Το Αδιέξοδο

Άρης Τερζόπουλος

Painting: Francisco de Goya y Lucientes -Saturn Devouring his Son Saturno devorando a su hijo. 1820 – 1823 Oil on plaster 57 1/2 inches x 32 3/4 inches 146 cm x 83 cm. Museo del Prado, Madrid Spain

www.museodelprado.es
http://en.wikipedia.org/wiki/Francisco_de_Goya

Οι κοινωνίες των ανθρώπων, από τεχνική άποψη αποτελούν ολοκληρωμένα συστήματα. Τα συστήματα που αρρωσταίνουν κάποια στιγμή πεθαίνουν. Για το ελληνικό σύστημα έφτασε η στιγμή της τελικής φάσης.

Όλο το απόγευμα τα κανάλια δεν σταμάτησαν τις αναμεταδόσεις από το μέτωπο του «πολέμου». Οι ρεπόρτερ αλαφιασμένοι μετέδιδαν τα τελευταία νέα με ελαφρώς τρεμάμενη φωνή. Φωτιές εδώ, φωτιές εκεί, φωτιές και πάρα πέρα. Σε αντίθεση με ότι έχει γίνει στο παρελθόν, σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπως στο Παρίσι για παράδειγμα πριν μερικά χρόνια, όπου οι επιθέσεις της βίαιης μάζας γίνονταν στην περιφέρεια, στις υποβαθμισμένες συνοικίες, εδώ οι επιθέσεις γίνονταν στο κέντρο της πόλης, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στα Χανιά, στη Λάρισα, στην Κοζάνη. Στις βραδινές εκπομπές των καναλιών, οι παρουσιαστές κατά κάποιο τρόπο, ελαφρώς σαστισμένοι προσπαθούσαν, να αντιμετωπίσουν την πρωτόγνωρη κατάσταση. Οι καλεσμένοι τους, απ’ όλο το πολιτικό φάσμα, έδιναν τις απόψεις τους, ο καθ’ ένας βέβαια από τη μεριά του και σύμφωνα με το σχετικό κομματικό όφελος. Των οικιών ημών εμπυπραμένων υμείς άδετε. Το γνωστό ρητό σε όλο του το μεγαλείο. Στο φόντο και με διάφορους τρόπους, οι φωτιές που ξεπηδούσαν, καίγοντας διάφορα κτίρια εδώ κι εκεί. Πάλι καλά. Οι φωτιές θα μπορούσαν να είχαν φτάσει και μέσα στο στούντιο και οι εκπομπές να γίνονται σε πιο ρεαλιστικό φόντο. Από αυτό και μόνο μπορούμε να συμπεράνουμε ότι και αυτή η «επανάσταση», δεν πέτυχε. Για να πω την αλήθεια, όλα αυτά δεν μου έκαναν καμιά εντύπωση. Τα είχα άλλωστε γράψει και από το καλοκαίρι, δεν θυμάμαι τώρα σε ποιο ακριβώς τεύχος του Κλικ, αλλά αν δεν βαριέστε μπορείτε να βρείτε το σχετικό άρθρο με τον τίτλο «Η Εξέγερση». Θα συνέβαινε . Ήταν νομοτελειακό. Τα μηνύματα είχαν εξ άλλου αρχίσει να έρχονται από καιρό. Όχι εδώ και μήνες. Εδώ και χρόνια. Η ελληνική κοινωνία είναι εξ άλλου άρρωστη εδώ και πολλά χρόνια. Η πτώση της χούντας το 1974, θα μπορούσε να είχε αποτελέσει, μια καλή ευκαιρία, για να φτιαχτεί μια σύγχρονη και λογική Ελλάδα. Αλλά δυστυχώς όπως απέδειξε η πραγματικότητα, αυτό δεν ήταν δυνατόν. Τα τραύματα του Εμφυλίου ήταν προφανώς τόσο βαθιά, που η ελληνική κοινωνία, άρχισε να αναπτύσσει σχιζοφρενικές τάσεις, από την αρχή της Μεταπολίτευσης. Το είχε πει άλλωστε πολύ πετυχημένα και ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Καραμανλής, με εκείνο το αμίμητο «η Ελλάδα είναι ένα απέραντο φρενοκομείο». Λίγο νωρίτερα, με την έλευση του Πασόκ στην εξουσία, η Ελλάδα είχε μια ακόμη ευκαιρία να βρει το δρόμο της. Δυστυχώς το άρωμα του χρήματος, ήταν πολύ δυνατό. Η Ελλάδα μπήκε στην τελική φάση της αρρώστιας της με τη μεγάλή ληστεία στο Χρηματιστήριο, μια ταφόπλακα στη λαϊκή αποταμίευση, από την οποία δεν μπόρεσε ποτέ να ξεφύγει. Η τωρινή συγκυρία, με την παγκόσμια συγκυρία να πιέζει ακόμη περισσότερο τα λαϊκά στρώματα, δημιουργεί αφόρητες πιέσεις. Συγχρόνως το οικονομικό κατεστημένο, που ρυθμίζει τα πράγματα εδώ και χρόνια και ελέγχει τα πάντα, μέσα σ’ ένα καθεστώς πρωτοφανούς ατιμωρησίας, κάνει τα πράγματα ακόμη πιο εκρηκτικά.

Δυστυχώς και αυτή η ανάφλεξη δεν έχει στόχο. Εκτός από αυτό είναι και τρομερά καθυστερημένη. Αυτά τα πράγματα πιάνουν τόπο, μόνο όταν γίνονται στην ώρα τους. Τώρα είναι πολύ αργά. Και ολόκληρη την Ελλάδα να κάψουν δεν πρόκειται να αλλάξουν και πολλά πράγματα. Δυστυχώς, στη ζωή τα πράγματα έχουν κόστος. Και αποτελεί μια από τις όχι και τόσο σπάνιες περιπτώσεις που μια κοινωνία είναι συνολικά υπεύθυνη για τα χάλια της. Σ’ αυτό το στάδιο της αρρώστιας της η Ελλάδα απλώς κανιβαλίζει το εαυτό της. Αλλά δεν είναι και τίποτα καινούργιο. Σύμφωνα με τον πάντα επίκαιρο αρχαίο ελληνικό μύθο και ο Κρόνος έτρωγε τα παιδιά του. Ώσπου ήρθε στο τέλος ο μικρός γιός του ο Δίας και τον «έφαγε» κι αυτόν.

Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Η ελληνική κοινωνία είναι θύμα ενός πολυμορφικού κατεστημένου, που δημιούργησε μόνη της και που εξακολουθεί να το τροφοδοτεί. Στη δύσκολη εποχή που έρχεται, κρατήστε δυνάμεις και κοιτάξτε να τα βγάλετε πέρα μόνοι σας, γιατί κανείς δεν νοιάζεται για σας. Απλώς κοιτάξτε να βρείτε τη δική σας μικρή λύση, από το μεγάλο Αδιέξοδο.

Αδιέξοδο

www.stixoi.info


Στίχοι, Μουσική: Αλκίνοος Ιωαννίδης

Δεν έχω τι να τραγουδήσω τι να πω
είναι η φωνή μου ένα σήμα από καπνό
κι έτσι για πάντα λέω το στόμα μου να κλείσω
για τίποτα άλλο πια να μην ξαναμιλήσω
μα πάλι πώς θα ζήσω

Μέσα σε σχολεία μέσα σε πανεπιστήμια
μέσα σε ωδεία σε στρατούς και γυμναστήρια
πέρασα χρόνια άλλος μπήκα κι άλλος βγήκα
κι έχω τη μόρφωση για όπλο και για προίκα
κι ένσημο για το ΙΚΑ

Φεύγει η ζωή τελειώνει σαν σεντόνι φανερώνει
ό,τι αγαπούσα και το άφησα ό,τι μισούσα και το κράτησα
φεύγει η ζωή τελειώνει σαν σεντόνι ξεδιπλώνει
τον εαυτό μου που τον ξέχασα το μέσα κόσμο μου που έχασα
με τέτοια που 'χω ψυχολογία, πώς θα βγω στη συναυλία;

Πάρε τα πάνω σου μικρέ πάρε τα πάνω σου
πάρε μολύβι κι έλα κάθισε στο πιάνο σου
και φτιάξε πάλι την αρχαία συνταγή
μ' ένα τραγούδι να γλυκάνεις την ψυχή
μα άραγε θα μου βγει;

Πρέπει να αδειάσεις το κεφάλι σου απ' τις σκέψεις
μήπως μπορέσεις τελικά να το αντέξεις
αυτά μου είπαν κάποιοι φίλοι χτες το βράδυ
μα εγώ το μόνο που ζητούσα ήταν το χάδι
και μια τους νότα στο σκοτάδι

Φεύγει η ζωή τελειώνει σαν σεντόνι φανερώνει
ό,τι αγαπούσα και το άφησα ό,τι μισούσα και το κράτησα
φεύγει η ζωή τελειώνει σαν σεντόνι ξεδιπλώνει
τον εαυτό μου που τον ξέχασα το μέσα κόσμο μου που έχασα
με τέτοια που 'χω ψυχολογία, πώς θα βγω στη συναυλία;

Σχόλια

«η Ελλάδα είναι ένα απέραντο φρενοκομείο»
Απο τον συγγραφέα Γιαννη Χριστοδουλάκη παραθέτω το απόσπασμα σαν τροφη για σκεψεις μετα το ολοκαυτωμα της Αθήνας, ώστε να ξέρετε καλύτερα τι μας περιμένει.

Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ

«Η κόλαση είναι οι άλλοι»
Jean Paul Sartre

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ Ο ΔΥΤΙΚΟΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Από την ίδρυση του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους ως και τη στρατιωτική δικτατορία του 1967 υπήρχε στον τόπο μια και μόνη κρατικά επίσημη και κοινωνικά κυρίαρχη ιδεολογία: ο δυτικού τύπου εθνικισμός. Ήταν οι απόψεις του Α. Κοραή και των ομοφρόνων του για την ταύτιση του Ελληνισμού με ένα και μοναδικό νεωτερικό σχήμα εθνικού κράτους, που αντλεί την ταυτότητά του απευθείας από την κλασική αρχαιότητα – ακριβώς όπως το έβλεπαν οι Δυτικοευρωπαίοι κλασικιστές, και θα έχει «καθαρεύουσα» γλώσσα και «αλυτρωτική» πολιτική.
Αργότερα, λόγω της απειλής του «άθεου κομμουνισμού», θα προστεθεί στον ελληνικό εθνικισμό και ολίγον «χριστιανισμός», τον οποίο η ελληνική ηγέτιδα τάξη προσάρμοσε στις αρχές του δυτικοευρωπαϊκού ιδεαλισμού.
Ο «ελληνοχριστιανισμός» υπήρξε και το κεντρικό σύνθημα της δικτατορίας των συνταγματαρχών ως «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» και σηματοδότησε το ιστορικό τέλος αυτής της ψευδεπίγραφης ιδεολογίας και των τεχνητών πολιτισμικών μορφωμάτων της. Η κατάρρευση, μετά το 1975, του Ελληνοχριστιανισμού, ξεσκέπασε την κωμική γύμνια τόσο του «ελληνοχριστιανικού» ιδεολογήματος, όσο και της «προοδευτικής» απόλυτα μεταπρατικής ιδεολογίας που αντιδρούσε στην ιδεοληπτική θρησκευτικότητα του «ελληνοχριστιανισμού». Δίχως αντιστάσεις, η «προοδευτική» ιδεολογία, αυτή η ιδεολογία της παραπλάνησης και της σύγχυσης αποτέλεσε το πολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έζησε ο Νεοέλληνας το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και εξακολουθεί να ζει στην αρχή του 21ου. Ένα πλαίσιο που δεν παράγει πλέον πρόταση πολιτισμού, πρόταση νοήματος του βίου. Όμως αυτή η υπερπροσπάθεια της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας του έθνους, οι Έλληνες να «εκσυγχρονιστούν», να «εξευρωπαϊστούν», δεν απέδωσε τα αναμενόμενα.
Βλέπαμε, και το διαπιστώνουμε ακόμη και σήμερα, ότι το εκάστοτε προσλαμβανόμενο, ενοποιούμενο με το προσλαμβάνον, απέβαινε και αποβαίνει μεταπρατικό και κραυγαλέα νόθο.
Αλλά εδώ τίθεται το ερώτημα: Γιατί οι Έλληνες επέλεξαν να εκνεωτεριστούν, ή πιο απλά, να εκδυτικιστούν;
Η απάντηση στο ερώτημα πρέπει, μάλλον, να είναι ότι ο δικός τους πολιτισμός αδυνατώντας να τους εξασφαλίσει ελεύθερη πολιτική ύπαρξη – τετρακόσια χρόνια ραγιάδες -, ο δυτικός θα τους την εξασφάλιζε, χωρίς να αναιρεί τη δική τους πολιτισμική ταυτότητα.
Συνεπώς, η οποιαδήποτε «ανεπάρκεια» του αποτελέσματος, αναγκαστικά οφείλεται στην υποτίμηση του βάθους των διαφορών. Περισσότερο, όμως, οφείλεται στη διαμετρικά αντίθετη ψυχοσύνθεση του Έλληνα – ή, αλλιώς, ελληνικότητα. Την αντανάκλαση αυτή της αξεπέραστης πολιτισμικής του κληρονομιάς, ως προς εκείνη
του δυτικού ανθρώπου. Πράγματι, το νεωτερικό άτομο είναι αυτοαναφορικό,(1) δηλαδή απρόσωπο, ενώ το ελληνικό είναι αναφορικό, δηλαδή εμπρόσωπο.(2)
Το ιδανικό του νεωτερικού ατόμου είναι η εξατομίκευση, που σημαίνει ότι στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων το άτομο υπάρχει ανεξάρτητα, άσχετα από την παρουσία του Άλλου γενικότερα: ως Φύσης, ως Θεού, ως Πλησίον.
Αυτός, άλλωστε, είναι ο μυθικός κινητήρας της νεωτερικής εξατομίκευσης, η δημιουργία του Υπεράνθρωπου,(3) του ανθρωποθεού.
Μπορεί όμως να υπάρξει τύπος ανθρώπου άσχετος – ανεξάρτητος από τη Φύση;
Ο δυτικός άνθρωπος λέει ναι: Αρκεί η κοινωνία να φτιαχτεί με τέτοιο τρόπο που δεν θα αποτελεί εμπόδιο στην εξατομίκευση – αυτοαναφορικότητα.
Παράδειγμα υλοποίησης του οράματος είναι οι σημερινές μεγαλουπόλεις. Χτισμένες πάνω στη Βιόσφαιρα, αλλά μέσα στην Τεχνόσφαιρα. Και αυτό πραγματοποιήθηκε διότι η Φύση, κατά τους Δυτικούς, είναι εκλογικεύσιμη και άρα κυριαρχίσιμη. Ήδη από την Αναγέννηση αναγγέλουν ότι η Φύση δέχεται να την παρακάμψουμε. Εμφάνισε και εξακολουθεί να εμφανίζει μιαν απέραντη δεκτικότητα στην εκλογίκευσή της και μέσω αυτής στην εργαλειακή της εκμετάλλευση.
Βεβαίως για να επιτευχθεί από τον νεωτερικό άνθρωπο το τεχνολογικό στρατήγημα, χρειάστηκε να απομυθοποιηθεί, να ξεμαγευτεί ο κόσμος. Να «σφαχτούν οι Θεοί», ώστε να απελευθερωθεί και να μεγαλουργήσει η τεχνολογία. Φυσικά, όλοι οι Θεοί, και ο Χριστιανισμός, διότι αν υπάρχει μέσα σας τότε είναι αδύνατο να κυριαρχήσουμε έξω μας.

(1) Δηλαδή, αυτοπροσδιοριζόμενο, αυτονοηματοδοτούμενο, μη περιοριζόμενο από καμιά εκτός αυτού ετερότητα.

(2) Όταν «πρόσωπο» σημαίνει προς όψιν, δηλαδή αναφορά στον άλλο.

