Όταν ο επίλογος γράφει τον πρόλογο, τότε έρχεται η αγάπη
Image: Photography by André Kertész, Martinique
Κάποτε, μας ξέρει καλύτερα απ’ όλους αυτός που δεν ξέρουμε, και κάποτε άμα αυτός «φύγει» είναι για πάντα εδώ…
Κάποτε, μας ξέρει καλύτερα απ’ όλους αυτός που δεν ξέρουμε, και κάποτε άμα αυτός «φύγει» είναι για πάντα εδώ…
Συχνά, όταν κτυπά το τηλέφωνο γνωρίζω ακριβώς ποιός με καλεί και κάποιες άλλες ξέρω πολύ καλά και τι θέλει να μου πει. Έτσι ακριβώς, χωρίς λόγια έμαθα πως «έφυγε». Με ένα ντριν…
Την προηγούμενη μέρα όταν τον είχα επισκεφθεί στη κλινική όπου είχε γίνει θαμώνας, τη στιγμή που στεκόμουν απέναντι απ’ το κρεβάτι του και σκορπούσα τις πολύχρωμες τουλίπες στο βάζο, ένοιωσα το βλέμμα του και σήκωσα το κεφάλι έτοιμη να του χαμογελάσω. Εκείνη τη στιγμή είχε αρχίσει να με αποχαιρετά. Στρέφοντας συγκινημένη τη ματιά μου στα λουλούδια, οι τουλίπες που είχα στα χέρια μου, μεταμορφώθηκαν σε κάποια γνώριμα μωβ χρυσάνθεμα, ακριβώς τα ίδια μ’ αυτά που είχε ζωγραφίσει ο μεγάλος πατέρας της Κυπριακής τέχνης, Τηλέμαχος Κάνθος, λίγες μέρες προτού αποχαιρετήσει τον κόσμο του. Οι πολύχρωμες τουλίπες ετοιμάζονταν να συναντήσουν τα μωβ χρυσάνθεμα…

Image Photography by: André Kertész
Δεν είχα ιδιαίτερες αναμνήσεις απ’ το θείο Όμηρο. Τον συναντούσα στα Χριστουγεννιάτικα γεύματα που οργάνωνε η μητέρα μου στο πατρικό μας σπίτι κάθε χρόνο, και ίσως να τον έβλεπα και όταν μας επισκεπτόταν για τις παραδοσιακές ευχές στις ονομαστικές εορτές. Σαν παιδί, είχα πολύ καλά σκιαγραφήσει μέσα μου γι’ αυτόν, την εικόνα του μεγαλόσωμου άνδρα που δεν χαμογελούσε ποτέ, που έδινε σοβαρές συμβουλές στα μικρά της οικογένειας όπως και σε μένα φυσικά, με εκείνη την αυστηρότητα που κουβαλά κάθε είδος δογματισμού, που στα μέτρα της νεανικής μας ηλικίας ισοδυναμούσε με την ανία και την πλήξη. Και εννοείται πως βαριόμασταν αφόρητα να τον ακούσουμε, οπόταν και ξεφεύγαμε της προσοχής του με την πρώτη ευκαιρία. Μεγαλώνοντας, προσωπικά του είχα ξεφύγει εντελώς… ή τουλάχιστον έτσι πίστευα.
Όταν λοιπόν περίπου ένα μήνα πριν τον θάνατό του, είχε ζητήσει ο ίδιος να τον επισκεφθώ, βρέθηκα αντιμέτωπη με μένα. Κρατούσα το τιμόνι οδηγώντας προς την κλινική κάνοντας μάταιες προσπάθειες να εγείρω μνήμες, εικόνες, λέξεις. Ήθελα να σκιαγραφήσω το πορτραίτο του με λεπτομέρειες και χρώματα μα κατέληξα με μια ατελή καρικατούρα σε μαύρο και λευκό. Αυτό το κενό με επιβεβαίωνε πως θα συναντούσα ένα ξένο που σύντομα θα «έφευγε». Η διαπίστωση αυτή, όχι μόνο με έφερνε σε φοβερά δύσκολη θέση, αλλά ταυτόχρονα με πλήγωνε. Παρόλο που τρόμαξα με την εγωιστική μου διάθεση, δεν μπορούσα να σταματήσω να συμπεραίνω πως η οικογένειά μου δεν φημίζεται για τους στενούς της δεσμούς. «Αν μας βάλει κάποιος όλους μαζί σε ένα δωμάτιο», σκέφτηκα, «θα μοιάζουμε σαν μια ομάδα αγνώστων σε αποτυχημένο γραφείο συνοικεσίων»… Ακόμη ένας ξένος συγγενής λοιπόν. ‘Ένας ξένος θείος, μια σκιά τόσο άπιαστη όσο όλες οι σκιές..
