Οι τοξικοί και τα τοξικά
Οι Τοξικοί κκ Τραπεζίτες και τα τοξικά πολυμορφικά Δάνεια και οι πάσης φύσης πιστώσεις «έδρασαν» με την επίβλεψη και ανοχή της Τράπεζας της Ελλάδας. Πλαφόν (γαλλιστι =τραπεζική χρηματοδότηση «υποσχετικών»)
Παρακολούθησα στο κανάλι της Βουλής την συζήτηση στην Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της 26ης Φεβρουαρίου επί της ετήσιας έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος για την Νομισματική Πολιτική. Πρωταγωνιστής ο Διοικητής της κ. Προβόπουλος . Η όλη συζήτηση όπως εξελίχθηκε, μου δημιούργησε την εντύπωση ότι ο σημερινός κ. Διοικητής επιλεκτικά δεν «θέλει» να έχει συναίσθηση ούτε της τραγικής κατάστασης που έχουν δημιουργήσει οι κκ. Έλληνες Τραπεζίτες στην εγχώρια αγορά, ούτε των αποκαλυπτομένων παραμέτρων, πρακτικών, και σκοπών της Federal Reserve, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όπου συμμετέχει και συνοπτικά της οικονομικής πορείας της Νέας Παγκόσμιας Τάξης .
Συνεργώντας έμμεσα, ως εποπτική και μη παρεμβαίνουσα αρχή ως όφειλε, η Τράπεζα της Ελλάδος συνέβαλλε με τους κκ Τραπεζίτες επί δεκαετίες στην ανισομερή διανομή του πλούτου, επιτρέποντας τα απαράδεκτα ληστρικά υψηλά διαφορικά επιτόκια χορηγήσεων / καταθέσεων, που τελικά αποδόμησαν διαχρονικά στην πράξη τον παραγωγικό ιστό της χώρας. Προβαίνοντας δε σε –τουλάχιστον- απαράδεκτες και εν κρυπτώ «πράξεις» συμπράττοντας με την εκάστοτε πολιτική εξουσία (λ.χ. η «μυστήρια» και ξαφνική ρευστοποίηση-πώληση του 1/8 των αποθεμάτων του χρυσού της χώρας -20 τόνων μέσα στον δεκαπενταύγουστο, στις 22 Αυγούστου 2003- και η αντικατάστασή τους με …επενδυτικά «χάρτινα» προϊόντα, τα γνωστά μας ευρωπαϊκά ομόλογα!!), απώλεσαν την Εμπιστοσύνη, βασικό στοιχείο του ανώτατου θεσμικά εποπτικού οικονομικού οργάνου της Ελληνικής Πολιτείας…
Αποτέλεσμα της με «άκρα μυστικότητα» ολοκληρωθείσας «πράξης» αυτής της Τράπεζας της Ελλάδος, της ανταλλαγής χρυσού 20 τόνων με χρηματιστηριακά προϊόντα, είναι ότι σήμερα έχει «καεί» τουλάχιστον η μισή τους αξία !!

Στην διάρκεια της συζήτησης, για το χάλι με το ΤΕΜΠΕ δήλωσε αναρμόδιος (!), για την δε ανοιχτή Φυλακή-τέρας και στραγγαλιστή της πραγματικής οικονομίας Τειρεσίας ΑΕ ούτε μια είδηση. Πως είναι δυνατόν να ξεκινήσει πάλι η Οικονομία της χώρας όταν οι μισοί εν δυνάμει Έλληνες επιχειρηματίες είναι ζωντανοί-νεκροί κωδικοί κάπου στην ατελείωτη λίστα των «αποκλεισμένων» της όποιας χρηματοδότησης. Άμεσα, θα πρέπει να επανασχεδιασθεί και υλοποιηθεί μία Κρατική λύση στο κρίσιμο αυτό θέμα τόσων Ελλήνων.
Ο κ. Προβόπουλος και η Τράπεζα της Ελλάδος θα πρέπει να πρωταγωνιστήσει για να δώσει ένα τέλος σε αυτήν την ολέθρια και λιμνάζουσα κατάσταση. Κατάσταση που δημιούργησε παράπλευρες αθέμιτες και άθλιες καθημερινές «πρακτικές» δημιουργίας τοξικών εγγραφών δισεκατομμυρίων ευρώ στα ισοζύγια των Τραπεζών. Και όλα αυτά εν γνώσει και με την διαχρονική ανοχή της εποπτικής αρχής που προΐσταται ο κ. Προβόπουλος. Όπως λ.χ. οι «εικονικοί αλληλόχρεοι λογαριασμοί» –τα γνωστά πλαφόν επιταγών- μέσω των οποίων έγιναν απίστευτες διατραπεζικές χορηγήσεις σε μαϊμού εταιρικούς λογαριασμούς-παρατράπεζες. Η δημιουργία τόσου τοξικού εικονικού χρήματος (μέθοδος με μεταχρονολογημένες χορηγημένες επιταγές), με έναν γρήγορο υπολογισμό μόνον του τρέχοντος δημοσιοποιημένου μηνιαίου ποσού που δεν αποπληρώνεται, ισοδυναμεί με δημιουργία 2,5-3 δις ευρώ φρέσκου, ακάλυπτου, και τοξικού χρήματος για το 2009. Με τις σημερινές τιμές του χρυσού, 100 τόνους…Ένα μικρό δείγμα της συνολικής τοξικότητας της Ελληνικής Οικονομίας.
Η Ελληνική Οικονομία δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι.
Οι απόψεις των πολιτικών-θεωρητικών οικονομολόγων-σεναριογράφων της εκάστοτε κυβέρνησης της χώρας δεν έχουν πέραση πλέον. Πέρα από την εθνική πατέντα-«ιδιοκαλλιέργεια» τέτοιων τοξικών χρεών , πολλά εισαγόμενα τοξικά ομόλογα και παράγωγα δεν προλάβαμε να «μαζέψουμε» σαν άλλες οικονομίες. Οι «ειδικοί» σύμβουλοι-πωλητές (λ.χ. Citibank και άλλοι) και οι πιθανοί μεγαλοπελάτες των τοξικών ομολόγων και παραγώγων (λ.χ. τα αποθεματικά των ασφαλιστικών Ταμείων) μπήκαν αργά στο παιχνίδι, καθυστέρησαν εμπλεκόμενοι στην άγνοια των Διοικητών τους και τους αργούς ρυθμούς της Ελληνικής γραφειοκρατίας, με ευτυχές αποτέλεσμα να πέσουν πάνω στο ξεφούσκωμα και την αποκάλυψη της «επιδρομής».
Πάλι καλά. Η αναποτελεσματικότητα της γραφειοκρατίας, και η γενική κατακραυγή των ΜΜΕ προς τις διοικήσεις των Ταμείων μας έσωσε –τότε- από τα χειρότερα. Την κατάρρευση τους.
Η Τοξικότητα της Ελληνικής Οικονομίας είναι κυρίως ένα εσωτερικό δομικό τραπεζικό πρόβλημα. Δεν μπορεί πλέον ο κύριος όγκος των επιχειρήσεων να λειτουργήσει χρηματοδοτικά με τα παραδοσιακά πλαφόν και άλλα τραπεζικά κόλπα της «αρπαχτής». Το Ελληνικό τραπεζικό μοντέλο χρειάζεται Ολική Επαναφορά. Επαναφορά στην πραγματική οικονομία των Πόρων, στον επαναπροσδιορισμό και την στήριξη των παραγωγικών δυνάμεων και φορέων της Χώρας και άμεση καταστολή της «Δημιουργικής Λογιστικής» και κατάργηση της εικονικής οικονομίας των λογιστικών εγγραφών σε όλα τα επίπεδα. Χρειάζεται άπλετο φως στα λογιστήρια των κκ Τραπεζιτών.
Νέα εργαλεία διαχείρισης και βοήθειας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων για την επιβίωσή τους. Είναι επιβεβλημένο και μονόδρομος να «σωθούν» κατ’ αρχάς οι εταιρείες και οι εργαζόμενοι –οι αληθινοί παραγωγοί εθνικού πλούτου, η συνεπαγόμενη λαϊκή ευμάρεια και ηρεμία, και η θωράκιση στις κοινωνικές υποδομές που την στηρίζουν. Ο μονόδρομος της χορήγησης κρατικής ρευστότητας και βοήθειας αποκλειστικά στους κκ Τραπεζίτες, Χρηματιστές, και λοιπούς Σπεκουλαδόρους δημιουργεί ήδη ένα εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα. Στην παρούσα προμελετημένη, βαθειά, και χωρίς έλεος και ορατό τέλος παγκόσμια Κρίση, όλοι και όλα υποχρεωτικά Κρίνονται. Στην χώρα μας, δεν είναι δυνατόν αυτήν την στιγμή την «κρατική βοήθεια» να την εκχωρεί η Τράπεζα της Ελλάδας «υπεργολαβικά» και πελατειακά στους κκ Τραπεζίτες. Εάν δεν αλλάξει άμεσα ο σχεδιασμός στήριξης των Ελλήνων επιχειρηματιών και της Οικονομίας, και αφεθούν, ως είθισται, οι μεσάζοντες χονδρέμποροι του χρήματος κκ Τραπεζίτες -Τειρεσίας ΑΕ να χορηγήσουν κατ’ επιλογήν τους και με τα δικά τους μονεταριστικά και λογιστικά κριτήρια τα 28δις, το πλέον πιθανόν είναι, το φρέσκο πακέτο των δανεικών 28δις να έχει την τύχη του κρατικού χρυσού που «μετουσιώθηκε» μυστηριωδώς πριν 5 χρόνια σε τραπεζικά και χρηματιστηριακά προϊόντα. Ο αληθινός χρυσός της χώρας είναι ο παραγωγικός πληθυσμός της.