(3) Φ. Νίτσε

Έτσι ο κόσμος μετατρέπεται σε κάτι το ουδέτερο: άψυχη μάζα και ενέργεια. Η ιστορία γίνεται η βίβλος της αποκάλυψης του Ανθρώπου, του μοναδικού αληθινού θεού: του Ανθρωποθεού.
Αυτά συνθέτουν, άλλωστε, την καθημερινή πραγματικότητα. Ο τεχνητός κόσμος επεκτείνει συνεχώς τα όρια της κυριαρχίας του πάνω στον φυσικό κόσμο και όπως δέχεται η νεωτερική θεωρία της «Προόδου», η απόλυτη συλλογική αυτονομία έναντι της Φύσης είναι ζήτημα χρόνου. Αν κάποια οικολογικά παρατράγουδα – διατάραξη του κλίματος κ.ά. – έρχονται να θολώσουν το όραμα, αυτά είναι προσωρινά, αφού η Επιστήμη θα βρει την κατάλληλη λύση. Κατά συνέπεια, το κλάσμα της τεχνολογικώς αυξανόμενης συλλογικής αυτονομίας, η ατομική αυτονομία, αργά ή γρήγορα θα υπερβεί και το όριο – σκάνδαλο της φθοράς και του θανάτου, χάρη στην ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι η μηχανή δεν πεθαίνει, όταν για κάθε εξάρτημά της υπάρχουν ανταλλακτικά. Στο οριακό αυτό σημείο που θα φθάσουμε, όταν φθάσουμε, η «αυτοθέωση» θα είναι γεγονός!
Αλλά αν ο κόσμος μπορεί να απαλειφθεί, τι γίνεται με τον Πλησίον, τον Άλλον; Πώς θα γίνει ώστε ο αυτοαναφορικός μου ορίζοντας να μην απειλείται από την παρουσία της διαφορετικότητάς του;(1) Κι εδώ οι νεωτερικοί έχουν βρει τη λύση. Αρκεί να τηρηθεί το εξής προαπαιτούμενο: Η αγνόηση της προσωπικής ετερότητας να είναι ο άξονας της κοινωνικής μας συγκρότησης, που στην πράξη σημαίνει, την πάση θυσία,
αποφυγή αμεσότητας των σχέσεων καθόσον η εγγύτητα εμποδίζει τη λειτουργία της απρόσωπης κοινωνικότητας.
Και οι Έλληνες τι λένε για όλα αυτά; Λένε και πράττουν ακριβώς τα αντίθετα: Από τον τρόπο που διασκεδάζουν ως τον τρόπο που θρησκεύονται βροντοφωνάζουν ότι η Κόλαση είναι η τεχνητή μη ορατότητα του προσώπου του άλλου, δηλαδή ο απρόσωπος πλησίον. Η επινόηση του Φρόιντ, το ντιβάνι του ψυχαναλυτή, η απρόσωπη σχέση αναλυτή και αναλυόμενου, δεν βρήκε απήχηση στο ελληνικό κοινό, όπως και δεν διανοήθηκε ο πιστός Έλληνας να εξομολογηθεί σ’ έναν πνευματικό που τον παρατηρεί αθέατος πίσω από το καφασωτό.
Αυτό τον θεσμοποιημένο ελεύθερο διαγωνισμό για την κυριαρχία, όπου η διαφορετικότητα

(1) Διότι είναι αδύνατο στην άμεση – αδιαμεσολάβητη σχέση να μην αναδυθεί η ετερότητα του Άλλου, να μπορέσει να κρυφτεί το άτομο πίσω από ένα απρόσωπο εξατομικευμένο κοινωνικό προσωπείο.

του Άλλου ισοδυναμεί, στο υπαρξιακό επίπεδο, με το κυνήγι και ενδεχομένως το φόνο του Άλλου – όχι μόνο του απολύτου Άλλου, δηλαδή του Θεού, αλλά και του σχετικού απέναντί μου Άλλου, του Πλησίον, ο Έλληνας δυσκολεύεται αφάνταστα να τον κατανοήσει.
Αυτή η ετεροφονική ορμή, η αναγκαία πλέον συνθήκη για την υπαρξιακή αυτοεπιβεβαίωση της προσωπικότητας του νεωτερικού ανθρώπου, παίζει ένα ρόλο δομικό στον πολιτισμό του. Λέγεται «ανταγωνισμός» και αποτελεί τον θεμελιακό κοινωνικό κινητήρα του.
Έτσι χτίζεται το κοινωνικό σκηνικό πού παίζεται η θεατρική παράσταση της απρόσωπης κοινωνικότητας. Ο τύπος κοινωνίας όπου ο καθένας μπορεί να υπάρχει αφ’ εαυτού και για τον εαυτό του και η προσωπική ιδιαίτερη ανάγκη υποκαθίσταται από την αδιαφοροποίητη ατομική ανάγκη, τη μαζική ανάγκη. Όμως αποπροσωποποίηση των αναγκών σημαίνει και αποπροσωποποίηση των σχέσεων και φυσικά της γλώσσας.
Η γλώσσα μετατρέπεται σε κώδικα, κάτι που στερεί από το συναίσθημα και την επιθυμία το λεξιλόγιο εκείνο που τους επιτρέπει να υπεισέλθουν στη σχέση ως εκφραστές της προσωπικής ετερότητας. Έτσι, λοιπόν, ό,τι είναι προσωπικό, διαφορετικό ακόμη και απροσδιόριστο, πετιέται έξω από τη σφαίρα των σχέσεων, στο πουθενά, και οι σχέσεις διαμεσολαβούνται από λογικές μηχανές, τα συστήματα. Τα οποία επεξεργάζονται ύλη, ενέργεια, πληροφορίες με τέτοιο τρόπο, ώστε πάνω στο δικό τους σανίδι, τα άτομα να παίζουν προκαθορισμένους, λογικά ιεραρχημένους και οπωσδήποτε απρόσωπους ρόλους.
Η νεωτερική αυτή κοινωνία, είναι σήμερα ένα πολύπλοκο δίκτυο συστημάτων. Μια επιχείρηση, ένα νοσοκομείο είναι συστήματα. Σύστημα είναι επίσης το πολιτικό, το δικαστικό, το εκπαιδευτικό, αλλά και ο καπιταλισμός.
Καθημερινά παρατηρούμε ότι, με βάση τη θεωρία των συστημάτων, η κοινωνία αποδελτιώνεται σε «προβλήματα» και κάθε «πρόβλημα» αντιμετωπίζεται με την κατασκευή ενός συστήματος, που δουλεύει με την προσομοίωση του πραγματικού σε μηχανικό. Πιο απλά, το πρόβλημα, δηλαδή η αντίφαση «χάους» και «τάξης», μη-γραμμικού και γραμμικού χώρου, επιλύεται δια της απαλοιφής του «χαοτικού», του μη-γραμμικού, και όταν κάτι δεν επιδέχεται γραμμική προσομοίωση πετιέται, αφήνεται απ’ έξω.
Κάτι όμως που έχει εντελώς πρακτικό ενδιαφέρον είναι αν υπάρχουν όρια στη συστηματική προσομοίωση. Θεωρητικά δεν υπάρχουν, δεδομένου ότι, ενώ η πραγματικότητα δεν είναι γραμμική, επιδέχεται απεριόριστο γραμμικό χειρισμό. Όμως, εκ πείρας, γνωρίζουμε ότι υπάρχει όριο και αυτό είναι η αντοχή του φυσικού περιβάλλοντος, δηλαδή της Βιόσφαιρας, αλλά και κάθε επιμέρους ατομικής και συλλογικής πραγματικότητας.
Σ’ αυτό το μονοπάτι βαδίζει ο σύγχρονος άνθρωπος, το νεωτερικό άτομο. Αλλά πώς έφθασε ως εδώ;
Στον Μεσαίωνα «μηδένισε» το Θεό, για να απαλλαχθεί από τις φεουδαρχικές, θρησκευτικές και πολιτικές εξουσίες, που Τον χρησιμοποιούσαν.
Μηδενίζοντας το Θεό, μηδένισε και κάθε αυθυπερβατική δυναμική του προσώπου, διακηρύσσοντας ότι ο Θεός δεν υπάρχει ή αν υπάρχει, δεν παρεμβαίνει, έχει αποσυρθεί. Στη συνέχεια μηδένισε την αυτονομία κάθε συλλογικής πραγματικότητας, υποστηρίζοντας ότι η ομάδα δεν έχει υπόσταση παρά μόνο σαν άθροισμα ατόμων, και τέλος, προχώρησε στο μηδενισμό του ανθρώπινου προσώπου, διότι κατ’ αυτόν η ανθρώπινη φύση δεν επιδέχεται ούτε χρειάζεται βελτίωση. Ο άνθρωπος δεν μπορεί, ό,τι και να κάνει, να υπερβεί τη «φύση» του, διότι τα πάθη του είναι φυσικά.
Σ’ αυτές τις μηδενιστικές εξισώσεις βρίσκεται το διαχρονικότερο και το πιο εξόφθαλμο γνώρισμα του νεωτερικού πολιτισμού. Η προσφυγή στα συστήματα, ως τάση, υπήρχε βεβαίως και στις προνεωτερικές κοινωνίες. Στην αρχαία Ελλάδα κανείς δεν αγνοούσε τη μηχανική σκέψη, την αντίθεση «χάους» και «τάξης», αλλά εκεί είχε δευτερεύουσα σημασία. Ο Θεός της τεχνολογίας, ο Ήφαιστος, ήταν πανάσχημος και κουτσός, διότι εκείνο που εκτιμούσαν οι αρχαίοι Έλληνες στους θεούς τους ήταν πριν απ’ όλα η ομορφιά τους, η ακλόνητη υγεία τους και η ψυχοσωματική τους ακεραιότητα. Νόημα και σκοπό στην παιδεία τους δεν έδιναν τα μηχανικά συστήματα. Γι’ αυτό και δεν έβαζαν ποτέ τον Ήφαιστο στη θέση του Δία.

