξε. Μου αρέσουν οι αλλαγές στον καιρό. Και μου αρέσει ιδιαίτερα το φθινόπωρο. Πολλοί το βρίσκουν μελαγχολικό. Εγώ το βρίσκω απλώς ωραίο. Το φθινόπωρο είναι μια πολύ «ευγενική» εποχή. Τα πάντα ξεπλένονται και παίρνουν πιο βαθιά χρώματα. Είχε τύχει πολλές φορές να βρεθώ, στη Μύκονο στα μέσα του Οκτώβρη, με καλό καιρό , πολύ λίγο κόσμο και χρώματα λαμπερά. Ίσως τελικά όλα να είναι ωραία αν ξέρεις και τον τρόπο να τα μετρήσεις. Εγώ «μετράω» συνήθως το φθινόπωρο , με κάποιες βόλτες στη βροχή. Δεν πειράζει κι αν γίνομαι λίγο μούσκεμα. Υπάρχουν και χειρότερα. Ένα από αυτά τα μεσημέρια που έκανα τη βόλτα μου στη βροχή, η Αντιγόνη άφηνε την τελευταία της πνοή. Η Αντιγόνη ήταν η θεία μου, η αδελφή του πατέρα μου και η τελευταία που είχε μείνει ζωντανή από τους ανιόντες. Τώρα πια έχουν όλοι φύγει. Παπούδες, γιαγιάδες, γονείς, θείοι και θείες. Τώρα που όλοι έχουν φύγει, όλα μοιάζουν να πέρασαν, στο χρόνο που παίρνει μια σταγόνα για να πέσει από το σύννεφο στη γη.
Όταν ήμουν μικρός, ανάμεσα στα δύο και στα τέσσερα χρόνια μου, έμενα για μεγάλα διαστήματα μαζί με την Αντιγόνη και τη γιαγιά μου, στο σπίτι τους στους Αμπελόκηπους. Έτσι και για εκείνο το διάστημα, καθώς ήμουν και πολύ μικρός για να έχω κανονική συνείδηση, η Αντιγόνη γινόταν η μητέρα μου και για μεγάλα διαστήματα νόμιζα πως είχα δύο μαμάδες. Την Αφροδίτη, την πραγματική μου μητέρα και την Αντιγόνη, την αδελφή του πατέρα μου. Οι «εγγραφές» της πολύ μικρής ηλικίας μένουν για πάντα γραμμένες στο υποσυνείδητό μας και έτσι, κάποιο μέρος του εαυτού μου εκλάμβανε την Αντιγόνη και σαν ημι-μητέρα μου. Καθώς η Αντιγόνη δεν έκανε παιδιά και ο άντρας πέθανε πολύ νωρίς, συχνά την αποκαλούσα και δεύτερη μητέρα μου, γιατί ήξερα πως αυτό, κάπως την γλύκαινε. Ίσως και να είχε καϋμό να αποκτήσει παιδιά, αλλά δεν ξέρω κιόλας, δεν το συζητήσαμε και ποτέ. Ήταν πάντα πολύ ευαίσθητο θέμα για να το θίξω. Καθώς μεγάλωνα, οι παλιές παρέες των γονιών μου, που κατά κάποιο ήταν και δικές μου παρέες - καθώς πηγαίναμε συχνά εκδρομές όλοι μαζί- άρχισαν να αραιώνουν. Λόγω ηλικίας, άρχισαν ένας ένας και μία –μία να φεύγουν από τη ζωή. Στο τέλος από όλες αυτές τις παλιές παρέες είχαν μείνει μόνο η Αφροδίτη και η Αντιγόνη.