Ο Αλέξανδρος Διομήδης στην τελετή θεμελίωσης του κτιρίου της Τραπέζης της Ελλάδος

Image: www.bankofgreece.gr
«Υπό τον θεμέλιον λίθον, Κύριοι Σύμβουλοι, και εντός του κρυσταλλίνου δοχείου, το οποίο ενετείχισα -διά ν' ακολουθήσωμεν το έθιμο του «χρυσώματος» των θεμελίων- εθεώρησα ως καλόν συμβολισμόν να τοποθετήσω χρυσά και αργυρά νομίσματα όχι μόνον των νεωτέρων χρόνων της ανεξαρτησίας, από του Καποδιστρίου και εντεύθεν μέχρι σήμερον, καθώς και των Ιονίων νήσων, αλλά προ παντός νομίσματα των διαφόρων παλαιών πολιτειών της χώρας μας. Και πρώτον εξ όλων εναπέθεσα νόμισμα των Αθηνών με την κεφαλήν της Αθηνάς (σύμβολον της Τραπέζης μας)…
Title of block #2
arg(1)=208
arg(2)=
Τελευταία άρθρα στα blogs
- GOLDMAN SUCKS
- ORDO AB CHAO 2
- WEEKEND TV REPORT : AL JAZEERA. MAX KEISER@GREECE
- ORDO AB CHAO
- PIIGS UNDER ATTACK PART2
- ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΝ ( ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΝ ) ΖΗΤΗΜΑΝ
- ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ, ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΥΘΕΝΑ ;;;
- ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΞΑΝΑ
- "ΤΟ ΧΕΡΙ" ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΡΗ : ΚΕΡΑΥΝΟΙ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ 2
- Η ΕΛΛΗΝΟΦΟΒΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΩΝ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ
.
Τελευταία σχόλια στο KLIK
- 1 of 219
- ››


1995-2009 
Σχόλια
Η ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ «ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ»
Τμήματα της προκήρυξης για το χτύπημα στην Citibank.
Αναλαμβάνουμε την ευθύνη για την έκρηξη της 9ης Μαρτίου στο υποκατάστημα της Citibank στην οδό Λαυρίου στη Ν. Ιωνία. Η ενέργεια μας αυτή έγινε μετά την απόπειρα της 18ης Φλεβάρη όπου επιχειρήσαμε να ανατινάξουμε με παγιδευμένο με εκρηκτικά αυτοκίνητο τα κεντρικά γραφεία της Citibank, στην οδό Αχαΐας στην Κ. Κηφισιά. Αυτή η ενέργεια είναι μέρος της στρατηγικής παρέμβασης της οργάνωσης όσον αφορά την οικονομική κρίση και τους υπαίτιους αυτής, ανάμεσα στους οποίους δεσπόζουσα θέση έχει το διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο...
Καθώς εισερχόμαστε όλο και πιο βαθιά στη δίνη της διεθνούς οικονομικής κρίσης, γίνεται όλο και πιο σαφές πως ο καπιταλισμός και η οικονομία της αγοράς, όχι μόνο είναι σύστημα που προωθεί την κατάφωρη αδικία και αναπνέει χάρη στην ανελέητη εκμετάλλευση, αλλά είναι ένα κοινωνικό καρκίνωμα, που επιβιώνει χάρη στον παρασιτισμό του εις βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας. Σήμερα που ο καπιταλισμός παραπαίει και η εμπιστοσύνη στις αγορές και στην λειτουργία τους είναι ανύπαρκτη,το χρηματοοικονομικό σύστημα έφτασε στο χείλος του γκρεμού, χωρίς να έχει ακόμα διασφαλίσει αν και με ποιους όρους θα επιβιώσει.
Η σωτηρία του συστήματος προϋποθέτει πως νέες σκληρότερες θυσίες θα γίνουν από μεριάς των εκμεταλλευόμενων. Αυτές τις νέες και περισσότερο σκληρές από κάθε άλλη φορά πολιτικές λιτότητας θα επιβάλλουν τα κράτη και οι κυβερνήσεις, φροντίζοντας παράλληλα να έχουν έτοιμα σχέδια σκληρής καταστολής σε περιπτώσεις έντονων κοινωνικών αντιδράσεων και εξεγέρσεων. Ήδη μια σειρά από εξεγέρσεις έχουν λάβει χώρα σε πολλές περιοχές του πλανήτη λόγω της κρίσης. Η αρχή έγινε την περίοδο όπου η αβεβαιότητα στην αγορά των ακινήτων και των μετοχών, οδήγησε πολλούς επιτήδειους ραντιέρηδες να ποντάρουν στα χρηματιστήρια τροφίμων, επιχειρώντας μέσα από αυτά να βγάλουν τα μέγιστα δυνατά κέρδη. Αποτέλεσμα ήταν να ξεκινήσει μια αλόγιστη κούρσα ανόδου των τιμών σε βασικά είδη πρώτης ανάγκης και πριν η αναμενόμενη οικονομική ύφεση φέρει μια μη αναστρέψιμη πτώση των τιμών στα τρόφιμα. Η άνοιξη και το καλοκαίρι του 2008 σημαδεύτηκαν από μια σειρά εξεγέρσεων για το σιτάρι, το ρύζι, το καλαμπόκι, αφού η χρηματιστηριακή κερδοσκοπία πολλαπλασίασε τις τιμές μέσα σε λίγους μήνες και οδήγησε σε λιμοκτονία εκατομμύρια ανθρώπους στις πιο φτωχές περιοχές του πλανήτη. Στην Αϊτή οι βίαιες διαδηλώσεις των πεινασμένων (80% ζει κάτω από το όριο της φτώχειας) εξελίχθηκαν σε ένοπλη εξέγερση. Εξεγέρσεις έγιναν και στην Αίγυπτο, την Ινδονησία, το Πακιστάν, τις Φιλιππίνες, το Μεξικό. Καθώς προχωρά η κρίση μια σειρά από χώρες, πολλές εκ των οποίων κάποτε αποτελούσαν τα νέα «θαύματα» του καπιταλισμού καταρρέουν η μια μετά την άλλη. Η Ισλανδία, η Ιρλανδία (μέχρι πρότινος κέλτικη τίγρης), η Ουγγαρία αποτέλεσαν την αρχή των κρατικών χρεοκοπιών ενώ οι κοινωνικές ταραχές συγκλονίζουν ήδη χώρες της λεγόμενης νέας Ευρώπης όπως η Λιθουανία, η Λεττονία, η Βουλγαρία, όπου εκδηλώνονται βίαιες κοινωνικές αντιδράσεις ενάντια στις κυβερνήσεις των χωρών αυτών και τις πολιτικές λιτότητας που θέλουν να επιβάλλουν κατ' εντολή του ΔΝΤ και της υπερεθνικής οικονομικής εξουσίας. Έχει προηγηθεί η εξέγερση του Δεκέμβρη στην Ελλάδα.
Όλες αυτές οι κοινωνικές αυτές εκρήξεις είναι μόνο η αρχή.
Όταν πολλοί πιστεύανε ότι η ελληνική οικονομία είναι ισχυρή, εμείς στην προκήρυξή μας για την επίθεση στο υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών τον Δεκέμβρη του 2005 λέγαμε ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να ξεσπάσει παγκόσμια οικονομική κρίση και να πληγεί και η χώρα:
«Η ανάγκη εισαγωγής ρυθμιστικών παραμέτρων στην διεθνοποιημένη αγορά επισημαίνεται από αυτούς τους οικονομικούς "παίκτες" και το τμήμα αυτό της πολιτικής ελίτ που αντιλαμβάνεται πως η αστάθεια, ως χαρακτηριστικό της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρούς κλυδωνισμούς το καπιταλιστικό σύστημα, να γεννήσει κρίσεις μη αναστρέψιμες....
Ο φόβος για μια νέα, ακόμη μεγαλύτερης έντασης και έκτασης κρίση που ενδεχομένως να πλήξει το φαινομενικά αλώβητο καπιταλιστικό κέντρο, είναι ο κύριος λόγος που οι προαναφερόμενοι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες διερευνούν την εισαγωγή ρυθμίσεων που θα λειτουργούν ως ασφαλιστικές δικλείδες για την αγορά, και θα επιτρέπουν την συνέχιση της πορείας προς την παγκοσμιοποίηση του οικονομικού και πολιτικού συστήματος.
Όσον αφορά την Ελλάδα, η ίδια η ιστορία έχει ήδη αναδείξει πόσο φαιδρά είναι τα φληναφήματα της πολιτικής εξουσίας περί ισχυροποίησης της ελληνικής οικονομίας ύστερα από την είσοδό της στην Ε.Ε., στην ζώνη του ευρώ και το άνοιγμα στις διεθνείς αγορές. Τα τελευταία απομεινάρια μιας ήδη αποσαρθρωμένης παραγωγικής δομής σαρώνονται από τις ανταγωνιστικές δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς, καμιά προοπτική για την δημιουργία νέων παραγωγικών δομών δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα -εκτός και αν καταφέρουμε να ανταγωνιστούμε την Κίνα σε μισθούς, όπως προτρέπουν οι ευρωπαίοι επιχειρηματίες-, η πλασματική ευημερία που για χρόνια βασίστηκε στην κατανάλωση με δανεικά λαμβάνει τέλος, και το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να χρεώνει τις επόμενες γενιές με το υπέρογκο δημόσιο χρέος που κάθε χρόνο αυξάνεται με αλματώδεις ρυθμούς, λόγω των υψηλών επιτοκίων με τα οποία οι κυβερνήσεις προσφέρουν ως αντάλλαγμα για να συνεχίσουν να δανείζονται.
Κατά την άποψή μας η Ελλάδα βρίσκεται σε δεινή θέση και δεν σεβόμαστε την άποψη που λέει πως η συμμετοχή στην ζώνη του ευρώ καθιστά δεδομένη την αποφυγή σοβαρών κρίσεων. Τα δομικά προβλήματα της "εθνικής" οικονομίας σε συνδυασμό με την τάση του συστήματος προς την ανισορροπία, δημιουργούν ένα καλό συνδυασμό για μια επικείμενη οικονομική κρίση, η οποία δεν μπορούμε να γνωρίζουμε από ποιους γεωγραφικούς παράλληλους θα ξεκινήσει».