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ

Στη Δυτική Ευρώπη η μετάβαση από τον Μεσαίωνα στον νεωτερικό Πολιτισμό, αντιστοιχεί στη σύντηξη δύο κληρονομιών, δύο παραδόσεων: τη λατινική και τη μεταρρυθμιστική του Βορρά. Η δεύτερη, που αντιστοιχεί στον ατομοκεντρικό τύπο ανθρώπου, δείχνει να επικρατεί στις μέρες μας. Δεν βασίζεται μόνο στην αποπομπή του ανθρώπινου προσώπου, αλλά και του θεϊκού. Το οποίο πρόσωπο υπόσχεται να αντικαταστήσει με ένα μηχανικό – συστηματικό Θεό, υπηρέτη των επιθυμιών του ανθρώπου.
Η τεχνολογία, λοιπόν, προβάλλει σαν ο κατ’ εξοχήν φορέας μιας απομυστικοποίησης του κόσμου. Προβάλλει την εμπειρία του «γεννηθήτω φως – και εγένετο φως», δηλαδή άμα εμένα, του σύγχρονου ανθρώπου, που κολυμπάω στα τεχνολογικά
επιτεύγματα, μου έρθει να φωτίσω το δωμάτιό μου, στον σπιτικό «κυβερνοχώρο» μου, δεν θα χρειάζεται καν να πατάω το διακόπτη για να ανάψουν τα φώτα, θα αρκεί να το πω και ίσως αργότερα θα αρκεί να το σκεφτώ.
Αυτό όμως είναι μαγικό. Το να λες ή να σκέφτεσαι κάτι κι ευθύς να γίνεται, αποτελεί πραγμάτωση ενός μαγικού ονείρου. Τέρμα οι λιτανείες για να βρέξει, και οι προσευχές στον Άγιο Νικόλαο για να πάψει η τρικυμία. Το λες στο δορυφόρο και όλα γίνονται. Το πνεύμα, λοιπόν, της Νεωτερικότητας, κλειστό προς την υπερβατικότητα, λίγο – λίγο εκκοσμικεύθηκε σε μια τιτάνια θέληση για δύναμη προμηθεϊκού τύπου. Μέσα από την ιστορική πορεία δυτικών ανθρώπων, που ανήκουν στη διανόηση και στην αστική τάξη, μπορούμε άνετα να παρακολουθήσουμε την πορεία της νεωτερικότητας.
Ο πολιτισμός αυτός ακολούθησε μια διαδρομή τεσσάρων φάσεων: Διαφωτισμός, στον 18ο αιώνα έως το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, Ρομαντισμός, Μοντερνισμός, από τα μέσα του 1900 ως τα μέσα του 20ού αιώνα, Μεταμοντερνισμός, από την έκτη δεκαετία του 20ού αιώνα και μετά.
Η διαδοχή τους δεν είναι μια αυστηρά γραμμική ακολουθία. Κάθε επόμενη φάση περιλαμβάνει τα κεντρικά μοτίβα των προηγούμενων, αλλά σε μια υποδεέστερη θέση. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Ο Διαφωτισμός πιστεύει ότι όλα τα προβλήματα επιδέχονται λύση με τη βοήθεια της Λογικής και πρακτική λύση με τη βοήθεια της Μηχανικής. Οπότε το θέμα είναι να αλλάξουν οι εξωτερικές συνθήκες, όχι να αλλάξει ο ίδιος ο άνθρωπος.
Ο Ρομαντισμός αναπληρώνει την έλλειψη εσωτερικότητας και πιστεύει ότι το συναίσθημα προηγείται της λογικής και κατά συνέπεια απεχθάνεται τη μηχανοκρατία.
Αντίθετα, ο Μοντερνισμός ενσαρκώνει το ορθολογικοκρατούμενο άτομο, που βλέπει τον εαυτό του σαν αυτορυθμιζόμενη μηχανή, η οποία οφείλει να λειτουργεί σωστά, ώστε να έχει την αναμενόμενη μέγιστη απόδοση.
Στη θέση της ψυχής έχει εγκαταστήσει το λογικό του Εγώ, το οποίο είναι το κέντρο ελέγχου της μηχανής. Είναι απόλυτα προσγειωμένος, έχει σταθερές αρχές και πιστεύει μόνο στην επιστήμη και στην τεχνολογία.
Ο μοντέρνος άνθρωπος αναγνωρίζει στην ομάδα μια συμβατική ψευδο-ταυτότητα, η οποία, όπως π.χ. εκείνη του κόμματος, δεν πρέπει να υπερβαίνει το πρόγραμμα και το καταστατικό του, ή αν πρόκειται για εταιρεία, η ταυτότητά της δεν επιτρέπεται να είναι κάτι παραπάνω από ό,τι λέει η καταστατική της πράξη. Αυτό, λοιπόν, το άτομο του αμερικάνικου πραγματισμού, θα βρει ανταπόκριση και από το άτομο του «επιστημονικού σοσιαλισμού». Και τα δύο έχουν την ίδια ψυχολογία, αποτελούν το πρότυπο μηχανιστικής κατανόησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς και ενοποιούν άριστα τις κυριαρχούσες τάσεις των σύγχρονων κοινωνιών, τις τάσεις για ισχύ, δηλαδή κυριαρχία, φήμη ή πλούτο και άγρια αποδέσμευση του γενετήσιου ενστίκτου.
Ο Μεταμοντερνισμός υποδήλωνε αρχικά ένα ρεύμα στην Τέχνη. Τώρα ολοκληρώνει το πρόγραμμα, είναι η τελευταία πινελιά στο πορτρέτο της νεωτερικότητας.
Είναι η «κοινωνία της πληροφορίας», η «νέα οικονομία», η «μαζική δημοκρατία», ο «πολιτισμικός καπιταλισμός» κ.λ.π. Σηματοδοτεί το τέλος του αστικού πολιτισμού, εφόσον εκπροσωπεί την απελευθέρωση των πάντων. Την «πολιτική απελευθέρωση της Τέχνης…»(1) Έτσι, ο μεταμοντέρνος τύπος ανθρώπου αισθάνεται ότι «κατασκευάζεται» από τις «συνθήκες», που κατά κανόνα είναι απρόβλεπτες. Με την «εικονική πραγματικότητα», όπου τα πάντα αλλάζουν, πριν καλά – καλά σταθεροποιηθούν, αποκαλύπτεται ότι ο εαυτός του είναι μια κινούμενη άμμος, μια μεταβαλλόμενη εικόνα που αντανακλά τα εφήμερα περιεχόμενα που διακινούνται στα δίκτυα.

(1) Jean Baudrillard, «Η διαφάνεια του κακού», εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1996

