Η Μεγάλη Κούρσα
Image: Norman Rockwell "Going and Coming" (1947)
Από μια άποψη η ζωή μας μοιάζει με ένα μεγάλο αγώνα δρόμου. Με ανηφόρες , κατηφόρες, υπέροχες ευθείες και επικίνδυνες στροφές. Αν αυτό το πάρουμε απόφαση όλα αποκτούν το νόημά τους. Για να μας οδηγήσουν στον προορισμό μας…
«Άρη, σε πόσην ώρα θα φτάσουμε;» με ρώτησε για μια ακόμη φορά η Αννούλα. Η Ευγενία είχε γύρει το κεφάλι της στο κάθισμα του συνοδηγού και μισοκοιμόταν δίπλα μου, εγώ είχα βάλει ένα CD της Νόρα Τζόουνς και απολάμβανα τη διαδρομή οδηγώντας, αλλά τα τρία πιτσιρίκια πίσω είχαν αρχίσει να βαριούνται, παρ’ όλο που η διαδρομή δεν ήταν και ιδιαίτερα μεγάλη. «Γιατί δε χαζεύετε το τοπίο, που είναι τόσο όμορφο;» είπα στην Αννούλα και στις δυο κόρες μου που κάθονταν στο πίσω κάθισμα. «Μα δεν έχει χιόνια» πήρε το λόγο η Αφροδίτη. Τους είχαμε υποσχεθεί πως θα τις πάμε στα χιόνια για τα Χριστούγεννα και αν υπόσχεσαι κάτι στα παιδιά πρέπει να το τηρείς. Καλό είναι βέβαια πάντα να τηρείς αυτό που υπόσχεσαι, είτε σε μικρούς, είτε σε μεγάλους. Μόνο έτσι διατηρείς την αξιοπιστία σου. Θυμήθηκα την πρώτη φορά που είχα έρθει στην Αράχωβα και στους Δελφούς, πριν από μισό αιώνα και κάτι ψιλά. Τότε τα παιδιά ήμασταν εγώ και Ηλίας, έντεκα και δώδεκα ετών αντίστοιχα και είχαμε έρθει με τις οικογένειές μας, που μας πήγαιναν εκδρομές σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο. Ο δρόμος τότε ήταν ένα στενό και σε πολλά σημεία επικίνδυνο δρομάκι, σε μια υπέροχη διαδρομή γεμάτη συνεχείς στροφές. Ο Ηλίας ήταν ο πιο παλιός παιδικός μου φίλος. Ο Ηλίας που μεγαλώσαμε παράλληλα, αν και τα τελευταία χρόνια δεν βλεπόμασταν συχνά, πήρε την τελευταία στροφή της ζωής του, πριν από δυο περίπου μήνες και τώρα ταξιδεύει σε άλλη διάσταση. Ποιος να ξέρει τι είδους στροφές έχει εκεί πάνω. Ο Ηλίας ήταν ο πιο καλός οδηγός αυτοκινήτου που έχω γνωρίσει από κοντά. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πως κατάφερνε να σηκώνει και να οδηγεί το αυτοκίνητό του στις δυο ρόδες. Αν εκεί που βρίσκεται έχει δρόμους έστω και διαφορετικούς από τους δρόμους που οδηγούν στους Δελφούς, ο Ηλίας θα κάνει τις πιο γρήγορες διαδρομές. Όταν ξανασυναντηθούμε θα του ζητήσω να μου μάθει να οδηγώ το αυτοκίνητο σε δυο ρόδες. Καλό ταξίδι.
Μου πήρε αρκετά χρόνια για να καταλάβω πόσο υπέροχο, σχεδόν τέλειο, είναι το τοπίο στην περιοχή της Αράχωβας και των Δελφών. Κρύβει τόσα μυστικά και τόση ενέργεια αυτό το τοπίο, αλλά μόνο η Πανσέληνος κοντά στην Κασταλία μπορεί να τα διδάξει σ’ αυτούς που ακόμη τα θυμούνται και τα αναζητούν. Δύσκολο να καταλάβεις πως οι Δελφοί είναι και εδώ, αλλά είναι και αλλού.