Το καλοκαίρι του 1994 ήταν η μόνη φορά που πήρα την Αφροδίτη και την Αντιγόνη, στο σπίτι που είχα τότε στη Μύκονο και πολύ συχνά ξεχνιόμουν καθώς καθόμουν μαζί τους στη βεράντα και έλεγαν μεταξύ τους τις παλιές τους ιστορίες. Τους είχε κάνει καλό και η δροσιά που είχε στη Μύκονο. Όταν μεγαλώνεις η ζέστη φαίνεται σε πειράζει. Και η Αφροδίτη η μάνα μου και η Αντιγόνη, η θεία μου, ήταν όμορφες κοπέλες όταν ήταν νέες, αν κρίνω από τις φωτογραφίες τους. Τώρα που είχαν μεγαλώσει, είχαν κάπως μαζέψει. ΄Εβαφαν και οι δύο τα μαλλιά τους πιθανόν με σχετικά χρώματα, που είχαν πάρει εκείνη την κλασική απόχρωση ανάμεσα στο μπεζ και το λουλακί. Είναι δύσκολο να θυμηθώ, άλλες τόσο τρυφερές εικόνες, όσο αυτές με τις δύο ηλικιωμένες γυναίκες, κάποτε όμορφες κοπέλες, η μία μάνα μου και η άλλη θεία μου, να κάθονται στο ηλιοβασίλεμα στη βεράντα στη Μύκονο, με τα μπεζ-λουλακί μαλλιά τους να χρυσίζουν από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου.
Είμαι γενικά πιστός στις σχέσεις μου. Όχι σωματικά, αλλά ψυχικά. Κι έτσι δεν μπορώ να καταλάβω πως από το 1998 και μετά εγκατέλειψα και την Αφροδίτη και την Αντιγόνη. Εκείνη την εποχή κόπηκε ο ομφάλιος λώρος που με συνέδεε με τους γονείς μου και με όλο το ανιόν παρελθόν μου. Ενώ μέχρι τότε πήγαινα σχεδόν κάθε μέρα να δω τη μάνα μου, στο Ψυχικό που έμενε, από εκείνη τη χρονιά και μετά πήγαινα όλο και πιο αραιά. Η Αντιγόνη ερχόταν κι έμενε με τη μάνα μου τα Σαββατοκύριακα. αλλά εγώ ήμουν σπάνια πια εκεί Ούτε η Αφροδίτη η μάνα μου, ούτε η Αντιγόνη η θεία μου, γκρίνιαξαν ποτέ για την απουσία μου, αλλά κρίνοντας τον εαυτό μου, αυτό το βλέπω σαν παράλειψη, χωρίς δικαιολογία. Αγαπούσα τη μάνα μου και ακόμη την αγαπάω και όταν πέθανε πριν από τρία χρόνια, κάθισα για λίγο μαζί της στο νεκροτομείο και της μίλαγα, αποκαλώντας την «κοριτσάκι μου». Προφανώς έτσι αισθανόμουν. Μετά το θάνατο της μάνας μου η Αντιγόνη, είχε μείνει η μόνη από τους παλιούς. Κάθε μήνα σχεδόν η Αντιγόνη- που είχε φτάσει πια τα ενενήντα και επειδή είχε και την καρδιά της δεν έβγαινε πια από το σπίτι- με έπαιρνε τηλέφωνο. «Πότε θα έρθεις να με δεις, αγοράκι μου» μου έλεγε. «Αχ, θεία έχω γίνει πολύ κακός ανιψιός» της έλεγα «σε έχω εγκαταλείψει, αλλά θα έρθω οπωσδήποτε». Δεν πήγα ποτέ.