Αναζητώντας τους κύριους υπαίτιους της σημερινής μεγάλης κρίσης, δεν μπορούμε παρά να στραφούμε καταρχήν στην οικονομική ελίτ και τις κύριες πολυεθνικές επιχειρήσεις που την αντιπροσωπεύουν, με πρώτους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Ένας τέτοιος είναι και η Citigroup - της οποίας τμήμα είναι η Citibank-, ένας διεθνής όμιλος με πολλές θυγατρικές εταιρείες και συμμετοχή σε αμέτρητες επιχειρήσεις παγκοσμίως.
Στην Ελλάδα η δραστηριότητά της ξεκίνησε την δεκαετία του '60, δεκαετία της έκρηξης των πολυεθνικών και της υψηλής διεθνούς ρευστότητας. Η δράση της ευνοήθηκε από τα ανοίγματα της χώρας εκείνη την περίοδο στο διεθνές κεφάλαιο και την πορεία διεθνοποίησης της ελληνικής οικονομίας στα πλαίσια που επέβαλε η είσοδος της χώρας στην ΕΟΚ. Σταδιακά εξελίχθηκε στον πιο προνομιακό συνεργάτη του ελληνικού κράτους σε διάφορα οικονομικά αλλά με σοβαρές προεκτάσεις ζητήματα, μεταξύ των οποίων την αναδοχή στην έκδοση ελληνικών ομολόγων με προνομιακά για την Citibank κέρδη. Το ελληνικό κράτος την ξεπλήρωσε και με άλλους τρόπους πλην το ρευστό, τρόπους όπως η προσφορά προνομιακών θέσεων στην λειτουργία δημοσίων οργανισμών, για τους οποίους η Citibank κατά καιρούς δημοσίευε στην αγορά ευνοϊκές εκθέσεις για να ανεβάσει τις μετοχές τους, με το αζημίωτο φυσικά.
Επί κυβερνήσεως Σημίτη αξιοποίησε την σχεδιασμένη για να εξυπηρετήσει το υπερεθνικό κεφάλαιο υποτίμηση της δραχμής, εισέβαλε μαζί με άλλους μεγάλους επενδυτές στο χρηματιστήριο, συμβάλλοντας στην χρηματιστηριακή έκρηξη του '99 και πρωτοστάτησε στη λεηλασία των τεράστιων ποσών αποταμίευσης που είχαν εισρεύσει τότε στο χρηματιστήριο. Μετά την κατάρρευση του χρηματιστηρίου επανήλθε μαζί με άλλους υπερεθνικούς χρηματοοικονομικούς ομίλους και εξαγόρασε για ένα κομμάτι ψωμί μεγάλο μέρος των μετοχών των ελληνικών επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα να περάσει στον έλεγχο του μεγάλου διεθνούς κεφαλαίου το σύνολο σχεδόν της ελληνικής οικονομίας. Και καθώς μέσω της ελληνικής αγοράς ελέγχει μεγάλο τμήμα της ευρύτερης περιοχής στην ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, η διοίκηση της τράπεζας στην Ελλάδα είναι υπεύθυνη για την εφαρμογής της πολιτικής της μητρικής Citigroup σε ένα μεγάλο φάσμα γειτονικών χωρών.
Επίσης, υπήρξε ο κύριος σύμβουλος του ελληνικού κράτους για τις ιδιωτικοποιήσεις και πρωτοστάτησε σε ό,τι αφορούσε την εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής στην χώρα για την ιδιωτικοποίηση τομέων του δημοσίου, την υφαρπαγή από το μεγάλο κεφάλαιο μεγάλου μέρους της δημόσιας περιουσίας και του κοινωνικού πλούτου. Η εν λόγω τράπεζα, εκτός από τα κέρδη που αποκομίζει από το εμπόριο των ελληνικών ομολόγων και την αγορά του χρέους, έχει ήδη αποσπάσει τεράστια κέρδη και από τα δάνεια στα ελληνικά νοικοκυριά, τα οποία και στραγγαλίζουν συστηματικά τα τελευταία χρόνια όλες οι τράπεζες. Πρόκειται για έναν από τους κορυφαίους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς όπου συμμετέχουν μερικές από τις σημαντικότερες οικογένειες της υπερεθνικής οικονομικής ελίτ και κυρίως των ΗΠΑ. Τα συμφέροντα της Citibank είναι τα συμφέροντα κάποιων από τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου. Γι' αυτό και είναι δύσκολο οργανισμοί σαν αυτόν ή π.χ. την J.P. Morgan ή την Deutsche Bank να αφεθούν στην τύχη τους και να καταρρεύσουν, χωρίς να έχει κάνει το κράτος ό,τι είναι δυνατό για να τον κρατήσει ζωντανό. Η παροχή εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, δολαρίων και γεν στα υπερτραφή πολυεθνικά τοκογλυφικά εκτρώματα, συνιστά μια πρωτοφανή στην ιστορία του υπάρχοντος οικονομικού συστήματος μεταφορά πλούτου από την κοινωνική βάση προς την οικονομική ελίτ, που έπραξαν οι κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες μέσα σε λίγους μήνες. Η κρίση αποκάλυψε πως τα οικονομικά μεγέθη αυτών των οργανισμών ήταν τελικά «φούσκες», «κολοσσοί» όπως η Citigroup βρίσκονται υπό κατάρρευση και περνούν υπό την κρατική σκέπη για να «εξυγιανθούν» - με τα χρήματα πάντα των φορολογουμένων - για να ξαναμπούν αργότερα ξανά στο παιχνίδι της αγοράς. Είναι βέβαιο πως τεράστιες ποσότητες ρευστού θα συνεχίσουν να εισρέουν στα ταμεία των τραπεζών για να καλύψουν τα ανυπολόγιστα χρέη τους ενώ η απορρόφηση από τα κράτη των χρεών και η δημιουργία «κακών τραπεζών» όπου θα πετούν οι τράπεζες τα μη κερδοφόρα επενδυτικά τους «απόβλητα», είναι τα επιπλέον μέτρα για τη διάσωση των κερδών των μεγαλομετόχων, με υποθήκη την ζωή και την επιβίωση της κοινωνικής πλειοψηφίας. Μπορεί σήμερα να κριτικάρουν δημοσίως οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ τις διοικήσεις των τραπεζών για την κακή διαχείριση και την απληστία των μεγαλοστελεχών, όμως στην πραγματικότητα επικροτούσαν με λόγια και με έργα αυτήν την επιθετική πολιτική που υιοθετούσαν οι χρηματοοικονομικοί όμιλοι για δεκαετίες, πολιτική που κινούσε η απληστία για περισσότερα κέρδη. Όμως κανείς δεν ξεχνά πως η απληστία είναι ο πυρήνας των σχέσεων στην οικονομία της αγοράς. Είναι η κινητήρια δύναμη του καπιταλισμού, είναι η φλόγα που πυροδοτεί τον ανταγωνισμό, φέρνει κέρδη στο κεφάλαιο, ωθεί την ανάπτυξη του συστήματος. Καθώς ο ανταγωνισμός μεταξύ κεφαλαίων αποτελούσε ανέκαθεν την ατμομηχανή της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η απληστία είναι και θα είναι ο απαραίτητος τροφοδότης της κίνησης του οικονομικού συστήματος. Και καθώς σήμερα τα κεφάλαια που ανταγωνίζονται μεταξύ τους είναι όλο και μεγαλύτερα, είναι λογικό να παίρνει τεράστιες διαστάσεις η κερδοσκοπία - κυρίως αυτή που στηρίζεται σε δανεικά - και οι «φούσκες» των κάθε είδους χρεών να διογκώνονται όλο και περισσότερο.
Η απληστία είναι, εν τέλει, η πρώτη αξία του καπιταλισμού, αυτή που σφραγίζει τον πλήρη αμοραλισμό του συστήματος, που θεοποιεί το χρήμα, την δύναμη και την εξουσία, που εχθρεύεται κάθε έννοια αλληλεγγύης, που περιφρονεί την αξία της ανθρώπινης ζωής καθώς για το σύστημα αξία έχει μόνο ό,τι παράγει κέρδος. Γι' αυτούς που βρίσκονται στην ηγεσία του οικονομικού συστήματος, αξία δεν έχει κανένας άνθρωπος, καμία κοινωνική σχέση που βρίσκεται έξω από την κλίκα των κοινών οικονομικών συμφερόντων και των σχέσεων που αυτά τα συμφέροντα αναπτύσσουν. Η αδιαφορία τους για τον κόσμο είναι τέτοια που μπορούν χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς να ωθούν ολόκληρους λαούς στην λιμοκτονία, στην εξαθλίωση και στον θάνατο. Αν ρωτούσαμε οποιονδήποτε από τους λεγόμενους traders που διαχειρίζονται καθημερινά δισεκατομμύρια ή έστω έναν χρηματιστή ή οποιονδήποτε επενδύτη για το αν έχει καθόλου ενοχές για το γεγονός ότι μια τοποθέτηση του πχ στην άνοδο της τιμής των σιτηρών, οδήγησε στον θάνατο από πείσμα πολλούς ανθρώπους και όξυνε το πρόβλημα της σίτισης για εκατομμύρια, απαντούσατε σίγουρα πως όχι. Γι' αυτό το είδος των ανθρώπων, η δύναμη της θέσης τους τοyς προκαλεί μέθη και όχι ενοχές. Είναι γνωστό εξʼ άλλου, ότι σε περιόδους μεγάλων κερδών ένοιωθαν και δήλωναν «οι άρχοντες του σύμπαντος». Μπορεί σε μια κοινωνία αλλοτριωμένη από τον αμοραλισμό και την πλήρη εξατομίκευση που προωθεί η πολιτική και οικονομική εξουσία, νʼ αναγνωρίζονται ως αξιοσέβαστοι και επιτυχημένοι αυτοί οι άνθρωποι λόγω της οικονομικής τους επιφάνειας, όμως δεν θα πάψουν να είναι στυγνοί εγκληματίες που πλουτίζουν με το αίμα αδύναμων κοινωνικά ανθρώπων. Η μόνη τους ανησυχία είναι αν θα έχουν «πάρει σωστές θέσεις», αν απειλούνται τα μπόνους τους, αν θʼαυξήσουν την περιουσία τους. Δεν έχει καμία σημασία τι εμπορεύονται. Αν είναι στεγαστικά δάνεια, χρέη χωρών, πετρέλαιο, ή ξηροί καρποί. Σημασία έχει η μεγιστοποίηση της κερδοφόρας απόδοσης. Και «είναι μέσα στο παιχνίδι» οι υψηλές αποδώσεις να κερδίζονται ακόμα και με μαζικές δολοφονίες.