Ο μεταμοντέρνος άνθρωπος κατακλύζεται, λόγω της καλπάζουσας τεχνολογίας των επικοινωνιών, από την Βαβέλ των φωνών της ανθρωπότητας και τις κονσερβαρισμένες εικονικές πραγματικότητες, που κατά μόνας καταναλώνει, και προσπαθεί απεγνωσμένα να αφομοιώσει την πολυποίκιλη λογική τους και να τις κάνει δικές του. Έτσι, ο ίδιος ο άνθρωπος είναι μια ρωμαϊκή αρένα, όπου μια λεγεώνα άσχετων μεταξύ τους Εγώ, κονταροχτυπιούνται για να ανέβουν έστω και για λίγο στο βάθρο του δικού του Εγώ. Το πλήθος αυτό από τις άσχετες και αντικρουόμενες μεταξύ τους γλώσσες, κυριολεκτικά υπονομεύει και τελικά δυναμιτίζει κάθε τι που παρουσιαζόταν πριν ως σταθερό, αξιοπρεπές, ορθολογικό και ευνόητο. Κάθε τι που διαισθανόταν, ο συγκεκριμένος άνθρωπος, πως είναι η δική του αλήθεια.
Ο θρυμματισμός, λοιπόν, της αυτοκατανόησής του κάνει τον σημερινό άνθρωπο αντιφατικό, σχετικιστικό, χαοτικό. Τον κάνει να μην πιστεύει στη μία και μοναδική αλήθεια και να πιστεύει ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ποια από τις σχετικές αλήθειες είναι η αληθινότερη καθόσον όλες κατ’ αυτόν οι αλήθειες είναι ιδιοτελείς, με κανονιστικό, δηλαδή εξουσιαστικό περιεχόμενο. Γι’ αυτό λέει στον συνομιλητή του, ότι δεν παραδέχεται την αλήθεια του για να μην υποταχθεί σ’ αυτόν.
Κατ’ ακολουθία και οι ηθικές αρχές είναι για τον μεταμοντέρνο συνάνθρωπό μας σχετικές και συμβατικές, εξαρτώμενες από τα δεδομένα γλωσσοκοινωνικά τους πλαίσια, χωρίς καμιά υπερβατική αυθεντία. Η μόνη παραίνεση που τον συναρπάζει και που απηχεί το όραμά του, την τέλεια αυτοπραγμάτωση, είναι το περίφημο «να είσαι ο εαυτός σου», δηλαδή να κάνεις ό,τι περνάει από το χέρι σου, ώστε εδώ τώρα, όλα σου τα ψυχόρμητα να ικανοποιούνται ηδονικά.
Αυτά όλα σημαίνουν γι’ αυτόν ότι η Ιστορία και η Παράδοση, δηλαδή η συνέχεια της πείρας που μεταγγίζεται από γενιά σε γενιά, ακόμη και η ιδιαιτερότητα συμβολής στην πολιτισμική εξέλιξη της ανθρωπότητας, παραμερίζονται μπροστά στις ενστικτώδικες απαιτήσεις αυτοσυντήρησης και ηδονής που του εκπληρώνει ο καταναλωτισμός και που θεωρεί σαν ύψιστη ποιότητα ζωής. Αλλά μηδενίζοντας τη συλλογική του ταυτότητα και ανεβάζοντας στα ουράνια το παρόν της ατομικής του πράξης, τα αποκλειστικά υποκειμενικά ελατήριά του, τότε μένει μόνος του στο σύμπαν. Η αποβολή κανονιστικών διατάξεων από τη συμπεριφορά του, καθιερώνει την άμεση αυτοϊκανοποίηση ως ζητούμενο σε όλες τις βαθμίδες της κοινωνίας. Η ανεξέλεγκτη βία έρχεται σαν φυσικό επακόλουθο της αντίληψης αυτής. Εδώ κάπου εντάσσεται και ο ακτιβισμός και η ατομική τρομοκρατία. Υπάρχει, επίσης, η διέξοδος των ναρκωτικών, αλλά και η νεοεποχίτικη αναζήτηση κάποιας άλλης κατάστασης με
το «ναι σε όλα, μέσα στο τίποτα». Στο επίπεδο των μαζών όλα συγκλίνουν στον ηδονιστικό μηδενισμό της ισότητας των ευκαιριών συμμετοχής στην καταναλωτική αποχαύνωση του ενός τρίτου των κεντρικών προνομιούχων.
Αυτά τα μεταμοντέρνα συμβαίνουν εμφανώς στο αστικό τοπίο της Ευρώπης και της Αμερικής. Και στην μικρή Ελλάδα, των αρχών του 21ου αιώνα, τι συμβαίνει;
Και εδώ το τοπίο είναι «όπως Αμερική». Μια μεγάλη μερίδα Ελλήνων προσδιορίζει τις ανάγκες της με μέτρα μόνο οικονομικά και λογαριάζει σαν ποιότητα ζωής την καταναλωτική αποκλειστικά ευχέρεια. Η δημόσια γλωσσική εκφραστική – εφημερίδων, ραδιοφώνου, τηλεόρασης, εκπροσώπων της πολιτείας – διατηρεί μόνο ρητορική σχέση με τον αξεπέραστο ελληνικό πολιτισμό. Προβάλλει έντονα το μεταμοντέρνο μοντέλο του χυδαίου καταναλωτισμού, με κορωνίδα τον νεοπλουτισμό, μέσα από τον «φιλαθλητισμό» και τον κρατικά θεσμοποιημένο τζόγο.
Όμως εδώ, εντελώς παράδοξα, όλοι οι ανεξαιρέτως παραιτημένοι από αξιώσεις ελληνικότητας, στα πλαίσια του μεταμοντέρνου Ελλαδισμού,(1) επιτίθενται με βιαιότητα(2) στο τμήμα εκείνο της ελληνικής κοινωνίας(3) που αντιστέκεται, αναζητώντας νόημα στην ύπαρξη και στη συνύπαρξη, ιστορική αυτοσυνειδησία, πολιτισμική ιδιαιτερότητα και γλωσσική συνέχεια. Που πιστεύει στον Τριαδικό Θεό, που θυμάται, τιμά τους προγόνους του και μνημονεύει τα πολιτισμικά και ηρωικά τους κατορθώματα, έχει αίσθηση ελληνικής πατρίδας και κρατάει τις εθνικές παραδόσεις. Που τολμά να μιλάει για ελληνικότητα και να μάχεται για το πρωτείο της ποιότητας.
Βέβαια, σήμερα, που ο Καπιταλισμός – ως Μεταμοντερνισμός – βρίσκεται στο απόγειο της ιστορικής του διαδρομής, όλα αυτά που συμβαίνουν σ’ όλο τον κόσμο, εξ ονόματός του, φαντάζουν φυσιολογικά. Όμως, και αυτό έγκυρα επιμαρτυρείται, ο κύκλος κλείνει και τα σημάδια του τέλους γίνονται όλο και περισσότερο αισθητά σ’ όλες τις κοινωνίες σε Ανατολή και Δύση. Ήδη, από τον 19ο αιώνα, ο Μαρξ είχε αντιληφθεί και καταγράψει στα πρώιμα κείμενά του, την κατάληξη της νεωτερικής εξατομίκευσης, όταν έβλεπε την εκβιομηχάνιση και την τεχνική να εισβάλει στη Βιόσφαιρα. Στα χνάρια του πολλοί διανοητές διεθνούς κύρους προτείνουν ή την επιστροφή στην προτεχνολογική εποχή ή την εμμονή στον τεχνολογικό μεσσιανισμό. Άλλοι προτείνουν την αναζήτηση μιας τρίτης σφαίρας, η οποία θα λύνει την αντίφαση Βιόσφαιρας – Τεχνόσφαιρας, δηλαδή ενός Βιόκοσμου όπου ο άνθρωπος θα είναι ελεύθερος, τόσο από τη φυσική παρουσία όσο και από τη μηχανικότητα των συστημάτων. Αυτό το τελευταίο είναι ρεαλιστικό ή πρόκειται για ρομαντική ονειροπόληση; «Ο καιρός γαρ εγγύς» και θα δείξει.

(1) Που μπλοκάρει κάθε κριτική σκέψη και οδηγεί σε ιδιοτελέστατα συμφέροντα και ψυχολογικές εγκυστώσεις.

(2) Βάζουν ετικέτες: «συντήρηση», «Ελληναράδες», «Κόκκινη Μηλιά». Καταγγέλλουν τον μπαμπούλα του «εθνικισμού» και της «θρησκοληψίας». Ασκούν μεθοδική ιδεολογική τρομοκρατία διασυρμού και περιθωριοποίησης των αντιφρονούντων.

(3) Το οποίο ακόμη υπάρχει αν και απουσιάζει από κάθε δημοσκόπηση και δημόσια καταγραφή.

