Ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός

Tatiana Muller

Οι δυο αιώνιοι αντίπαλοι του ελληνικού ποδοσφαίρου, σε νέες περιπέτειες.

Image: Francisco de Goya Title Two men fighting with clubs

Στο 70ο λεπτό του τελικού μεταξύ της Μπαρτσελόνα και της Μάντσεστερ Γιουνάϊτεντ, ο Τσάβι ξέφυγε από τον αντίπαλό του κάπου στη δεξιά μεριά του γηπέδου και πραγματοποίησε μια σέντρα ακριβείας προς το αντίπαλο τέρμα. Ο Λιονέλ Μέσσι, το μεγάλο μικρόσωμο αστέρι της Μπαρτσελόνα, έτρεχε για να βρει την μπάλα στην πορεία της και πήδηξε για να την χτυπήσει με το κεφάλι. Κι εκεί καθώς ήδη βρισκόταν στον αέρα έκανε κάτι εκπληκτικό. Είναι μερικές φορές μερικές τέτοιες λεπτομέρειες που σου επιτρέπουν να κατανοήσεις το φυσικό ταλέντο ενός ποδοσφαιριστή. Ο Μέσσι λοιπόν είχε πηδήξει στον αέρα με την φόρα που είχε και εκεί, ήδη στον αέρα, και σε διάστημα δεκάτων του δευτερολέπτου, προφανώς αντελήφθη ότι η τροχιά της μπάλας δεν θα εύρισκε το κεφάλι του στην κατάλληλη γωνιά. Ενώ βρισκόταν λοιπόν ήδη στον αέρα, άφησε μόνο το σώμα του να παρασυρθεί από το άλμα και την φόρα που είχε και κράτησε το κεφάλι του περίπου στην ίδια θέση. Έτσι την ώρα που χτύπησε την κεφαλιά, κάπως πλαγιομετωπικά, το υπόλοιπο σώμα του είχε σχεδόν «ξαπλώσει» στον αέρα. Η μπάλα πήγε όμως εκεί που ήθελε να πάει ο Μέσσι. Στα δίχτυα της Μάντσεστερ. Για δεύτερη φορά κάνοντας το σκορ 2-0 υπέρ της Μπαρτσελόνα και ουσιαστικά τελειώνοντας τον τελικό.

Η Μάντσεστερ δεν φαινόταν ικανή να αντιμετωπίσει την Μπαρτσελόνα αυτή τη φορά. Είτε βρέθηκε σε μια όχι τόσο καλή μέρα της, είτε το παιχνίδι της Μπαρτσελόνα δεν την άφησε να βρεθεί σε καλή μέρα. Έτσι η Μπαρτσελόνα κατέκτησε δίκαια το Τσάμπιονς Λήγκ, πράγμα που απετέλεσε σίγουρα και μια επιβράβευση για την απόδοσή της όλη τη χρονιά. Παίζοντας ένα ποδόσφαιρο «κέντημα» σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς, η Μπαρτσελόνα καθιέρωσε και έναν άλλο τρόπο παιχνιδιού, που είναι ένα είδος ευρεσιτεχνίας των μεγάλων ταλέντων που διαθέτει. Του Μέσσι, του Ινιέστα, του Τσάβι, του Ετό, του Ανρί και όλων των άλλων.

«Εγώ λέω στους παίκτες μου μπείτε στο γήπεδο και παίξετε το παιχνίδι που ξέρετε» είπε ο προπονητής της ομάδας, Πεπ Γκουαρντιόλα, με μια επίδειξη μετριοφροσύνης και γνωρίζοντας φυσικά, πως τον «Τρεμπλ» που κατέκτησε φέτος η Μπαρτσελόνα, δηλαδή κύπελλο και πρωτάθλημα Ισπανίας και Τσάμπιονς Ληγκ, δεν είναι δικό του κατόρθωμα, αλλά των ίδιων των παικτών. Αυτό το ποδόσφαιρο που έπαιζε φέτος η Μπαρτσελόνα δεν μπορεί να διδαχτεί από κανέναν προπονητή. Οφείλεται σε μια μεγάλη συσσώρευση ταλέντων που βρήκαν και έναν αξιοθαύμαστο τρόπο να συνεργάζονται.

Σχεδόν για τίποτα δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος σ’ αυτή τη ζωή. Για ένα πράγμα όμως μπορεί να είναι σίγουρος. Πως τέτοιο ποδόσφαιρο δεν πρόκειται να παίξει ποτέ καμιά ελληνική ομάδα.