Σήμερα, η ελληνική κυβέρνηση γονυπετής παρακαλάει τους «αξιοσέβαστους» επενδυτές νʼαγοράσουν τα ελληνικά ομόλογα και είναι διατεθειμένη να πληρώσει στο ακέραιο το τίμημα που θα της ζητηθεί, δηλαδή ένα υπέρογκο επιτόκιο. Γιατί είναι γνωστό, η Ελλάδα λόγω ελλειμμάτων και χρεών ήταν ένας επενδυτικός προορισμός «αυξημένου ρίσκου» και αυτό το ρίσκο αντανακλάται στο υψηλό επιτόκιο δανεισμού, αφού υποτίθεται, ότι έτσι διασφαλίζεται καλύτερα η θέση του επενδυτή, άσχετα αν οι αυξανόμενες απαιτήσεις για πληρωμές σε δάνεια οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια τη χώρα σε χρεοκοπία. Στην Ελλάδα, όπως και σε πολλές άλλες χώρες, βρισκόμαστε υπό ένα καθεστώς δουλείας, με υπερεθνικό κεφάλαιο να επιβάλει με τον βούρδουλα του χρέους και των ελλειμμάτων τους πιο απεχθείς όρους φορολόγησης, εργασίας, αμοιβών και συνταξιοδοτήσεων, όρους που καμιά κοινωνία δεν μπορεί και δεν πρέπει να ανέχεται. Όπως δεν πρέπει να ανέχεται για το συμφέρον των μεγάλων τοκογλύφων, ντόπιων και ξένων, να κόβονται οι δημόσιες δαπάνες, να ξεψυχούν τομείς όπως η δημόσια υγεία, να κλείνουν νοσοκομεία.
Οι εγκληματίες που ηγούνται της διεθνούς χρηματαγοράς ήδη έχουν ξεκινήσει την μεγάλη κερδοσκοπική εφόρμηση στην αγορά του χρέους, καθώς τα στοιχήματα για την κατάρρευση διαφόρων χωρών βρίσκονται στην κορυφή των προτιμήσεων της αγοράς ενώ η Citibank έχει αρχίσει μια επιθετική κερδοσκοπική τακτική με τα ελληνικά ομόλογα. Οι αποδώσεις για το κεφάλαιο θα είναι μεγάλες, αλλά σύντομα θα δούμε πολλές χώρες να χρεοκοπούν κάτω από το βάρος του χρέους , της πολιτικής πίεσης για μεγαλύτερη νεοφιλελεύθερη προσαρμογή, αλλά και της κερδοσκοπίας.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είναι διατεθειμένη να δεχτεί εν λευκώ κάθε όρο του μεγάλου κεφαλαίου όσο δυσβάσταχτος και αν είναι, να επιβάλει δια πυρός και σιδήρου και τις πιο ακραίες νεοφιλελεύθερες επιταγές που της υποδεικνύει η αγορά και οι πολιτικές συμμαχίες που την υπηρετούν, όπως η Ε.Ε. και να ματώσει την ελληνική κοινωνία προκειμένου νʼανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της προς τους δανειστές της. Πιστεύει βέβαια, πως για πολιτικούς λόγους που αφορούν την καθεστωτική σταθερότητα στην χώρα και την ευρύτερη περιοχή, οι αγορές δεν θα την εγκαταλείψουν. Βέβαια, τις ίδιες επιλογές θα έκανε και οποιαδήποτε κυβέρνηση βρισκόταν στην εξουσία. Και όταν λέμε οποιαδήποτε, δεν εννοούμε μόνο το ΠΑΣΟΚ (για το ΛΑΟΣ είναι αυτονόητο) αλλά και τον Συνασπισμό όπως επίσης και το ΚΚΕ. Και αυτό γιατί μια πολιτική απόφαση που θα αφορά την δια παντός άρνηση πληρωμών του χρέους σημαίνει οριστική ρήξη με τις αγορές, γεγονός που είναι φυσικά εκτός των στόχων όλων των κομμάτων.
Η πολιτική βούληση για μια κοινωνία νʼαποτινάξει μια για πάντα τον ζυγό του χρέους από πάνω της, όχι μόνο γιατί δεν τον αντέχει αλλά γιατί δεν τον θέλει, είναι συνυφασμένη με την απόφαση νʼαντιπαρατεθεί με το σύνολο της πολιτικής εξουσίας, με την απόφαση να έρθει σε ρήξη με το οικονομικό και πολιτικό σύστημα, με την απόφαση νʼανατρέψει το καθεστώς που την κρατάει σκλαβωμένη.
Για όλα τα παραπάνω, ζητάμε ειλικρινά συγνώμη από τον ελληνικό λαό που δεν καταφέραμε να τινάξουμε στον αέρα τα κεντρικά γραφεία της Citibank.
Το χρηματοπιστωτικό σύστημα κατέχει τη μερίδα του λέοντος σε ευθύνες για την σημερινή κατάσταση που ζει ο πλανήτης. Όμως εξίσου συνυπεύθυνες είναι οι κυβερνήσεις, οι κεντρικές τράπεζες-δηλαδή, τα τσιράκια των υπερεθνικών χρηματοπιστωτικών ομίλων- και οι μεγάλες επιχειρήσεις. Και αυτό γιατί η σημερινή κρίση δεν είναι αποτέλεσμα μιας παγκόσμιας οικονομικής αρχιτεκτονικής, την οποία διαμόρφωσαν από κοινού όλοι οι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες του συστήματος και η οποία αποτελεί την πιο μαζική δολοφονική επιχείρηση στην ανθρώπινη ιστορία. Γιʼαυτό και όχι μόνο δεν μπορεί νʼαφορά τους προλετάριους ανά τον κόσμο η διάσωση του καθεστώτος, όχι μόνο δεν μπορεί νʼανεχόμαστε να πληρώσουμε για λογαριασμό μιας κρίσης που κράτος και αφεντικά παρουσιάζουν ως μια… καταιγίδα, ένα φυσικό φαινόμενο για το οποίο κανείς δεν ευθύνεται, όχι μόνο δεν έχουμε κανένα λόγο να συμβάλουμε στην γεφύρωση του χάσματος μεταξύ κεφαλαίου-κοινωνίας που δημιούργησε η κρίση, αλλά οφείλουμε να ξεμπερδέψουμε μια για πάντα με όλα τα καθάρματα της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, για να απαλλαγεί, επιτέλους, η ανθρωπότητα από αυτούς τους εγκληματίες.
Επειδή αναφερθήκαμε σε οικονομική στρατηγική, οφείλουμε να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Πιστεύουμε πως η σημερινή κρίση ήταν η μεγαλύτερη μέχρι στιγμής στην ιστορία του καπιταλισμού και της οικονομίας της αγοράς. Και αυτό γιατί αφορά την πρώτη πραγματικά παγκόσμια κρίση μεγάλου μεγέθους, η οποία διαχέεται σε κάθε φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας και εξαπλώνεται σε όλο τον πλανήτη λόγω της έντονης αλληλεξάρτησης σε συνθήκες οικονομικής παγκοσμιοποίησης. Επίσης, παρά τις σοβαρές ποιοτικές διαφορές με την κρίση του ʼ29, είναι πιο σοβαρή από εκείνη, όχι μόνο λόγω της ευρύτητας αλλά και λόγω του γεγονότος ότι το σύστημα εκείνη την περίοδο μπορούσε πιο εύκολα να ελεγχθεί. Στην εποχή μας έχει εδώ και πολλά χρόνια καταστεί παντελώς ανεξέλεγκτο, με διαστάσεις ασύλληπτες και παραμέτρους ακατανόητες και για αυτούς ακόμη τους μεγάλους καπιταλιστές. Γιʼ αυτό και ούτε οι ίδιοι, ούτε οι μηχανισμοί των κρατών, των διεθνών οικονομικών οργανισμών και των κεντρικών τραπεζών μπορούν να κάνουν κάποια σοβαρή εκτίμηση.
Η έναρξη της σημερινής κρίσης μπορεί να άρχισε με την κατάρρευση της αγοράς των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων χαμηλής φερεγγυότητας στις ΗΠΑ, αλλά δεν βρίσκεται εκεί η αιτία της. Όταν έσκασε η συγκεκριμένη «φούσκα», ξεκίνησε μια άνευ προηγουμένου κρίση στη φερεγγυότητα των τραπεζών και στα χρηματοοικονομικά εργαλεία που χρησιμοποιούσαν και που σε χρυσές εποχές μεγάλων κερδών όλες οι αγορές επαινούσαν και βράβευαν. Καθώς η τιτλοποίηση των επισφαλών δανείων και η μεταπώλησή τους κατάφερε τη διάχυση ενός ανυπολόγιστου χρέους σε μια ατελείωτη σειρά χρηματοοικονομικών παραγόντων (επενδυτικές, ασφαλιστικές, συνταξιοδοτικά ταμεία…), η εμπιστοσύνη στις αγορές τέθηκε σε βαριά δοκιμασία και κατέληξε ανύπαρκτη, με τις τράπεζες να ανακαλύπτουν συνεχώς νέες τρύπες χρεών, εταιρείες που τʼ όνομά τους ήταν ταυτισμένο με την ιστορία του καπιταλισμού την τελευταία εκατονταετία να καταρρέουν (π.χ. Lehman Brothers), μεγαλοεπενδυτές νʼ αποσύρουν ό,τι μπορούν να γλιτώσουν από μια πλέον παντελώς αναξιόπιστη αγορά.