ΤΟ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟ ΑΤΟΜΟ
ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ
Η ιδεολογία που κυριαρχεί στο μεταμοντέρνο Δυτικό Πολιτισμό είναι η ηδονιστική ιδεολογία της αυτοπραγμάτωσης μέσα από την κατανάλωση. Οι αστικές και άλλες αξίες έχουν αντικατασταθεί από τις αξίες του ηδονισμού, της εδώ και τώρα ικανοποίησης της καταναλωτικής επιθυμίας. Η κοινωνία αυτή του στερημένου ταυτότητας ανθρώπου χάνεται μέσα στην αχρωμία και στην ανωνυμία απρόσωπων δομών που συγκροτούν την ύπαρξή του, την προσωπικότητά του. Μια προσωπικότητα ετεροκατευθυνόμενη και ελεγχόμενη από το φόβο και την άγνοια.
Το μεταμοντέρνο, λοιπόν, άτομο χωρίς διαχρονική συνοχή, αποτελεί και τον ανθρωπολογικό τύπο της σύγχρονης μαζικής, όπως λέγεται, δημοκρατίας και στη σημερινή Ελλάδα. Το άτομο αυτό δεν πιστεύει ότι έχει ψυχική ενδοχώρα και θέλει να βλέπει τον εαυτό του να κυριαρχείται από ένα αυτόνομο και περιχαρακωμένο εγώ. Όμως, αισθάνεται στην καθημερινότητά του να τον διαμορφώνουν συνθήκες κατά κανόνα απρόβλεπτες. Να τον προσκαλούν να υποδυθεί μια ποικιλία αντιφατικών ρόλων, που τον οδηγούν μοιραία στην αποσύνθεση του εγώ του και στη διάλυσή του σε μια πληθώρα άλλων πολιτισμικών εγώ. Να τον θέλουν, με άλλα λόγια, «πολυπολιτισμικό». Ένα εαυτό που κάνει μόνο «σέρφινγκ» πάνω στα εκάστοτε κοινωνικο – πολιτικά κύματα. Όταν αυτό γίνει, όταν η συνείδησή του γίνει παιχνίδι στους κανόνες της μεταμοντέρνας μηχανοκρατικής εκφραστικής, της εικονικής πραγματικότητας, όταν δηλαδή πέσει στα χέρια του ασυνείδητου, τότε διψά για δύο πράγματα: για δύναμη και για γενετήσια ικανοποίηση.
Κατ’ ακολουθία τινάζει στον αέρα αστικές συμβάσεις και θεσμίσεις, όπως η οικογένεια και η κοινοτική ζωή, αλλά και άλλες αρχές, ηθικές κυρίως, που τις θεωρεί εμπόδια στον «απελευθερωτικό – αντιεξουσιαστικό, όπως τον αποκαλεί, αγώνα του. Στα πλαίσια ενός τέτοιου αγώνα, ο σκοπός αυτός που καταστρέφει κάθε ισορροπία πολιτισμού και φύσης, αγιάζει τα μέσα, και δεν υπάρχει ούτε υποψία τύψεων ή συγγνώμης από τη μεριά του σημερινού μεταμοντέρνου «αντιεξουσιαστή» για τα θύματα των βιασμών ή βομβιστικών και άλλων τέτοιου είδους ενεργειών του. Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά εφόσον η αποδέσμευση του ενστίκτου, γενετήσιου ή άλλου, υμνείται ακόμη και από τα μέσα ενημέρωσης σαν πρωτογενές άγγιγμα της ανθρώπινης «αλήθειας», που αναβαπτίζει λυτρωτικά τον άνθρωπο στις άδολες πηγές της ζωής.
Στην κοινωνική πρακτική, λοιπόν, ο μεταμοντέρνος συνάνθρωπός μας αναπαράγεται αναπληρώνοντας στα πλαίσια ενός συλλόγου, μιας θρησκείας, μιας αθλητικής ομάδας, μιας σέχτας ή κατ’ ιδίαν, το κενό νοήματος που βιώνει στη δημόσια σφαίρα. Να γιατί λέει ή ψηφίζει ναι σε όλα. Να γιατί φαίνεται να απολαμβάνει τον κυρίαρχο μηδενισμό της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής κοινωνίας. Αυτόν τον ηδονιστικό μηδενισμό, τον κατάλληλο για ρομπότ και φαντάσματα, που ταυτίζει το σώμα με μηχανισμούς και οδηγεί αναπότρεπτα στη μηχανοποίηση της ηδονής, που με τη σειρά της μεταβάλλει το σώμα σε σκιά. Πράγματι, ο υλισμός στην πράξη είναι αφαιρετικός. Όταν είναι οπτικός συγγενεύει με τον αυνανισμό κι όταν είναι διανοητικός με τον σαδομαζοχισμό.
…………………………………………………………………………………………………Ο πολιτισμικός τύπος της νεοελληνικής αναγέννησης και της κρατικής της ενσάρκωσης είναι ο δυτικός μοντερνισμός στην μεταμοντέρνα προοπτική του.
Αν, λοιπόν, υποθέσουμε ότι η ταυτότητα του έθνους μας, όπως και κάθε έθνους, δεν ορίζεται σε αναφορά με άλλο έθνος, ή έθνη, αλλά σε αναφορά, σε σχέση με τον εαυτό του, τα κενά που παρουσιάζονται στη συλλογική μας αυτογνωσία δεν επιτρέπουν ούτε καν την προσέγγιση του μεταμοντέρνου μας εαυτού, κάτι που ανανεώνει και αναπαραγάγει την παραδοσιακή μας τύφλα. Αυτά συμβαίνουν διότι από το 1821 και μετά, αλλά και στις αρχές του 21ου αιώνα, η κυρίαρχη φιλοδυτική θέση απορρίπτει κάθε τι που έχει σχέση με τον οικουμενικό Ελληνισμό και την Ορθοδοξία. Το σκεπτικό της είναι ότι η μεν οικουμενική προοπτική κλείνει το δρόμο στην εξατομίκευση, την πανάκεια αυτή του μεταμοντερνισμού, η δε Ορθοδοξία και παράδοση, ζητώντας από τον Έλληνα να γίνει «κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού», τον εμποδίζει να είναι αυθεντικός, να είναι ο εαυτός του, να εφεύρει μόνος του την εικόνα του και να μετέχει στον σημερινό μεταμοντέρνο, εξατομικευμένο κόσμο που προχωράει ακάθεκτος από θρίαμβο σε θρίαμβο και από δόξα σε δόξα.
Γνωρίζοντας ταυτοχρόνως και το στίγμα της «αντι-δυτικής» τάσης, είτε από την πλευρά της ιερατικής εκπροσώπησης της Ορθοδοξίας είτε από την πλευρά της πολιτικής πλατφόρμας, διαπιστώνεται ότι ο ελλαδικός μεταμοντερνισμός δεν αποτελεί παρά μια μικρή λωρίδα στο ευρύ μεταμοντερνιστικό φάσμα των άλλων λαών του σημερινού κόσμου. Η διαπίστωση είναι σκληρή, είναι μάλλον νομοτελειακή, αλλά αυτό που έλεγαν οι Λατίνοι, Dura lex sed lex – σκληρός ο νόμος, αλλά νόμος – κατά τα φαινόμενα αρμόζει στην παρακμιακή πραγματικότητα των Νεοελλήνων, που σαν κάθε ρευστή μάζα, πήραν τη μορφή του δοχείου μέσα στο οποίο βρέθηκαν.

ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Σήμερα που κλονίζεται ο νεωτερικός άξονας των εθνικών ταυτοτήτων, καθώς έχει εισβάλλει πλησίστιος ο μεταμοντέρνος μηδενισμός, κάποιοι Έλληνες προβληματίζονται πάνω στις, όπως ήταν φυσικό, ανταγωνιστικές τοποθετήσεις που υπήρχαν και υπάρχουν για την ταυτότητά μας, την ιδιοπροσωπία μας μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι.
Τον 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα οι Διαφωτιστές Έλληνες (Α. Κοραής και άλλοι) υποστήριζαν ότι Έλληνες είναι μόνον οι Έλληνες της εποχής τους και οι Αρχαίοι.
Στα μέσα του 19ου αιώνα, άλλοι (Σπ. Ζαμπέλιος, Κ. Παπαρρηγόπουλος) διακηρύσσουν ότι ο Ελληνισμός – αρχαίος, «Βυζαντινός», νεωτερικός – είναι ένα και το αυτό Έθνος.
Τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα οι σοσιαλιστές, οι κομμουνιστές, αλλά και οι διαφόρων αποχρώσεων αναρχικοί, αμφισβητούν κάθε εθνική συνέχεια. Κατ’ αυτούς οι Νεοελληνική εθνική οντότητα είναι γέννημα του καπιταλισμού και όπως ο γεννήτοράς της, ο Καπιταλισμός, είναι εκμεταλλευτική – καταπιεστική και κάποια στιγμή θα εκλείψει μαζί του.
Από το 1989, έτος πτώσης του υπαρκτού σοσιαλισμού, για τους νεοφιλελεύθερους, αλλά και πολλούς «προοδευτικούς» λάτρεις του μεταμοντερνισμού, ο όρος «έθνος» και «εθνική ταυτότητα» δεν έχει πλέον νόημα.
Αυτή η τελευταία, η εθνομηδενιστική, σήμερα κυριαρχεί, ενώ οι άλλες τρεις, αν και στο περιθώριο, δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί.
Αλλά ποιο είναι το «γήπεδο» μέσα στο οποίο συγκρούονται αυτές οι εκδοχές; Είναι ο Ελληνοκεντρισμός, ο μυθικός κινητήρας όλων των απελευθερωτικών αγώνων των Ελλήνων στον ιστορικό χρόνο, των αγώνων για εθνική ύπαρξη και συνοχή, άρα για εθνική ταυτότητα.
«Κέντρα», λοιπόν, που μιλούν εξ ονόματός της, προβάλλουν ως καθολική τη δική τους άποψη γι’ αυτήν προκειμένου να ρυμουλκήσουν την ελληνική κοινωνία προς την κατεύθυνση του δικού τους συγκυριακού προτύπου.
Σήμερα, στις αρχές του 21ου αιώνα, κυρίαρχο πρότυπο είναι το μετανεωτερικό, το μεταμοντέρνο.
Έτσι, η σχέση μας με τη Δύση – Δυτική Ευρώπη και ΗΠΑ – χαρακτηρίζεται από απέραντη λατρεία γι’ αυτήν και συναφή πιθηκισμό ή τυφλό αντιδυτικισμό και περιχαράκωση.
Πρόκειται για ένα ιδεολογικό μεταπρατισμό που νοθεύει όλα τα επιτόπια εμπράγματα προβλήματα και που εμφανίζεται σ’ όλες τις προδιαγραφές του Ελλαδικού κράτους,
ενός κράτους που κτίστηκε με υλικά παρμένα από τη βάναυση κατεδάφιση του πριν από το 1821 νεοελληνικού κοινοτισμού, με αυτούσια μεταφορά του δυτικοευρωπαϊκού προτύπου. Στο κράτος αυτό, που στερείται νεωτερικών θεμελίων, η κοινωνική ενότητα στηρίζεται στα υπολείμματα προνεωτερικών εθνικών δομών και σε ένα εξωκρατικό ορθόδοξο, δηλαδή αντινεωτερικό, ελληνοκεντρισμό. Εδώ φαίνεται πολύ καθαρά η ιλαροτραγική αντίφαση του νόθου και μεταπρατικού «εκσυγχρονισμού» των Ελλήνων, ο οποίος σε επίπεδα δομών της κοινωνίας στηρίζει την πολιτειακή ενότητά της και ταυτόχρονα αγωνίζεται τις ίδιες αυτές δομές να τις εξαλείψει. Δηλαδή, από τη μια βασίζεται στο «πελατειακό» κράτος και από την άλλη το καταγγέλλει και μιλάει για κόμματα αρχών. Ανίκανος ο σημερινός Έλληνας να διαχειριστεί την πολιτισμική του κληρονομιά, όλο και πιο άγλωσσος, απαίδευτος και αισθητικά εκβαρβαρωμένος, βυθίζεται στην κομματική μικρόνοια. Οι κομματικές εξουσίες, παγιδευμένες κι αυτές στις αντιφάσεις της μεγιστοποίησης της καταναλωτικής ευχέρειας, που τη βαφτίζουν «ευρωπαϊκό μέλλον» του Ελληνισμού, και στο κοινοβουλευτικό - πελατειακό παιχνίδι, φοβούμενες το πολιτικό κόστος, ως κυβερνήσεις εκποιούν τα πάντα για να ικανοποιήσουν τα «δίκαια» αιτήματα των ψηφοφόρων τους. Εκποιούν τα πάντα για να ικανοποιήσουν τις «λογικές απαιτήσεις» των δυτικών πολιτικο – οικονομικών κέντρων, αλλιώς η εξουσία τους, αν την κατέχουν, κινδυνεύει να χαθεί.
Αλλά γιατί, εδώ και τόσες δεκαετίες, οι δυνάμεις της αντίδρασης παρεμβαίνουν και ο εκσυγχρονισμός της χώρας αποδεικνύεται σισύφειο έργο; Μήπως διότι το νοηματοδοτικό κέντρο της εθνικής μας ταυτότητας είναι ο εθνομηδενισμός; Μήπως είναι οι αντίπαλοί του, οι κοινωνιστές –σοσιαλιστές, οι οποίοι αρνούνται να τον ξεσκεπάσουν, εμφανιζόμενοι ως οι φανατικότεροι εχθροί του καπιταλιστικού προτύπου;
Στη Μεταπολίτευση και το 1981 η κυρίαρχη τότε ιδεολογία πολεμούσε την κωμική, αλλά νεωτερική επίσης, «ελληνοχριστιανική» των συνταγματαρχών, μια νοθευμένη συνέχεια του Ελληνοχριστιανισμού του Παπαρρηγόπουλου των αρχών του 20ού αιώνα. Ενός, επίσης, νεωτερικού ιδεολογικού κινήματος το οποίο είχε κατανικήσει ήδη από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα τον δυτικόφερνο κλασικιστικό κοραϊσμό.
Η ίδια διαδικασία καταγράφεται από τον καιρό της Επανάστασης του 1821, όπου η κοραϊκή εκδοχή της ελληνικής ταυτότητας χτυπούσε αλύπητα τους αντιδυτικούς μοναχούς και κληρικούς, οι οποίοι όμως παραδόξως μετέφραζαν έργα Δυτικών, χωρίς να αναφέρουν τους συγγραφείς, σχολιασμένα ή και ασχολίαστα, και τα εμφάνιζαν σαν το απόσταγμα του Ορθού Δόγματος.(1) Μετά από όλα αυτά η ερμηνευτική καταφυγή στις δυνάμεις του σκοταδισμού και της αντίδρασης δεν απαντά στο ερώτημα, υπεκφεύγει, διότι στο βάθος αποτελεί και η ίδια πρόβλημα. Το γεγονός ότι δεν καταφέρνουμε να εξευρωπαϊστούμε, να εκδυτικιστούμε επαρκώς, έπειτα από δυόμισι αιώνες εντατικής προσπάθειας, δείχνει ότι παραμένει ζωντανό στο συλλογικό υποσυνείδητο ένα πανίσχυρο, αλλά αόρατο προνεωτερικό πνεύμα και η συλλογική αναφορά προς αυτό
εξακολουθεί, είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, μέσα από εκδηλώσεις μνήμης και πίστης.
Προφανώς πρέπει να σταματήσουμε τα φωταδιστικά ξόρκια, να γνωρίσουμε καλύτερα το πνεύμα αυτό, να δούμε πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις του με τη λαϊκή κουλτούρα και το συμβολικό της δυναμικό. Να δούμε τι προσφέρει, σε αντιπαράθεση με το νεωτερικό, ώστε να εξακολουθεί να υπεισέρχεται στα άδυτα της ψυχής και του πιο εξαστισμένου Έλληνα. Διαφορετικά, η ταυτότητά μας θα παραμείνει και για τις επόμενες γενιές επτασφράγιστο αίνιγμα.
Πράγματι, το περιεχόμενο της μόνιμης, κατά τη διάρκεια της εκσυγχρονιστικής διαδρομής του Ελληνισμού, ιδεολογικοπολιτικής πόλωσης μεταξύ «προοδευτικών» και «συντηρητικών» είναι η στάση απέναντι στην εκάστοτε δυτικού τύπου παλίρροια. Έτσι, κάποιοι δηλώνουν «προοδευτικοί» και πρωτοστατούν στην εισαγωγή και επικράτηση του δυτικού πολιτισμικού προϊόντος και κάποιοι άλλοι αντιδρούν. Αυτοί παίρνουν πάντοτε την ετικέτα του «συντηρητικού» - «αντιδραστικού». Οι τίτλοι, βέβαια, είναι κίβδηλοι εφόσον οι αντιδρώντες γενικά προσαρμόζονται στην εισαγόμενη πραγματικότητα διότι και οι ίδιοι αποτελούν κράμα θιασωτών του χθεσινού προοδευτισμού και του χθεσινού συντηρητισμού. Συμβαίνει, λοιπόν, οι εκάστοτε «Ηρακλείς της παράδοσης» να είναι τόσο εχθροί της, όσο τουλάχιστον και οι αντίπαλοί της. Και είναι φυσικό διότι αν σε κάτι διαφέρουν από αυτούς είναι μόνο στη δοσολογία των κοινών συστατικών της προσωπικότητάς τους. Μια προσωπικότητα οπωσδήποτε υβριδική.(1) Σύμφωνα, λοιπόν, με την νεωτερική αντίληψη η εθνικότητα τεμαχίζει την οικουμενικότητα σε κράτη, κατ’ ακολουθία το έθνος ταυτίζεται με το κράτος και ο εθνικιστής αντιπαλεύει τον διεθνιστή. Η πόλωση νεωτερικής Δεξιάς και νεωτερικής Αριστεράς, που τροφοδοτείται από αυτό το δίπολο, είναι αυτή που σφράγισε τον 20ό αιώνα και της οποίας αντανάκλαση υπήρξε η νοηματοδότηση της εθνικής ταυτότητας. Όσον αφορά στην κοινωνία η πόλωση δεν υπάρχει πια, έχει εκλείψει προ πολλού. Εκεί υπάρχουν μόνο βιοτικές ομαδώσεις, οι διάφοροι κλάδοι, επαγγελματικοί και άλλοι, που υφίστανται συνεχώς κατάτμηση σε σημειακά άτομα χωρίς ταυτότητα, λόγω του εξελιγμένου καταμερισμού εργασίας προς την κατεύθυνση της μεγίστης δυνατής απόδοσης ή σε συμφωνημένες πολλές φορές αόρατες, συγχωνεύσεις για τη βελτίωση – ανανέωση των παραγωγικών καταναλωτικών προτύπων.