«Άρη σε πόσην ώρα θα φτάσουμε;» με ξύπνησε από τις σκέψεις μου η φωνή της Αννούλας, που έκανε τη ίδια ερώτηση για δέκατη πέμπτη φορά. Τώρα είχαμε αφήσει την Αράχωβα πίσω μας και ανεβαίναμε προς τα πάνω και έτσι ήταν πιο εύκολο να τις ξεγελάσω, καθώς η διαδρομή, πάνω από την Αράχωβα είναι εντυπωσιακή ακόμη και για παιδιά εννέα ετών. ΄Όταν μετά από μερικά λεπτά φτάσαμε στο Λιβάδι, οι ερωτήσεις σταμάτησαν, μια και το τοπία εκεί ήταν ήδη κάπως χιονισμένο. Στο ξενοδοχείο που θα μέναμε πέρα από το Λιβάδι προς την Αγόριανη, ήταν ακόμη πιο χιονισμένο. Το βράδυ όταν τελειώσαμε το φαγητό στο εστιατόριο του ξενοδοχείου και βγήκαμε έξω για να πάμε στα δωμάτιά μας, το θερμόμετρο έδειχνε τους μείον έξη βαθμούς, ο αέρας είχε σταματήσει τελείως και αν δεν βλέπαμε το θερμόμετρο θα νομίζαμε πως και το κρύο είχε κόψει. Θα χιόνιζε. Το έδειχναν άλλωστε και τα σύννεφα που κοκκίνιζαν το απόγευμα. Κάθισα στο δωμάτιό μου διαβάζοντας μέχρι αργά το βράδυ. As good as it gets.
Το πρωί, ως συνήθως ξύπνησα κατά τις εφτάμιση και μετά από λίγο βγήκα έξω από την καμπίνα που μέναμε. Πρέπει να χιόνιζε όλο το βράδυ και επίσης χιόνιζε και εκείνη την ώρα. Κατέβηκα κάτω και πάτησα το άσπρο χιόνι. Κοίταξα προς τα πάνω. Τις νιφάδες που κατέβαιναν, χορεύοντας. Πριν από δέκα τέσσερις μήνες, είχα την εντύπωση, ότι ήταν πολύ πιθανό να μην ξανάβλεπα κάτι τέτοιο. Εφ’ όσον όμως η μοίρα μου είχε διαφορετική άποψη δεν θα μπορούσα να είμαι περισσότερο ευγνώμων. Έτσι κι αλλιώς δεν κανονίζω τίποτα, ούτε τα πάνω, ούτε τα κάτω, ούτε τις στροφές και τις ευθείες. Ακολουθώ το δρόμο που ήταν ανέκαθεν χαραγμένος. Μετά από λίγο ξύπνησαν και οι μικρές και βγήκαν στο χιόνι. Ίσως δεν υπάρχει τίποτα που να κάνει τους ανθρώπους πιο παιδιά απ’ ότι το χιόνι. Προφανώς κάτι θυμίζει και κάτι συμβολίζει ακόμη και στους μεγαλύτερους. Στα παιδιά υπενθυμίζει αυτό που είναι. Την αγνότητα και την ψυχική παρθενιά τους. Στους μεγαλύτερους αυτό που έχουν ξεχάσει, που είναι και αδύνατον να ξανααποκτήσουν. Γι αυτό δεν έχουν και αντίρρηση να θυμούνται τη γεύση του έστω και για λίγο. ΄Εμεινα αυτές τις τρεις μέρες στον Παρνασσό συνέχεια με τις δυο κόρες μου και με την «κολλητή» τους, την Αννούλα. Μου είναι πολύ ενδιαφέρον το να παρακολουθώ το πώς αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας τους και το πώς σχηματίζεται η ψυχολογία τους με βάση αυτό το χαρακτήρα και τις εμπειρίες τους. Τα παιδιά είναι μυθικές φιγούρες για τους γονείς. Μια ζώνη αγνότητας που μας επιτρέπει να γινόμαστε ανιδιοτελείς σ’ ένα κόσμο που δεν συγχωρεί την ανιδιοτέλεια. Η αγάπη που ποτέ δεν ξεπερνάμε, εκτός από κάποιες άτυχες περιπτώσεις, που οι δρόμοι μας χωρίζουν και όχι με καλό τρόπο. Αλλά οι γονείς είναι ακόμη περισσότερο μυθικές φιγούρες για τα παιδιά. Αυτά που ζουν τώρα μαζί μας τα παιδιά μας, «κλειδώνονται» στο ασυνείδητό τους, σ’ ένα επίπεδο που παραμένει για πάντα «μυθικό». Γι αυτό είναι καλό για κάθε γονιό, να επιλέξει τι είδους «θεότητα» μπορεί να είναι για τα παιδιά του σε αυτό το «μυθικό» επίπεδο.