Οι εποχές των υψηλών κερδών έλαβαν τέλος και το ρευστό αποσύρεται από την αγορά, φέρνοντας την πιο επικίνδυνη για το σύστημα φάση που χαρακτηρίζεται ως παγίδα ρευστότητας. Το χρήμα υπάρχει αλλά δεν χρησιμοποιείται αφού καμιά επένδυση δεν δείχνει νʼ αποφέρει κέρδη. Και όταν η υπερεθνική ελίτ έχει περάσει χρόνια απολαμβάνοντας τρελά κέρδη, κυρίως μέσα από μεθόδους έμμεσης λεηλασίας όπως η τοκογλυφία και τα χρηματιστήρια, τότε είναι επακόλουθο να κλείνει τις κάνουλες της ρευστότητας περιμένοντας καλύτερες μέρες.
Το ντόμινο καταρρεύσεων σε τομείς της οικονομικής δραστηριότητας παγκοσμίως που δημιούργησε η κρίση αφορά το γεγονός ότι ξεκίνησε το σκάσιμο της τεράστιας φούσκας αυτής της παγκόσμιας καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αυτό αιτιολογείται από το γεγονός ότι τα μεγάλα οικονομικά μεγέθη και οι ανοδικές τάσεις στην αγορά τις τελευταίες δεκαετίες, όλο και πιο συχνά βασίζονταν στην κυκλοφορία τεραστίων όγκων πλασματικού κεφαλαίου, δημιουργώντας όρους για μια ψεύτικη, ή καλύτερα δανεική ευημερία, που βασιζόταν σε μια «φούσκα» χρεών που διαρκώς μεγάλωνε. Καθώς η «φούσκα» της παγκόσμιας καπιταλιστικής ανάπτυξης μεγεθυνόταν ανάλογα με την «φούσκα» της αμερικανικής ευημερίας, το σκάσιμο της τελευταίας συμπαρέσυρε εκ θεμελίων το μέχρι χθες κυρίαρχο αναπτυξιακό μοντέλο που βασιζόταν στις αρχές της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.
Η «φούσκα» της παγκόσμιας καπιταλιστικής ανάπτυξης άρχισε να διαμορφώνεται πολλά χρόνια πριν, στην περίοδο που για πολλούς σοσιαλδημοκράτες και αριστερούς έχει καταγραφεί ως «χρυσή εποχή». Μιλάμε για την μεταπολεμική περίοδο όπου τα υψηλά κέρδη των επιχειρήσεων συνυπήρχαν με ικανοποιητικούς μισθούς στην εργασία και που ο καπιταλισμός φαινόταν νʼ απολαμβάνει τη μοναδική για εμάς περίοδο σχετικής σταθερότητας για την οποία ευθύνεται ο κοινωνικός και ταξικός συμβιβασμός μεταξύ κεφαλαίου – εργασίας που είχε επιτευχθεί με καθοριστικό τον ρόλο της αριστεράς. Για όσο διάστημα οι υψηλοί μισθοί δεν απειλούσαν τα ποσοστά του κέρδους και για όσο διάστημα το κεφάλαιο είχε ανάγκη τις εθνικές αγορές για την προώθηση των προϊόντων και των υπηρεσιών του, ο ιδιότυπος κοινωνικός και ταξικός συμβιβασμός ήταν σε ισχύ. Μέσα σε αυτό το διάστημα το κεφάλαιο κατάφερε να επανακάμψει, καθώς το γόητρό του είχε υποστεί σοβαρά πλήγματα ύστερα από δύο παγκόσμιους πολέμους και μια μεγάλη κρίση. Ο κοινωνικός και ταξικός συμβιβασμός πλέον άρχισε όχι μόνο να μην είναι απαραίτητος για το κεφάλαιο αλλά και επιζήμιος για τα κέρδη.
Καρπός της μεταπολεμικής συσσώρευσης υπήρξαν οι πολυεθνικές, που άρχισαν να γιγαντώνονται ήδη από την δεκαετία του ʼ60. Η περίοδος της έκρηξης των πολυεθνικών πολυκλαδικών ομίλων συνοδεύτηκε από μια σειρά εξαγορών και συγχωνεύσεων μέσω της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας. Είναι η πρώτη φορά μεταπολεμικά που ξεκινά μια φρενήρης προσπάθεια άντλησης υπεραξίας μέσω των χρηματιστηρίων, δημιουργώντας την πρώτη «φούσκα» κερδών. Από εκείνη την περίοδο, μαζί με μια σειρά νέων χρηματοοικονομικών κλάδων και εργαλείων (ήταν η εποχή που ξεφύτρωσαν οι πρώτοι «διαχειριστές» κεφαλαίων) άρχισε να διαμορφώνεται ένα νέο πεδίο άντλησης κερδών μέσω των έμμεσων τρόπων λεηλασίας που προσφέρει η πίστωση. Η πρώτη χρηματιστηριακή έκρηξη όχι μόνο αύξησε γρήγορα τα κέρδη των επιχειρήσεων με την γιγάντωση των πολυεθνικών, αλλά και κατάφερε την παλινόρθωση της ταξικής ισχύος του κεφαλαίου έναντι της εργασίας.
Αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης εκείνης της περιόδου ήταν να γεμίσει ρευστό η αγορά. Σʼ αυτό συμβάλανε σε πολύ μεγάλο βαθμό και τα τρελά κέρδη από τις πωλήσεις του πετρελαίου. Οι τράπεζες κυρίως των ΗΠΑ, με πρωταγωνιστικό ρόλο της First National City Bank - όπως ήταν η επονομασία εκείνη την περίοδο της Citibank -, ανέλαβαν νʼ ανακυκλώσουν τα πετροδολάρια που είχαν πνίξει την αγορά. Η τεράστια ποσότητα πετροδολαρίων που γέμισε τα ταμεία των αμερικάνικων κυρίως τραπεζών και η έκρηξη των πολυεθνικών, άνοιξαν μια ευρύτερη αγορά, αυτή των ευρωδολαρίων (δολάρια που βρίσκονται εκτός ΗΠΑ, δίνονται εύκολα ως δάνεια και δεν υπόκεινται σε περιορισμούς).
Μέσω αυτής της αγοράς το χρηματιστηριακό κεφάλαιο δημιούργησε την πίεση που χρειαζόταν για να πετύχει την απελευθέρωση της κίνησής του, διαρρηγνύοντας στην πράξη τα όποια εμπόδια μέχρι τότε του είχαν επιβληθεί. Οι κυβερνήσεις αυτό που έκαναν ήταν να επικυρώσουν εκ των υστέρων πολιτικά αυτή την συνθήκη, θεσπίζοντας το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο που αναγνώριζε και δεχόταν την απαίτηση του κεφαλαίου να κινείται ελεύθερα χωρίς να υπόκειται σε κρατικές παρεμβάσεις, ελέγχους και περιορισμούς. Ήταν η αρχή του τέλους για το μοντέλο του κρατικού παρεμβατισμού στην αγορά και η αφετηρία της εποχής του νεοφιλελευθερισμού, μια ιστορική μεταβολή που οφείλεται σε πρώτο βαθμό στην οικονομία και την δυναμική του κεφαλαίου και, σίγουρα, δεν ήταν αποτέλεσμα συνομωσίας κάποιων νεοφιλελεύθερων πολιτικών προσώπων.
Η αγορά ευρωδολαρίων δημιουργήθηκε παράλληλα μετά την πρώτη πετρελαϊκή κρίση του ʼ73 και έφερε την μεγάλη έκρηξη του διεθνούς δανεισμού, γεγονός που αποτέλεσε την πραγματική αιτία για την ραγδαία τότε άνοδο του πληθωρισμού. Υπό την πίεση των διεθνών χρηματοοικονομικών οίκων που είχαν γιγαντωθεί μέσα σε αυτήν την περίοδο, τα κράτη αναλάμβαναν να διαφυλάξουν τα κέρδη από τις πληθωριστικές πιέσεις που είχαν αυξηθεί ακόμη περισσότερο μετά την πετρελαϊκή κρίση του ʼ79, πραγματοποιώντας τις πρώτες μεγάλες επιθέσεις στον κόσμο της εργασίας. Έκτοτε οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες με πρώτη την FED των ΗΠΑ, υιοθετούν το μονεταριστικό δόγμα του Μίλτον Φρίντμαν που επέβαλε τον έλεγχο της ποσότητας του χρήματος που έπρεπε να κυκλοφορεί. Στόχος η συγκράτηση των μισθών, η μείωση της κατανάλωσης για την χαλιναγώγηση του πληθωρισμού και τη διάσωση των κερδών της πλουτοκρατίας.
Είναι η εποχή που ο νεοφιλελευθερισμός ως εφαρμοσμένη κυβερνητική πολιτική έρχεται να αντιπαρατεθεί με τους εργαζόμενους. Είναι η περίοδος που διαρρηγνύεται οριστικά το προσωρινό συμβόλαιο της ταξικής ειρήνης μεταξύ κεφαλαίου και εργαζομένων, το οποίο πετιέται στο καλάθι των ιστορικών αχρήστων. Είναι η στιγμή που γίνεται παρελθόν η όποια νικηφόρα σύγκρουση διεξαγόταν μέχρι τότε από τα εργατικά συνδικάτα, τα οποία επιζητούσαν και κατάφερναν σε κάποιο βαθμό την ανακατανομή των κερδών προς όφελος των εργαζομένων. Από τότε που ξεκίνησε η μεγάλη αντεπίθεση του κεφαλαίου εις βάρος της κοινωνίας, τα συνδικάτα αντί να επιχειρήσουν την καθοριστική αναμέτρηση με στόχο την νίκη επί των δυνάμεων του συστήματος, προτίμησαν να συστρατευτούν με τα ρεμφορμιστικά κόμματα της αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας, που για την προοπτική ανόδου στην εξουσία, πρότασσαν μια ατελείωτη σειρά αμυντικών κινήσεων για την διατήρηση των υπαρχόντων κεκτημένων, κινήσεων που οδηγούσαν τους εργαζομένους όλο και πιο βαθιά σε έναν καταστροφικό συμβιβασμό και σε μια ατελείωτη οπισθοχώρηση, τα αποτελέσματα της οποίας βιώνουμε σήμερα, την εποχή που κυριαρχεί πλήρως ο εργασιακός μεσαίωνας.