Όταν πέρσι και πρόπερσι, πέρασα δύο πολύ άσχημα χρόνια, η φωνή της Αντιγόνης, ήταν ανήσυχη στο τηλέφωνο. Ήξερε πως περνούσα άσχημα κι αυτό τη βάραινε. Με είχε πάρει πριν από τρεις βδομάδες και αυτή τη φορά της είπα πως θα πήγαινα να τη δω, τώρα που τα δύσκολα είχαν περάσει και το εννοούσα. Δεν πρόλαβα. Η Αντιγόνη έπαθε μια τελευταία κρίση και την πήγαν στο νοσοκομείο. Όταν πήγα να τη δω, ήταν με τις βελόνες στα χέρια και την συσκευή για την αναπνοή. Είχε κλειστά τα μάτια της, γιατί την είχαν σε καταστολή. Είχε πέσει σε κάτι σαν κώμα και οι γιατροί έλεγαν πως δύσκολα θα έβγαζε τη νύχτα. Η Αντιγόνη έβγαλε και αυτή τη νύχτα και τις επόμενες και στο τέλος ξανάνοιξε τα μάτια της. Όταν μου τηλεφώνησε η Μαρίνα, η κοπέλα που τη φρόντιζε, έτρεξα στο νοσοκομείο. Ήταν Κυριακή και ήταν μια ηλιόλουστη μέρα. Η Αντιγόνη ήταν στο κρεβάτι της και φάνηκε ότι χάρηκε που με είδε. Κάθισα και της μιλούσα και της κρατούσα το χέρι για πολλή ώρα. Η Αντιγόνη μου μιλούσε κι εκείνη, με δυσκολία και για κάποιο λόγο μου ζητούσε συνέχεια να τη συγχωρήσω. «Σε συγχωρώ» της έλεγα «αλλά δεν ξέρω για ποιο πράγμα. Πάντα ήσουν η δεύτερη μάνα μου». Δεν την ξαναείδα. Το επόμενο Σάββατο που είχε πάει να την δει ο αδελφός μου, η Αντιγόνη του είπε: «τη Τετάρτη θα έρθει να με πάρει το τρένο». Η Αντιγόνη πέθανε πράγματι την Τετάρτη όπως είχε πει… Ξέρουν … Πάντα ξέρουν…
Το απόγευμα της Πέμπτης, μετά την κηδεία γύρισα στο σπίτι. Ο ουρανός ήταν γεμάτος με σκούρα σύννεφα, από αυτά που κουβαλάνε βροχή, αλλά δεν έβρεχε. Σπάνια βρέχει όταν ο αέρας έρχεται από το βοριά. Άνοιξα τη πόρτα και μπήκα μέσα. Ο Ρες με κοιτούσε από το τζάμι της μπαλκονόπορτας με τα γαλάζια σχεδόν άσπρα μάτια του και κουνώντας την ουρά του. Το διαβατήριό του λέει πως είναι Χάσκυ Σιβηρίας, αλλά εγώ βλέπω ένα κάτασπρο λυκόσκυλο, με γαλάζια, σχεδόν άσπρα μάτια. Δεν ξέρω πως βρέθηκα να έχω πάλι σκύλο. Η κόρη μου η Αφροδίτη που έχει το όνομα της μάνας μου, με είχε φάει εδώ και μήνες να της πάρω ένα σκυλί. Της είχα εξηγήσει πως δεν ήταν εύκολο να της πάρουμε σκυλί. Και η Ευγενία η γυναίκα μου μαζί με τις κόρες μας, μένουν σε σπίτι που δεν έχει δικό του κήπο και το δικό μου σπίτι, εκεί κοντά τους, επίσης δεν έχει κήπο. Είχα εξηγήσει στην Αφροδίτη πως τα σκυλιά δεν είναι σαν τις γάτες. Τα σκυλιά θέλουν φροντίδα. Πρέπει να τα βγάζεις βόλτα δυο τρεις φορές την ημέρα και αν είναι και μεγάλα σκυλιά, πρέπει να τα εκπαιδεύσεις σωστά γιατί αλλιώς είναι μεγάλος μπελάς. Ξέρω από σκυλιά και από μεγάλα σκυλιά, από τότε που είχα τον Τζάμπο και αργότερα τον Τέρκα. Και τα δύο λυκόσκυλα. «Μα να πάρουμε ένα μικρό σκυλάκι» με παρακαλούσε η Αφροδίτη. «Δεν μπορώ τα μικρά σκυλάκια Αφροδίτη μου» της έλεγα « άμα είναι να πάρουμε μικρό σκυλί, καλύτερα να πάρουμε ένα ποντίκι».