Δεν μπορούμε να προφυλάξουμε τα παιδιά μας σχεδόν από τίποτα και πολύ περισσότερο από τη μοίρα τους. Από αυτό που πρόκειται να ζήσουν έτσι κι αλλιώς, ανεξάρτητα από τις δικές μας, ακόμη και από τις δικές τους επιθυμίες. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι το να είμαστε εκεί, όταν μας χρειάζονται και να «εγγράψουμε» μια καλή ανάμνηση στο ασυνείδητό τους.
Αυτά σκεφτόμουν όταν ξαφνικά έφαγα μια χιονόμπαλα στο κεφάλι, από τη μικρή μου κόρη. Τις επόμενες μέρες προστέθηκε ακόμη μια μικρή στην παρέα, η δεκάχρονη Ελοΐζα, με την καταπληκτική αρχαιοελληνική ομορφιά. Τα έβλεπα να παίζουν και τα τέσσερα με τις ώρες. Όταν βαριόντουσαν τον χιονοπόλεμο, κατεβαίναμε κάτω δίπλα στον παιδότοπο και τις μάθαινα να παίζουν μπιλιάρδο, στην αίθουσα για τους μεγάλους που είχε γεμίσει πιτσιρίκια. Καλό είναι να μαθαίνουν από τώρα στις καραμπόλες. Μπορεί κάποια στιγμή να τους φανεί χρήσιμο.
Title of block #2
arg(1)=173
arg(2)=
Τελευταία άρθρα στα blogs
- Nicholas Kirkwood Fall/Winter 2011-12
- Το ημερολόγιο μιας έφηβης
- Smell Me! Αρώματα Χειμώνας 2011-2012
- Τεχνόπολις και Λευκός Πύργος "ντύνονται" στα...ροζ!
- George Clooney...ο καρδιοκατακτητής!
- Η έκθεση φωτογραφίας του Antonio Banderas στην Αθήνα!
- H Beyonce είναι τελικά έγκυος?
- Μια superstar και ένα Fiat 500...!!
- Dukas@Paris
- Ο Μύθος του Οσάμα Μπιν Λάντεν
.
Τελευταία σχόλια στο KLIK
- 1 of 361
- ››


1995-2010 
Σχόλια
Άρη, είσαι ο πρώτος που "απαθανάτισε" την Ελοίζα σε κάποιο κείμενο, εκτός από μένα, τη μαμά της. Δεν ξέρω ούτε εγώ το κορίτσι μου καλά-καλά, προσπαθώ να καταλάβω τη φαινομενική αντίφαση ανάμεσα στο σκληρό της περίβλημα και τον τόσο απαλό, εύπλαστο πυρήνα. Είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να παίζουμε τους θεούς μπροστά στα παιδιά μας. Αδύνατο. Και άδικο. Άδικο, γιατί ψεύτικο. Ούτε τα παιδιά πρέπει να γίνονται οι μικροί θεοί μας, όσο κι αν μένουμε άφωνοι μπροστά στο θαύμα της ζωής, γιατί τότε τα φορτώνουμε με ένα βάρος ασήκωτο, το βάρος να δώσουν νόημα στην κάποτε αποτυχημένη ζωή μας. Ας είμαστε αληθινοί με τα παιδιά μας. Ας τα αφήσουμε να καταλάβουν πως είμαστε και μεις άνθρωποι. Κι ας είμαστε δίκαιοι, ας τα τοποθετήσουμε, σα γονείς, στη σωστή τους θέση. Παιδιά μας αγαπημένα, αλλ' όχι είδωλα, ούτε σωτήρες μας. --Συγχαρητήρια για το ωραιότατο άρθρο σου.
Υποβολή νέου σχολίου