Από τη δεκαετία του ʼ70 μια χούφτα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, στην πλειοψηφία τους αμερικάνικα, ελέγχουν την παγκόσμια ροή κεφαλαίων και είτε άμεσα είτε έμμεσα την παγκόσμια αγορά, επιβάλλοντας ένα ωμό μοντέλο συσσώρευσης που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από το βίαιο και ληστρικό μοντέλο πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου την περίοδο που ανέτειλε ο καπιταλισμός.
Η υποταγή όλου του πλανήτη στον χρηματοπιστωτικό τομέα έφερε μεταξύ πολλών άλλων εργαλείων λεηλασίας και αρπαγής του κοινωνικού πλούτου (π.χ. επενδύσεις σε μετοχές, επενδυτικές απάτες με τα επενδυτικά σχήματα αυξημένου ρίσκου, τις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις μέσω ελέγχου της πίστης και των μετοχών), το εργαλείο της αύξησης του χρέους των χωρών που δεν ανήκουν μόνο στην περιφέρεια του καπιταλισμού αλλά και στο λεγόμενο κέντρο, φέρνοντας τις κοινωνίες στη θέση των δουλοπάροικων και τις τράπεζες σε ρόλο σύγχρονων κονκισταδόρων.
Μέσα στην διάρκεια του ʼ70 και κάτω από την πίεση της αγοράς ευρωδολαρίων, η συσσωρευμένη ρευστότητα βρήκε διέξοδο στην αγορά του χρέους. Μέσα σε λίγα χρόνια όλη η υποσαχάρια Αφρική και η Λατινική Αμερική δέχτηκαν μεγάλο μέρος αυτής της ρευστότητας με τη μορφή δανείων που αργότερα θα γινόταν η δαμόκλεια σπάθη των ευάλωτων αυτών χωρών. Στο μεγάλο φαγοπότι του διεθνούς χρέους πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν οι αμερικάνικες τράπεζες, με τη Citibank πρωτεργάτη. Η συγκεκριμένη τράπεζα ήδη από την δεκαετία του ʼ60, είχε εισάγει την επιθετική πολιτική των τραπεζών για την διεκδίκηση μέρους αυτής της ρευστότητας, βάζοντας τέλος στην περίοδο των «ψυχολογικών τραυμάτων» που είχε αφήσει στις τράπεζες η εποχή της ύφεσης και οι τραπεζικές χρωκοπίες της δεκαετίας του ʼ30.
Η δεύτερη μεταπολεμικά «φούσκα» άρχισε να δημιουργείται. Ήταν η «φούσκα» του χρέους. Και όπως συνηθίζουν να λένε κάποιοι μεγαλοκερδοσκόποι «δεν υπάρχει τίποτα πιο κερδοφόρο από το να επενδύει κανείς στο αρχικό στάδιο της φούσκας». Οι εμπορικές τράπεζες χορηγούσαν συνεχώς μεγάλα κεφάλαια σε δάνεια στις υπανάπτυκτες χώρες, έχοντας τις πλάτες των κυβερνήσεων, των κεντρικών τραπεζών και φυσικά του ΔΝΤ.
Μετά την επακόλουθη αύξηση των επιτοκίων, τα χρέη των δανειζόμενων χωρών πολλαπλασιάστηκαν σε λίγα μόνο χρόνια. Οι χώρες της Λατινικής Αμερικής και της υποσαχάριας Αφρικής βρέθηκαν να χρωστάνε ποσά που ξεπερνούσαν το σύνολο των κεφαλαίων και περιουσιακών τους στοιχείων.
Στις προτάσεις για οικονομική βοήθεια προς τις χώρες που μαστίζονταν περισσότερο από το χρέος, ο κυνικός ηγήτωρ της Citibank εκείνη την περίοδο Γουώλτερ Ρίστον είχε δηλώσει πως έπρεπε να μείνουν χωρίς βοήθεια και να τιμωρηθούν, επειδή δεν ήταν σε θέση να ξεπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς τις τράπεζες. Όταν οι χώρες αυτές βρέθηκαν στραγγαλισμένες οικονομικά από τα κοράκια των τραπεζών, η πρώτη απειλή για κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος ήταν γεγονός, όχι λόγω έλλειψης ρευστότητας φυσικά, αλλά λόγω κλονισμού της τραπεζικής φερεγγυότητας. Και τότε επανέρχεται ο Ρίστον για να δηλώσει πως «τα κυρίαρχα έθνη δεν χρεοκοπούν», εννοώντας πως ό,τι και να κάνουν οι τράπεζες, τα κράτη θα είναι εγγυητές της χρηματοπιστωτικής ασφάλειας.
Ενώ η Αφρική και η Λατινική Αμερική γονάτιζαν από την πείνα και τους λοιμούς, και οι αρρώστιες άρχιζαν να θερίζουν ολόκληρους πληθυσμούς, το ΔΝΤ σπεύδει προς στήριξη των τραπεζών, δανείζοντας στις υπερχρεωμένες χώρες τα αναγκαία κεφάλαια για να πληρώσουν τα δάνεια προς τις τράπεζες και να μην καταρρεύσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Τα «σωτήρια» δάνεια του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας συνοδεύονταν από μεγάλο αριθμό απεχθών όρων νεοφιλελεύθερης προσαρμογής των χωρών που χρωστούσαν στις τράπεζες, με βάση τους οποίους τελικά αναγκάζονταν, αφού πρώτα κατέστρεφαν κάθε πολιτική κοινωνικού χαρακτήρα, να ξεπουλήσουν στο υπερεθνικό κεφάλαιο τα περιουσιακά τους στοιχεία και να το αφήσουν να αλώσει, να ρημάξει κάθε κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα της χώρας. Η δικτατορία των αγορών έχει ξεκινήσει.
Επειδή όμως η αφαίμαξη των υπανάπτυκτων χωρών επιχειρήθηκε με τέτοια ένταση που πολλές χώρες τελικά λύγισαν και εξάντλησαν τις δυνατότητές τους να τροφοδοτούν με κεφάλαια τις πολυεθνικές τράπεζες, το πρώτο μεγάλο διεθνές κύμα δανεισμού της δεκαετίας του ʼ70 μετατράπηκε στην πρώτη μεταπολεμική διεθνή τραπεζική κρίση το 1982. Τα δανεικά που χορηγούσαν το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα με τους όρους που έβαζαν, όχι μόνο δεν επέλυαν το πρόβλημα αλλά σε πολλές περιπτώσεις το επιδείνωναν ακόμη περισσότερο.
Όταν η «φούσκα» του χρέους έσκασε τελικά και απειλήθηκαν με κατάρρευση πολλές τράπεζες, το κράτος των ΗΠΑ επενέβη, μετατρέποντας το υπόλοιπο χρέος σε ομόλογα με την εγγύηση του αμερικανικού δημοσίου, τα οποία και μοιράστηκαν σε χιλιάδες κατόχους, καταφέρνοντας έτσι τη διάχυση του πιστωτικού κινδύνου. Από αυτά τα ομόλογα -που επονομάστηκαν «ομόλογα Μπρέιντ» προς τιμή του τότε αμερικανού υπουργού εξωτερικών που τα δημιούργησε- γεννήθηκε η αγορά των κρατικών ομολόγων, η οποία όχι μόνο απέτρεψε την κατάρρευση των τραπεζών, αλλά δημιούργησε ένα πολλά υποσχόμενο πεδίο άντλησης κερδών, όπου όρμησαν ανεπιφύλακτα μεγάλα αλλά και μικρά κοράκια-κάτοχοι κεφαλαίων. Η αποφυγή της κατάρρευσης μέσω της κρατικής βοήθειας έφερε περισσότερη ελευθερία κίνησης για το κεφάλαιο και οι ληστρικές πολιτικές της οικονομικής ελίτ για συνέχιση της συσσώρευσης μπορούσε να συνεχιστεί με μεγαλύτερη ασφάλεια για το σύστημα.
Από τη δεκαετία του ʼ80 και με τη βοήθεια της τεχνολογικής έκρηξης, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση γίνεται κυρίαρχη και εδραιώνει τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου στην ηγεσία του συστήματος. Παράλληλα εντείνεται από το κράτος η επίθεση ενάντια στις κοινωνίες για την εμπέδωση της ταξικής ισχύος του κεφαλαίου. Η ρευστότητα από το ξεζούμισμα των εργαζομένων και τη λεηλασία των ανεπτυγμένων χωρών είναι μεγάλη, οι κοινωνίες έχουν παραδοθεί στις ορέξεις των αγορών, η εργασία «προσαρμόζεται» στις απαιτήσεις του κεφαλαίου και η μεγάλη αφαίμαξη των δυτικών κοινωνιών βρίσκεται σε εξέλιξη. Τα χρηματιστήρια παίρνουν φωτιά και η δεύτερη μεταπολεμική έκρηξη σημειώνεται στην Δύση. Εκείνη την περίοδο το 80% του παγκόσμιου κεφαλαίου συγκεντρώνεται στις ΗΠΑ, την Δ. Ευρώπη και την Ιαπωνία. Είναι η εποχή που ο δανεισμός εκτινάσσεται, νέα χρηματοοικονομικά εργαλεία ανακαλύπτονται που υπόσχονται ασφάλεια στους επενδυτές με την διάχυση του κινδύνου και δημιουργείται η νέα γενιά των ριψοκίνδυνων επενδυτών και των επενδύσεων μέσω υψηλού δανεισμού. Είναι η εποχή που μια νέα αγορά γεννιέται, αυτή των παραγώγων –σχεδόν άγνωστα μέχρι τότε-, που μετατρέπουν τις επενδύσεις σε πυρετώδη τζογαρίσματα τύπου καζίνο. Είναι η εποχή που αναδύεται η νέα κουλτούρα του γρήγορου κέρδους, του αλόγιστου πλουτισμού χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς, της καθαγιάσεως της εκμετάλλευσης και της απληστίας. Είναι η εποχή που η εξατομίκευση και ο πόλεμος όλων εναντίον όλων στο δρόμο για πλούτο και η εξουσία γίνεται κυρίαρχο δόγμα στις κοινωνίες, οι οποίες ζουν τη μεγαλύτερη ιστορικά διάβρωση όλων των σχέσεων που εμπνέονται από την αλληλεγγύη και την αλληλοβοήθεια. Ύψιστος σκοπός τώρα προτάσσεται από τις πολιτικές και οικονομικές ηγεσίες το κυνήγι της ατομικής ευημερίας ενώ η ατομική ιδιοκτησία γίνεται το ιερότερο αγαθό. Την χρηματιστηριακή έκρηξη για μια ακόμη φορά ακολούθησε η κατάρρευση. Η χρηματιστηριακή κρίση στα τέλη της δεκαετίας του ʼ80 δεν επέφερε μη αναστρέψιμα πλήγματα στο σύστημα –η οικονομική στήριξη κρατών και κεντρικών τραπεζών ήταν και τότε γενναιόδωρη- και «ξεπεράστηκε» εν μέσω ενός πυρετού εξαγορών και συγχωνεύσεων, που σήμαινε μια νέα έκρηξη οικονομικού συγκεντρωτισμού και έκανε την μετοχική εταιρία τον πυρήνα της σύγχρονης οικονομικής δραστηριότητας. Η υπέρμετρη ρευστότητα που είναι συγκεντρωμένη στις καπιταλιστικές μητροπόλεις αναζητά συνεχώς διεξόδους και μια νέα αγορά γεννιέται, η αγορά των δανείων προς τα νοικοκυριά των καπιταλιστικών κέντρων που έρχεται να «καλύψει» τις νέες απαιτήσεις και ανάγκες του «δυτικού ανθρώπου», ανάγκες που ανέλαβε να δημιουργήσει για λογαριασμό του η ίδια η αγορά.