(1) «… lybridae – λέξη που πιθανότατα σχηματίστηκε σταδιακά από το αρχαίο Ύβρις – όντα με δύο μορφές και με δύο απολήξεις, αποβγάλματα άμοιαστα μιας αναταραχής που δεν κατέχουμε την έκβασή της», Ζήσιμος Λορεντζάτος, Μελέτες, Γ.Ι, σελ. 77, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1944

Όλα αυτά διότι υπάρχει οργανική σχέση μεταξύ της κατάτμησης του ανθρώπινου δυναμικού σε μονάδες και της ταχύτερης κατανάλωσης των παραγομένων ή εισαγομένων προϊόντων, στα πλαίσια της αναζήτησης της μέγιστης δυνατής ευελιξίας και εναλλαξιμότητας των εργαζομένων στους ρόλους τους, αλλά και των προσωπείων που αντιστοιχούν στους ρόλους. Όμως, προαπαιτούμενο είναι, και αυτό γίνεται, η απογύμνωση του ατόμου από τις προσωπικές του σχέσεις,(1) σχεδόν όπως ο δούλος της ρωμαϊκής εποχής, που ήταν «res», δηλαδή πράγμα, για να είναι ολοκληρωτικά
διαθέσιμος στον εργοδότη του. Με τις συσκευές που του παρέχονται σε προσιτές τιμές, για να τραφεί, να πάρει πληροφορίες, να διασκεδάσει και να κινηθεί μόνος του, ο σημερινός άνθρωπος, ως πιο αυτοτελής, χρειάζεται την επαφή με άλλους όλο και λιγότερο ή τουλάχιστον μπορεί να την στερηθεί ευκολότερα. Στήνοντας στο σπίτι του ένα πλήρη μικρό κόσμο, περιορίζεται στο ελάχιστο όριο των ανθρωπίνων σχέσεων που του φαίνονται επαγγελματικά και κοινωνικά αναγκαίο.
Αλλά πώς αντισταθμίζεται η ανισότητα, που σαφώς υπάρχει, όσον αφορά στην καταναλωτική ευχέρεια και στην εξουσία; Αυτό γίνεται με την ιδεολογία της εδώ και τώρα ικανοποίησης της καταναλωτικής επιθυμίας, που αναπληρώνει την ασημαντότητα του ατόμου έναντι των υπερκείμενων εξουσιαστικών δομών της κοινωνίας. Γίνεται επίσης με την απαξίωση της πολιτικής, η οποία με τον άκρατο λαϊκισμό της παίζει άψογα το κατευθυνόμενο εξισωτικό αυτό παιχνίδι. Η φαινομενική, λοιπόν, απουσία κέντρου ελέγχου ή αυθεντίας από τον μεταμοντέρνο άνθρωπο, που μεταφράζεται σε απουσία διαχρονικής συνοχής, δηλαδή ταυτότητας, αυτό το «είμαι κάτι», αλλά και δεν «είμαι τίποτα», αυτή η μηδενιστική ρουφήχτρα, φοβίζει υπέρμετρα όχι μόνο αυτόν, αλλά και όλη την κοινωνία, ασχέτως της παθητικής αδιαφορίας που εμφανίζει. Οι αντι-αυθεντικές, οι μηδενιστικές στάσεις του σημερινού ανθρώπου εξυπηρετούν απόλυτα τον Τεχνολογικό Μεσσιανισμό της εποχής μας ο οποίος τις καλλιεργεί και δεν θέλει να ακούει για άλλες αυθεντίες εκτός από την αόρατη δική του και φυσικά να ακούει για «δικαιώματα».(2)
Μέχρι τώρα τα ατομικά δικαιώματα τα έδινε το εθνικό κράτος μαζί με την υπηκοότητα. Σήμερα η κατεύθυνση που δίνεται από την υπερατλαντική έδρα του Συστήματος είναι, όπως καταπατούνται τα ατομικά δικαιώματα μέσα στο εθνικό κράτος, το ίδιο αυτό κράτος να παθαίνει ό,τι και το άτομο μέσα στη λεγόμενη «Διεθνή Κοινότητα», δηλαδή όποια είναι η θέση των ατόμων στο εθνικό πολιτικό σύστημα, είναι η θέση των κρατών στο διεθνές. Όταν, λοιπόν, ένα μικρό κράτος αυθαιρετεί,

(1) Γονείς, φίλους, οικογένεια, πατρίδα

(2) Πολιτικά, θρησκευτικά, μορφωτικά και άλλα

το Σύστημα, μέσα από το ισχυρότερο κράτος του πλανήτη, δεν ακούει και δεν βλέπει.
Τι γίνεται όμως όταν το ισχυρότερο αυτό κράτος εξελίσσεται στον θεωρητικό της αυθαιρεσίας παγκοσμίως;(1) Τότε επιστρατεύεται η ελληνική λέξη «Δημοκρατία», για την επιβίωση της οποίας γίνονται όλα αυτά. Βεβαίως, εδώ πρόκειται για την μεταμοντέρνα της έκδοση, την μαζική και απρόσωπη.
Αυτή η «μαζική δημοκρατία», ως απόρροια των πρώτων πράξεων της Γαλλικής Επανάστασης στο ξεκίνημά της, είναι αυτή που κατάργησε τη χριστιανική αυθεντία για να θεσπίσει την αφηρημένη λατρεία του «υπερτάτου όντος». Η θρησκεία αυτή κράτησε λίγο, διότι στο νέο πολιτικό σχήμα που επεβλήθη, το κοσμικό κράτος, δεν έπρεπε να έχει καμιά απολύτως σχέση με οποιοδήποτε θρησκευτικό σώμα.(2)
Η αρχή του κοσμικού κράτους άλλαξε τη θεμελίωση της αυθεντίας, αλλά δεν παύει θεωρητικά να έχει θρησκευτική θεμελίωση, εφόσον η αυθεντία – ηγεμονία περνάει
στο αυτοθεώμενο Άτομο, που το εκπροσωπεί επάξια η πλέον τεχνολογικά, οικονομικά και στρατιωτικά αναπτυγμένη Δύναμη σε Πλανητικό επίπεδο.(3) Όσον αφορά τη θρησκευτικότητα, μετασχηματίζεται σε ιδιωτική υπόθεση, εφόσον είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει Θεός, αυτός δεν έχει καμιά δουλειά με το υπάρχον κεφαλαιοκρατικό σύστημα και τις βασικές λειτουργικές του δομές.

(1) Όπως η δεύτερη επιδρομή, κατάληψη και κατοχή του Ιράκ, με απροσχημάτιστη παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας και παροχή νομιμοφανούς κάλυψης από την Ευρώπη.

(2) Αυτό που λέγεται σήμερα «χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους» και στοχεύει στον αφανισμό του εκκλησιαστικού γεγονότος και τελικά στον αποχρωματισμό ή, καλύτερα, στον αποχριστιανισμό της ελληνικής κοινωνίας.

(3) Και η πρώην Σοβιετική Ένωση φαίνεται ότι πήρε τον ίδιο δρόμο.

Υποβολή νέου σχολίου

  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Επιτρεπόμενες ετικέτες HTML: <a> <em> <strong> <cite> <code> <ul> <ol> <li> <dl> <dt> <dd>
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.

Περισσότερες πληροφορίες για τις επιλογές μορφοποίησης

Except where other wise noted, content on this site is licensed under Creative Commons Attribution Noncommercial-Share Alike 3.0 Greece