Έτσι περνούσε ο καιρός ώσπου κάποια μέρα, ο Αλέξανδρος που είχε έρθει για λίγο από την Αμερική, μου είπε πως είχε φέρει μαζί του δυο σκυλιά, Χάσκυ Σιβηρίας, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό και με ρώτησε αν ήθελα το ένα. «Που να το βάλω , ρε Αλέξανδρε, θα είναι μεγάλη φασαρία» του είχα πει. «Καλά έλα να τα δεις και αν δεν θέλεις, δεν το παίρνεις» μου είχε πει ο Αλέξανδρος. Έτσι κάποια μέρα πήγαμε να δούμε τον Ορέστη και την Ηλέκτρα τα δύο μωρά Χάσκυ από την Σιβηρία. Σε δυο μέρες ο Ορέστης ήταν σπίτι μου. Από το Ο-ρεσ-της επειδή μου έκανε πολύ μελοδραματικό κράτησα μόνο τη μεσαία συλλαβή και έτσι ο Ορέστης έγινε Res. Στα σκυλιά είναι καλύτερα να μιλάς με μικρές λέξεις, αν είναι δυνατόν μονοσύλλαβες. Έτσι καταλαβαίνουν πιο εύκολα. Res στα λατινικά σημαίνει «πράγμα», αλλά ο Ρες είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από πράγμα. Τώρα τα χαρτιά του λένε πως είναι Χάσκυ Σιβηρίας, αλλά εμένα μου μοιάζει με λυκόσκυλο. Αλλά δεν παίρνω όρκο. Μπορεί να είναι και Χάσκυ. Το ίδιο κάνει. Ότι και νάναι είναι ο Ρες. Τώρα περνάμε την εποχή της εκπαίδευσης και ο Ρες μαθαίνει γρήγορα. Κάθε πρωΐ νωρίς και κάθε βράδυ αργά πηγαίνουμε τη βόλτα μας, οπότε έχω γνωρίσει και όλα τα σκυλιά της περιοχής, που σηκώνουν τον τόπο με το γαύγισμά τους κάθε φορά που περνάμε. Σε λίγο θα συνηθίσουν και δεν θα γαυγίζουν. ΄Ένα άσπρο λυκόσκυλο στην άλλη γωνία μας έχει μάθει και δεν γαυγίζει πια. Αλλά εμένα με έχει πάρει από φόβο και δεν έρχεται κοντά. Τα σκυλιά είναι καλή παρέα. Άμα μένεις καιρό μαζί τους, όπως είχε γίνει με τον Τέρκα, στο τέλος το μόνο που δεν κάνουν είναι να μιλάνε ανθρώπινα. Αλλά συνήθως είναι πολύ καλύτεροι φίλοι από τους ανθρώπους. Δεν συμπαθώ τους ανθρώπους που δεν συμπαθούν τα ζώα. Υπάρχει σίγουρα κάτι που δεν πάει καλά. Στους ανθρώπους που συμπαθούν τα ζώα, υπάρχει ακόμη αναμμένη η σπίθα του Καλού. Τέλος πάντων. Αυτή την εποχή που ο Ρες θέλει να ακονίζει με κάτι τα δόντια του, έχει αποκτήσει και μια διορατικότητα ως προς το τι χρειάζομαι. Και διαλέγει πάντα αυτό που χρειάζομαι. Ως τώρα έχει φάει το σκληρό δίσκο με τα αρχεία του Κλικ, ένα CD που μόλις είχα αγοράσει, ένα συμβόλαιο και έναν επενδυτικό νόμο. Και φυσικά τα παπούτσια μου. Τρελαίνεται για παπούτσια.
Εν πάση περιπτώσει. Μια από αυτές τις μέρες είχα πάει τον Ρες στις κόρες που φυσικά τρελαίνονται μαζί του. Κάποια στιγμή που ο Ρες έπαιζε με την Αφροδίτη, πλησίασα την μικρή μου κόρη τη Δέσποινα. Η μικρή μου κόρη έχει δυο ονόματα. Δέσποινα- που την φωνάζουμε- από την μαμά της Ευγενίας και Αντιγόνη, από τη θεία μου. «Έλα να σου πω μισό λεπτό» είπα στη Δέσποινα. «Τι θέλεις Μπαμπάκη;» με ρώτησε η Δέσποινα.»Έλα να σε ρωτήσω κάτι» της είπα «πειράζει που και που, να σε φωνάζω Αντιγόνη»;
Title of block #2
arg(1)=72
arg(2)=
Τελευταία άρθρα στα blogs
- Nicholas Kirkwood Fall/Winter 2011-12
- Το ημερολόγιο μιας έφηβης
- Smell Me! Αρώματα Χειμώνας 2011-2012
- Τεχνόπολις και Λευκός Πύργος "ντύνονται" στα...ροζ!
- George Clooney...ο καρδιοκατακτητής!
- Η έκθεση φωτογραφίας του Antonio Banderas στην Αθήνα!
- H Beyonce είναι τελικά έγκυος?
- Μια superstar και ένα Fiat 500...!!
- Dukas@Paris
- Ο Μύθος του Οσάμα Μπιν Λάντεν
.
Τελευταία σχόλια στο KLIK
- 1 of 361
- ››


1995-2010 
Σχόλια
Είναι πανέμορφο! Που μπορώ να βρώ τέτοιο?
Υποβολή νέου σχολίου