Η δεκαετία του ʼ90, δεκαετία που η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση φαντάζει ως αναμφισβήτητη συνθήκη, είναι αυτή που σημειώνεται με τον πιο άγριο και ραγδαίο τρόπο η υπερσυγκέντρωση οικονομικής δύναμης στα χέρια της οικονομικής ελίτ που γίνεται πανίσχυρη. Η μακροχρόνια μετατόπιση πλούτου από την κοινωνική βάση προς την κορυφή της οικονομικής παγκόσμιας ιεραρχίας είναι πρωτοφανής για την ανθρώπινη ιστορία. Μόνο 15 πλούσιοι άνθρωποι κατέχουν περιουσίες που ξεπερνούν το ΑΕΠ όλης της υποσαχάριας Αφρικής, μια χούφτα τράπεζες κατέχουν και διαχειρίζονται το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας ρευστότητας, λιγότερες από εκατό πολυεθνικές ελέγχουν την παγκόσμια παραγωγή. Τα κέρδη συσσωρεύονται στην χρηματοοικονομική σφαίρα και καθώς τα ιδιωτικά κεφάλαια λόγω της πλήρους απελευθέρωσης στην κίνησή τους έχουν αποκτήσει εξαιρετική κινητικότητα, αποκτούν μορφές επένδυσης χαρτοφυλακίου, επιλέγοντας τις τοποθετήσεις μικρής χρονικής διάρκειας με στόχο την μεγιστοποίηση των αποδόσεων το συντομότερο δυνατό. Η αγορά συναλλάγματος, η αγορά παραγώγων, τα χρηματιστήρια, η αγορά του χρέους είναι οι αγαπημένοι τομείς των νέων κροίσων της παγκόσμιας αγοράς.
Η αγορά των παραγώγων –δεν πρόκειται για τίποτε περισσότερο από στοιχήματα πάνω στην κατεύθυνση μιας σειράς εμπορευμάτων και δεικτών, όπως κατεύθυνση επιτοκίων, η τιμή των νομισμάτων, οι τιμές στα τρόφιμα και τις πρώτες ύλες, οι τιμές των μετοχών κ.λ.π.- παρουσιάζει εκρηκτική ανάπτυξη στη δεκαετία του ʼ90. Σε αυτή την αγορά συγκεντρώνονται κεφάλαια των οποίων η συνολική ονομαστική αξία από 5,7 τρις δολάρια το ʼ90, ξεπέρασε τα 500 τρις σήμερα ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 800% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς αυτών των στοιχημάτων κατέχουν λιγότερες από δέκα επενδυτικές τράπεζες, με την Citigroup να διατηρεί δεσπόζουσα θέση.
Καθʼ όλη την διάρκεια της δεκαετίας του ʼ90 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, το σύστημα του καπιταλισμού και της οικονομίας της αγοράς φαντάζει αλώβητο από τις όποιες κρίσεις το χτυπούν, οι οποίες όμως έχουν τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος για τις κοινωνίες που το βιώνουν. Στην πραγματικότητα όμως το σύστημα ήδη καρκινοβατεί και καθώς προσπαθεί να συνέλθει από την μια κρίση, γεννά μια άλλη ακόμη σοβαρότερη από την προηγούμενη.
Επόμενα θύματα του υπερεθνικού κεφαλαίου είναι οι χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας. Η επίθεση των αγορών στις χώρες αυτής της περιοχής προετοιμάστηκε και οργανώθηκε αρκετά χρόνια πριν και αποτελεί την μεγαλύτερη επιχείρηση άντλησης κεφαλαίων από την περιφέρεια προς το κέντρο των καπιταλιστικών μητροπόλεων. Πρωταγωνιστές και σʼ αυτή τη ληστρική επιδρομή που άφησε πίσω κατεστραμμένες κοινωνίες, ανεργία και έξαρση της φτώχειας, ήταν οι τράπεζες των ανεπτυγμένων χωρών και κυρίως της Ευρώπης. Η επίθεση του υπερεθνικού κεφαλαίου ήταν συντονισμένη και η κερδοσκοπία στην αγορά στέγης, τα νομίσματα, τα ομόλογα και σε όποιους άλλους τομείς της οικονομίας των χωρών αυτών μπορούσαν να φέρουν ψηλές αποδόσεις, φούντωσε. Τα χρέη των χωρών άρχισαν νʼ αυξάνονται και τα ισοζύγιά τους άρχισαν να γίνονται ελλειμματικά. Όταν πια η κερδοσκοπία άρχισε να διογκώνεται επικίνδυνα και τα νομίσματα των χωρών να καταρρέουν, οι κεφαλαιοκράτες έκαναν ταμείο και εξαφανίστηκαν, αφήνοντας πίσω τους ερείπια. Χώρες όπως η Ταϋλάνδη, η Ν. Κορέα, η Μαλαισία, η Ινδονησία βρέθηκαν στη δίνη μιας μακροχρόνιας κρίσης και καθώς τα κεφάλαια έτρεχαν ξανά στα ασφαλή, όπως νόμιζαν, καταφύγια των καπιταλιστικών μητροπόλεων, εγκαταλείποντας τις χώρες της περιφέρειας, στη δίνη της κρίσης βρέθηκαν και η Λ. Αμερική, η Ν. Αφρική και η Ρωσία.
Στις ανεπτυγμένες χώρες όχι μόνο δεν δημιουργήθηκε φόβος από την κατάρρευση των «ασιατικών τίγρεων, αλλά η νέα πλημμύρα των κεφαλαίων που εισέρευσε από την περιφέρεια προς τις μητροπόλεις του καπιταλισμού, τροφοδότησε μια άνευ προηγουμένου ευδαιμονία στις αγορές, που θα εκφραζόταν σε ακόμα πιο μεγάλη κερδοσκοπία και σε νέες «φούσκες». Η νέα «έμπνευση» ήταν η λεγόμενη «νέα οικονομία». Ήταν το νέο πεδίο της απάτης, με αναρίθμητες επιχειρήσεις να δημιουργούνται μέσα σε μια νύχτα, να πουλάνε αέρα κοπανιστό και να παρουσιάζουν ψεύτικα οικονομικά μεγέθη, τα οποία στηρίζονταν στην κερδοσκοπία του χρηματιστηρίου. Η κατάρρευση δεν άργησε να έρθει και ο τρόμος μιας γενικότερης κρίσης στο καπιταλιστικό κέντρο αυτή την φορά ήταν έντονος. Η ισορροπία στην αγορά επιχειρήθηκε με συντονισμένες μειώσεις των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες για την αύξηση της ρευστότητας. Είναι η στιγμή που εκτινάσσεται η προσφορά δανείων από τις τράπεζες και ανθίζει η αγορά των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων χαμηλής φερεγγυότητας στις ΗΠΑ, η οποία και κατέρρευσε όταν οι φτωχοί της χώρας αυτής δεν άντεξαν άλλο να στηρίζουν το βάρος της συνεχώς διογκούμενης τραπεζικής κερδοσκοπίας.
Τώρα μια σειρά από «φούσκες» που αναπτύχθηκαν κατά την «άνοιξη» της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, όπως η «ισχυρή κινέζικη ανάπτυξη» ή το «Ελ Ντοράντο των οικονομιών της ανατολικής Ευρώπης» -στο οποίο έχουν πέσει σαν τα γουρούνια στη λάσπη και οι ελληνικές τράπεζες, ξεζουμίζοντας τις κοινωνίες αυτών των χωρών-, θʼ αρχίσουν να σκάνε, δημιουργώντας νέες ακόμη σοβαρότερες απειλές για την παγκόσμια οικονομική και πολιτική σταθερότητα.