Δυο μέρες πριν από τον τελικό του Τσάμπιονς Ληγκ, την Δευτέρα 25 Μαϊου, ο Σωκράτης Κόκκαλης που είναι και μεγαλομέτοχος του Ολυμπιακού, έδωσε μια συνέντευξη τύπου για να ανακοινώσει την πρόσληψη του Τιμούρ Κετσπάγια και τα σχέδιά του για την είσοδο καινούργιων επενδυτών στο μετοχικό κεφάλαιο του Ολυμπιακού. Είναι σίγουρο πως αν ο Σωκράτης Κόκκαλης είχε ζήσει στην προ χόμο σάπιενς εποχή, θα εντυπωσίαζε πολύ τους παρευρισκόμενους με το λέγειν του. Αλλά και για τη σημερινή εποχή καλά τα καταφέρνει, μια και πολλοί συμπολίτες μας δεν έχουν αναπτύξει και τόσο πολύ την «σάπιενς» μεριά της προσωπικότητάς τους. Όπως λέγαμε λοιπόν και πάρα πάνω καμιά ελληνική ομάδα δεν θα παίξει ποτέ το ποδόσφαιρο που παίζει η Μαρτσελόνα. Φταίει η ζέστη, φταίει ότι το χόρτο δεν είναι πολύ καλό σ’ αυτά τα νότια τμήματα της υφηλίου, φταίνε πολλά και διάφορα.

Ένα από αυτά τα διάφορα, είναι το ότι στην Ελλάδα το πρωτάθλημα γενικότερα και τους αγώνες ειδικότερα, δεν τους κερδίζει ούτε η καλύτερη ομάδα, ούτε ο καλύτερος προπονητής. Στην Ελλάδα τα πρωταθλήματα τα κερδίζει ο καλύτερος παράγοντας. Για να γίνεις ο «καλύτερος παράγοντας» στην Ελλάδα πρέπει να είσαι λίγο προπονητής, αρκετά Πρόεδρος και κυρίως να γνωρίζεις τις «κακοτοπιές», μια και στην χώρα μας το ποδόσφαιρο δεν παίζεται μόνο στα γήπεδα, αλλά συνεχίζεται και εκτός γηπέδων.

Τις καλύτερες επιδόσεις λοιπόν σ’ αυτό το πολύπλοκο άθλημα τα τελευταία δεκατρία χρόνια τις είχε αποδεδειγμένα ο Σωκράτης Κόκκαλης μια και στη διάρκειά τους κέρδισε τα δώδεκα πρωταθλήματα και κάμποσα κύπελλα. Το σύστημα αυτό βέβαια δεν έχει και τόσο καλά αποτελέσματα στην Ευρώπη και γι αυτό καμιά ελληνική ομάδα δεν έχει διακριθεί ιδιαίτερα σ’ αυτό το χώρο με εξαίρεση τη συμμετοχή του Παναθηναϊκού σ’ εκείνο τον τελικό με τον Άγιαξ προ αμνημονεύτων χρόνων. Θα ήταν άδικο όμως να μην τονίσουμε και τη διαφορά στα οικονομικά μεγέθη. Για παράδειγμα αρκεί το ότι, η πιθανή αυτό τον καιρό μεταγραφή του Κριστιάνο Ρονάλντο από την Μάντσεστερ στην Ρεάλ θα κοστίσει πολύ περισσότερο από όλο το ελληνικό πρωτάθλημα. Τα μεγάλα ταλέντα κοστίζουν ακριβά και τα ποσά που παίζονται δεν μπορεί να τα αποσβέσει το ελληνικό πρωτάθλημα. Έτσι οι ελληνικές ομάδες μπορούν να εντάξουν μόνο ποδοσφαιριστές που έχουν «τελειώσει» με τις ευρωπαϊκές τους υποχρεώσεις και βρίσκονται είτε σε κάμψη είτε σε δύση της καριέρας τους. Σαν τον Ριβάλντο ας πούμε πριν από λίγα χρόνια. Ή σαν τον Ροναλντίνιο που είναι αρκετά πιθανό από του χρόνου να φοράει την ερυθρόλευκη φανέλα.

Γι’ αυτό άλλωστε πέρασε και ο Ροναλντίνιο για λίγο και από τη Μύκονο. Να δει που θα κάνει τις προπονήσεις. Ήταν κι αυτός ένας ακόμη από τους λόγους που επέτρεψαν στον Κόκκαλη να κυριαρχήσει. Ξέρει να διακρίνει και τα φρέσκα και τα μπαγιάτικα ταλέντα, σε αντίθεση με τους αντιπάλους του, που δεν έχουν καλή ματιά στο θέμα, ούτε και καλές επιδόσεις και γι αυτό άλλωστε χάνουν και τα πρωταθλήματα.

Αυτά μέχρι τώρα. Ο χρόνος όμως περνάει και δεν αφήνει ανεπηρέαστο ούτε και τον Κόκκαλη που κατ’ άλλους είναι 70 ετών και κατ’ άλλους 73. Όπως και νάχει όμως η υπόθεση πλησιάζει η ώρα που κάποια στιγμή θα πρέπει κι αυτός να κρεμάσει τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Είναι επίσης και η οικονομική κρίση που δεν αφήνει κανέναν ανεπηρέαστο. Και ο Κόκκαλης όπως αποδείχτηκε δεν έχει καμιά όρεξη αυτό τον καιρό να επιβαρύνεται και για τον Ολυμπιακό. Και είναι και η περσινή σεζόν που με τον αποκλεισμό του Ολυμπιακού από τους ομίλους δημιούργησε και μια τρύπα γύρω στα 25 εκατομμύρια. Όσο δηλαδή θα κόστιζε το ένα πόδι του Κακά, από το γόνατο και κάτω. Έτσι λοιπόν ο Σωκράτης αποφάσισε να κάνει αυτό που μέχρι πέρσι εθεωρείτο ανήκουστο. Να κάνει και τον Ολυμπιακό πολυμετοχικό.

Σε απλά ελληνικά δηλαδή να βρει τα κορόιδα που θα βάλουν συνολικά γύρω στα 60 εκατομμύρια για να πάρουν κάποιο ποσοστό γύρω στο 40%. Έτσι ο Ολυμπιακός θα κλείσει και την περσινή τρύπα, αλλά θα έχει και λεφτά για να κάνει κάποιες αξιόλογες μεταγραφές με πρώτη ίσως όχι, αλλά σίγουρα καλύτερη, αυτήν για την οποία μιλήσαμε πάρα πάνω. Ο Σωκράτης θα κρατήσει επίσης και τη θέση του Προέδρου του Ολυμπιακού. Αυτό είναι πάνω κάτω ένα σχέδιο που κάποια χρόνια νωρίτερα το είχε κάνει ταινία ο Ντάνυ ντε Βίτο με τίτλο «Other people’ s money”. Είναι γενικά ο καλύτερος τρόπος για να έχεις και την πίτα γερή και το σκύλο χορτάτο. Και καθώς μάλιστα υπάρχουν και πολλά κορόιδα με πολλά λεφτά, που για την αμφιλεγόμενη δόξα του ποδοσφαίρου θα έδιναν πολλά λεφτά, είναι μάλλον σίγουρο πως το σχέδιο θα στεφθεί με απόλυτη επιτυχία. Έτσι έχουν τα πράγματα στον Ολυμπιακό.

Στην αντίθετη πλευρά του λόφου, στον Παναθηναϊκό δηλαδή, τα πράγματα έχουν κι εκεί έτσι πάνω κάτω, αλλά από την ανάποδη. Είναι δηλαδή το πώς να τα καταφέρεις να παίζουν παιχνίδι οι άλλοι με τα δικά σου λεφτά. Ο καλύτερος τρόπος για να μην έχεις ούτε την πίτα γερή ούτε το σκύλο χορτάτο. Και αυτό το κατάφερε μόνος του ο Γιάννης Βαρδινογιάννης, που από τα δέκα περίπου χρόνια της ενασχόλησης του με το ποδόσφαιρο κατάφερε να χάσει σχεδόν την καλή φήμη που είχε αποκτήσει από τις επιδόσεις του στο paint ball. Ο Γιάννης Βαρδινογιάννης μπορεί να είναι καλός άνθρωπος, μπορεί να ανήκει σε μια σπουδαία επιχειρηματική οικογένεια, αλλά το ποδόσφαιρο δεν τόχει. Αυτό άλλωστε , για τους ανθρώπους που καταλαβαίνουν, φάνηκε και με μια από τις πρώτες κινήσεις του, όταν διέλυσε χωρίς λόγο την λεγόμενη «ομάδα της Ριζούπολης», σ’ έναν αγώνα δηλαδή με τέτοια τρομοκρατική ατμόσφαιρα που κάθε λογικός άνθρωπος θα προτιμούσε να χάσει παρά να πέσει στα χέρια ενός αφηνιασμένου όχλου. Αν έκαναν τώρα οι οπαδοί του Ολυμπιακού αυτά που έκαναν τότε, σ’ εκείνον τον αγώνα ο Ολυμπιακός θα έπαιζε στην δεύτερη κατηγορία. Γι την ήττα σ’ εκείνο τον αγώνα ο Βαρδινογιάννης τιμώρησε με εξαφάνιση την καλύτερη ομάδα που είχε ο Παναθηναϊκός τις τελευταίες δυο δεκαετίες. Νικπολίδης, Σεϊταρίδης, Κυργιάκος, Φύσσας, Καραγκούνης, Μπασινάς, Λυμπερόπουλος. Η βάση δηλαδή της Εθνικής ομάδας που λίγα χρόνια αργότερα θα έπαιρνε το Ευρωπαϊκό στη Λισσαβώνα.