Αυτό που συμβαίνει, εν τέλει, είναι ότι ένα ολόκληρο αρχιτεκτόνημα συσσώρευσης κεφαλαίου έφτασε στα όριά του και η κατάρρευση του υπάρχοντος μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης έχει αρχίσει. Αυτό είναι αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας εφαρμογής των πιο άγριων ληστρικών πρακτικών από το σύστημα, που αντλούσε τον παραγόμενο από την κοινωνική βάση πλούτο, μεταφέροντάς τον προς την κορυφή της οικονομικής ιεραρχίας. Γιʼ αυτό και η οικονομική κρίση υπέβοσκε εδώ και δεκαετίες καθώς οι κοινωνίες στέναζαν κάτω από τον ζυγό του κεφαλαίου, που όσο αποκτούσε διεθνοποιημένο χαρακτήρα γινόταν όλο και πιο ανελέητο. Το κεφάλαιο γιγαντώθηκε με την βοήθεια των κυβερνήσεων και των διεθνών οικονομικών μηχανισμών όπως το ΔΝΤ, αφήνοντας πίσω του τη μια κρίση και δημιουργώντας μια άλλη σοβαρότερη. Οι αλλεπάλληλες κρίσεις που το ίδιο γεννούσε ισοπέδωναν κοινωνίες αλλά ενίσχυαν την οικονομική υπεροχή των ελίτ και των κρατικών εξουσιών. Η ψευδαίσθηση που διακατείχε την οικονομική εξουσία ότι είναι δυνατό, με τη βοήθεια μιας ισχυρής κρατικής εξουσίας, νʼ αντλεί για πάντα κέρδη, αγνοώντας τις επακόλουθες καταστροφικές επιπτώσεις αυτής της ανελέητης κοινωνικής εκμετάλλευσης, συνέχιζε να παραμένει ζωντανή, παρά το γεγονός ότι το ένα μετά το άλλο τα πιο ευάλωτα οικονομικά τμήματα του παγκόσμιου πληθυσμού περνούσαν σε συνθήκες πλήρους οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής. Σήμερα, ενώ η κρίση έχει χτυπήσει τις πιο κεντρικές λειτουργίες του συστήματος και ενώ πληθυσμοί που μέχρι χθες απολάμβαναν μια σχετική οικονομική ευημερία, βρίσκονται ξαφνικά στο περιθώριο, αποκαλύπτεται όλο και πιο καθαρά πως το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και του καπιταλισμού, όχι μόνο είναι κατάφωρα άδικο, αλλά είναι μη βιώσιμο και καταστροφικό για όλη την ανθρωπότητα και για την φύση. Τώρα πια, μια άλλη πρόταση οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης είναι ʽόχι μόνο ηθικά απαραίτητη, αλλά είναι και άμεσα αναγκαία για την επιβίωση όλων μας.
Εκ των υστέρων και ενώ η κρίση σαρώνει τα πάντα απειλώντας με κατεδάφιση δομές, μηχανισμούς και συμμαχίες, πολλοί, άλλοτε υπέρμαχοι των ελεύθερων αγορών – όχι μόνο από το «στρατόπεδο» των σοσιαλφιλελεύθερων αλλά και από αυτό των νεοφιλελεύθερων – σπεύδουν τώρα να δηλώσουν ότι «υπερεκτιμήθηκαν οι ικανότητες των αγορών στην αυτορρύθμιση» και ότι «κρίνεται αναγκαία η πολιτική παρέμβαση και ο έλεγχός τους». Μπορεί για κάποιους από τα πολιτικά αφεντικά να ισχύει ότι είναι ημιμαθείς και άσχετοι σχετικά με το σύστημα που υπηρετούν. Οι περισσότεροι όμως, πιστεύουμε ότι είναι απλώς ψεύτες και υποκριτές που αγωνιούν να καλύψουν τις απάτες και τις κοροϊδίες που χρησιμοποιούσαν μέχρι τώρα για να εξαπατήσουν τις κοινωνίες και νʼ αποποιηθούν τις ευθύνες της συμμετοχής τους στην διαμόρφωση της σημερινής παγκόσμιας κρίσης. Κυρίως, αγωνιούν να διατηρήσουν τα προνόμια της εξουσίας τους, ελπίζοντας πως για άλλη μια φορά «ο ηλίθιος λαός» θα πιστέψει στις καλές τους προθέσεις να «βγάλουν την εκάστοτε χώρα με όσο πιο δυνατό και πιο ανώδυνο τρόπο από την κρίση». Και είναι πραγματικά, εξωφρενικό, ρεμάλια όπως ο Τσιτουρίδης, που μεταξύ άλλων, πρωτοστάτησαν στην απάτη των ομολόγων που οι αετονύχηδες της κυβέρνησης έστησαν παρέα με απατεώνες χρηματιστές και τραπεζίτες για να ληστέψουν τα ασφαλιστικά ταμεία – τα οποία και έχουν ήδη αρχίσει να καταρρέουν το ένα μετά το άλλο – σήμερα, εν όψει της κρίσης λέει πως «δεν μπορούμε νʼ αφήσουμε την οικονομία να ποδηγετείτε από το μεγάλο κεφάλαιο και τους τραπεζίτες». Δεν είναι βέβαια ο μοναδικός που τώρα καμώνεται τον κριτή του μεγάλου κεφαλαίου, καθώς οι περισσότεροι κυβερνώντες ανά τον κόσμο, εν όψει της κοινωνικής δυσαρέσκειας που διογκώνεται, δίνουν την μεγαλύτερη παράσταση ψευτιάς και υποκρισίας.
Η επιστροφή όλων των κυβερνήσεων στην αναγκαιότητα ενίσχυσης του κρατικού ρόλου στην οικονομία, δεν αφορά την εφαρμογή κάποιας πολιτικής με κοινωνικές ευαισθησίες. Και αυτό το αντιλήφθηκαν σύντομα οι περισσότεροι θιασώτες του κρατικού παρεμβατισμού, που κατάλαβαν, έστω και αργά, πως οι ενέσεις ρευστότητας και οι κρατικοποιήσεις των τραπεζών που βρίσκονται σε εξέλιξη, δεν έχουν καμιά σχέση με τις γελοίες διακηρύξεις που διατυμπάνιζαν μέχρι πρότινος μέσω του τύπου, περί «δικαίωσης του Κέϋνς», «επιστροφής στην σοσιαλδημοκρατία» και άλλα παραμύθια. Αντιθέτως, το κράτος, το οποίο και θʼ αναλάβει να ξεμπλοκάρει την διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου, θα επιδιώξει να επιβάλει νέα πρωτοφανή μέτρα άγριας εκμετάλλευσης των εργαζομένων, θα μεγιστοποιήσει την κρατική βία πάνω στην κοινωνία, επιχειρώντας νʼ ανοίξει το δρόμο για την εφιαλτική μετά την κρίση εποχή του απόλυτου ολοκληρωτισμού.
Όσοι μέχρι χθες πίστευαν στις δυνατότητες εξανθρωπισμού του συστήματος, όσοι πίστευαν πως μέσα στα πλαίσια των νόμιμων διεκδικήσεων μπορούν οι κοινωνίες να διεκδικήσουν και να πετύχουν βελτίωση των συνθηκών ζωής, βλέπουν τώρα μπροστά τους να καταρρέουν όλες οι ψευδαισθήσεις τους για τα περιθώρια αντίδρασης και διεκδίκησης που αφήνει το σύστημα. Βλέπουν να πέφτουν και τα τελευταία αμυντικά αναχώματα που κρατούσε η ρεφορμιστική αριστερά, συνειδητοποιούν πως εδώ και τώρα όλοι μα όλοι, σε όποιον πολιτικό χώρο και αν ανήκουν, πρέπει να πάρουν θέση. Ή θα μπούνε και με τα δύο πόδια στην καθεστωτική νομιμότητα ή θα στραφούνε ειλικρινώς πλέον ενάντια στο καθεστώς.
Η εποχή μας παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και μοναδικές ευκαιρίες για όσους θέλουν να αγωνιστούν. Η κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη οδηγεί στην σοβαρή αποσύνθεση τις σχέσεις κεφαλαίου – κοινωνίας και φέρνει αντιμέτωπες τις ελίτ με τις κοινωνικές πλειοψηφίες. Το χάσμα μεταξύ εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων βαθαίνει. Εδώ είναι που ανοίγονται οι ευκαιρίες για ένα επαναστατικό κίνημα, να εμποδίσει τις νέες μορφές διαμεσολάβησης μεταξύ κοινωνίας και εξουσίας, να πολεμήσει κάθε απόπειρα χειραγώγησης της κοινωνικής αγανάκτησης, να δώσει τον τόνο και τις κατευθύνσεις για την κοινωνική ανατροπή. Αρκεί να συνειδητοποιήσουμε πως δεν ζούμε πλέον στην κοινωνία των 2/3, δεν κυριαρχεί ο εφησυχασμός, δεν βασιλεύει η απάθεια. Το ίδιο το σύστημα έχει βοηθήσει στον θάνατο των ψευδαισθήσεων, έχει κάνει δυνατή την αποκάλυψη της ωμότητας που χαρακτηρίζει τους εγκληματίες της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας...
...Οι επαναστάσεις χρειάζονται δύο ιστορικούς παράγοντες για να γίνουν. Ο ένας είναι οι αντικειμενικές συνθήκες όπως είπαμε πριν, τις οποίες τις έχουμε. Ο δεύτερος είναι οι υποκειμενικές συνθήκες , δηλαδή ένα κίνημα ευρύ, επαναστατικό και αποφασισμένο να προχωρήσει πάση θυσία, ένα πολύμορφο σχέδιο ανατροπής μαζί με τα κοινωνικά αυτά τμήματα που θα ξεσηκωθούν. Και αυτό οφείλουμε να το φτιάξουμε εδώ και τώρα. Για να γίνει αυτή η κρίση, ο τάφος του συστήματος...
ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ
Ο Lyndon LaRouche και η οικονομικές φούσκες της FED.
Δεν υπάρχει τρόπος να επισκευαστεί η Φούσκα 1,400,000,000,000,000 (τετράκις-εκατομμύρια) Δολαρίων, εκτός εαν λήξει η Οικονομική Αυτοκρατορία που έστησε την Φούσκα...Πτωχευτική Αναδιοργάνωση των ΗΠΑ...
http://www.larouchepac.com/news/2009/01/16/larouche-webcast-january-16-2...
Shut Down the Derivatives Markets To Save Civilization
Υποβλήθηκε στις Παρ, 21 Νοε 2008 - 23:44.
Shut Down the Derivatives Markets To Save Civilization
http://www.klik.gr/magazine/06/%CE%B7-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%...
Υποβολή νέου σχολίου