Το φιάσκο με το γήπεδο του Παναθηναϊκού, είναι ένα άλλο παράδειγμα για το ότι ο Γιάννης Βαρδινογιάννης θα ήταν καλύτερα να ασχολείται με άλλα πράγματα. Ο τρόπος επίσης που ηττήθηκε στα γρήγορα και κατά κράτος από τον Ανδρέα Βγενόπουλο, δείχνει πως θα πρέπει να κάτσει μερικά χρόνια ακόμη στον ήλιο ή στο σολάριουμ, για να»ψηθεί» για τις δύσκολες δουλειές. Αφού λοιπόν αναγκάστηκε να κάνει πολυμετοχικό τον Παναθηναϊκό, τώρα βρίσκεται στη θέση να πρέπει να βάζει ο ίδιος πέντε και όλοι οι υπόλοιποι άλλα πέντε για να μοιράζονται το αποτέλεσμα. Ο Παναθηναϊκός λοιπόν έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα δύσκολα θα καταφέρει μεγάλα πράγματα, γιατί και ο Πατέρας που παρέμεινε Πρόεδρος της ομάδας, δεν σκαμπάζει κι αυτός πολλά πράγματα. Ο μόνος που θα μπορούσε να αλλάξει τον Παναθηναϊκό είναι ο Βγενόπουλος. Αλλά ο Βγενόπουλος δεν ενδιαφέρεται τόσο ούτε για το ποδόσφαιρο, ούτε για τον Παναθηναϊκό. Το μόνο που ενδιαφέρει τον Βγενόπουλο είναι η πολιτική και συγκεκριμένα το να γίνει κάποια μέρα Πρωθυπουργός και σ’ αυτό κατατείνουν όλες οι κινήσεις του, όπως δείχνει η αγορά της Ολυμπιακής, ο έξυπνος τρόπος που χειρίστηκε την υπόθεση του ΟΤΕ, η μείωση στις τιμές του γάλακτος και γενικά όλες οι κινήσεις του , που είναι κατ’ αρχάς πολιτικές. Από τον Παναθηναϊκό πήρε αυτό που ήθελε, δηλαδή μια τεράστια αναγνωρισιμότητα, με ελάχιστο κόστος και παραμένει πάντα σε «θέση βολής», ανάλογα με την εξέλιξη των πραγμάτων. Επιπλέον έχει το ίδιο όφελος με τους υπόλοιπους, ενώ έχει απομακρυνθεί από το κόστος της όποιας χασούρας. Εκείνος θα πληρώνει ένα και οι υπόλοιποι τα υπόλοιπα εννιά, ενώ θα τρώνε μόνοι τους το κόστος της όποιας αποτυχίας.

Για την οικογένεια των Βαρδινογιάννηδων η ενασχόληση με το ποδόσφαιρο κάποτε αποτελούσε κέρδος. Τώρα αποτελεί μόνο ζημιά. Κανείς δεν ενδιαφέρεται πια για το ποιος παίρνει το ελληνικό πρωτάθλημα, που με τα κατορθώματα του Κόκκαλη έχει χάσει κάθε ίχνος αξιοπιστίας. Το ελληνικό πρωτάθλημα, είναι πια μια μικρή επαρχιώτικη οργάνωση με κακή ποιότητα στην περιφέρεια της Ευρώπης. Απευθύνεται δηλαδή σε φιλάθλους με αποδεδειγμένα κακό γούστο. Αποκλείεται να ασχολείσαι με το ελληνικό ποδόσφαιρο και να μην έχεις πολύ κακό γούστο. Το ελληνικό πρωτάθλημα είναι μια άθλια υπόθεση, με πολύ κακή ποιότητα ποδοσφαίρου και με τέτοια λαμογιά που δεν μπορεί να πασχολεί πια τους κανονικούς ανθρώπους. Αλλά είπαμε οι διαβαθμίσεις του χόμο σάπιενς είναι πολλές και ποικίλες. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβουν οι Βαρδινογιάννηδες αυτό τόσο το καλύτερο για τους ίδιους. Το μόνο που κάνει νόημα είναι οι ευρωπαϊκές διακρίσεις. Αλλά για να διακριθεί κανείς στην Ευρώπη πρέπει να ξοδέψει πάρα πολλά λεφτά, με μικρές πιθανότητες επιτυχίας έτσι κι αλλιώς. Στην Ευρώπη ούτε ο Κόκκαλης

Σχόλια

Υποβολή νέου σχολίου

  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Επιτρεπόμενες ετικέτες HTML: <a> <em> <strong> <cite> <code> <ul> <ol> <li> <dl> <dt> <dd>
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.

Περισσότερες πληροφορίες για τις επιλογές μορφοποίησης

Except where other wise noted, content on this site is licensed under Creative Commons Attribution Noncommercial-Share Alike 3.0 Greece