Σ’ εκείνη την πρώτη επίσκεψη, μπήκα στο δωμάτιό του για να βρεθώ μπροστά σε ένα μικρόσωμο άνδρα που φαινόταν να χάνεται μέσα στα κατάλευκα σεντόνια. Μικροσκοπική ύλη που ανέπνεε με δυσκολία, μα η ψυχική ενέργεια που κατέκλυζε το χώρο μου φαινόταν απίστευτα τεράστια και διαυγής. Κοίταξα πίσω μου σε μια μάταιη προσπάθεια να αναγνωρίσω τους υπόλοιπους που συνέβαλλαν στη δημιουργία όλου αυτού του «μεγέθους». Δεν υπήρχε άλλος. Παντού αυτός. Τον κοίταξα σχεδόν με παιδική περιέργεια. Πιο μικρός και πιο μεγάλος από ποτέ. Αυτό το μικρό σωματάκι που απέμεινε, δεν ήταν αρκετά μικρό για να τον χωρέσει πια. «Όσο πιο μικρή η ύλη, τόσο πιο μεγάλη η ψυχή», ένοιωσα πολύ συνειδητά. Τα μάτια του ήταν μεγαλειώδη και πλήρη. Ο θεός ολόκληρος, μια τεράστια δύναμη, μια αλλιώτικη σοφία ξεπηδούσε απ’ τις σκούρες κόρες.. Κρατώντας μου το χέρι, ήθελε να μου πει πολλά, πάλευε να προλάβει, αλλά η φωνή του χανόταν στην προσπάθεια. Όσο και αν πλησίαζα το αυτί μου στα χείλη του ο ψίθυρος ήταν σχεδόν ακατανόητος. Κι’ όμως, αυτά που έπρεπε να «ακούσω», τα «άκουσα». Ο «ξένος» θείος μπορεί να μην ήταν καθημερινός αυτόπτης μάρτυρας της πορείας μου, αλλά με τη σοφία του είχε αγγίξει τα βαθειά μυστικά που φώλιαζαν αφημένα στη μήτρα που με γέννησε. Είχε λυπηθεί και είχε χαρεί στο δρόμο μου σεμνά και διακριτικά, μα κυρίως, είχε εμπιστευτεί το πεπρωμένο μου. Ο μακρινός θείος ΄Ομηρος ήταν τελικά ο κοντινός, ο αληθινός μου οικείος συγγενής. Στο λευκό δωμάτιο σκορπίσαμε ξεχασμένα χάδια, γέλια και βουρκωμένα βλέμματα.
Τη μεθεπομένη, τον συνάντησα και πάλι. Ήταν εκείνη η μέρα με τις τουλίπες… Ο θόρυβος στην πόλη εκείνο το πρωί έμοιαζε με το βουητό της προετοιμασίας για μια γιορτή. Τα σύννεφα είχαν κατέβει απ’ τον ουρανό και απλώθηκαν στους δρόμους, για να γίνουν όλα τα βήματα και όλες οι κινήσεις ανάλαφρες… Η ύπαρξη μου συνοδευόταν από το χάδι μιας αίσθησης απαλής ευτυχίας. Στο ανθοπωλείο ήμουν περίεργα και ευχάριστα απαιτητική. Αναζητούσα τις τελειότερες, τις πιο φρέσκες, τις πιο λαμπερές τουλίπες. Οι λεπτομέρειες στα χέρια της υπαλλήλου που έφτιαχνε το μπουκέτο, έχουν λάβει τη θέση τους στο φωτογραφικό ντοσιέ του συνειδητού μου. Αυτό το διάστημα, οι ξένοι δικαιούνται χώρο στην ύπαρξή μου. Πόσο περίεργα όμορφη είναι η ζωή…

Image Photography by: André Kertész, Melancholic tulip
Τη μέρα με τις τουλίπες λοιπόν, ο θείος Όμηρος είχε μια αγωνία. Ήθελε να φροντίσω να ειδοποιηθεί το βαφτιστήρι του, για να τον προμηθεύσει με καινούριο κινητό τηλέφωνο, αφού το παλιό τον είχε «εγκαταλείψει» εκείνη ακριβώς τη μέρα. Η συνομιλία μας περιορίστηκε κυρίως στην αγωνία του για το τηλέφωνο. Έμοιαζε με παραπονεμένο παιδάκι που κρατούσε το σπασμένο του παιγνίδι ενώ έψαχνε την αγκαλιά της μητέρας του σε τεράστιο πολυκατάστημα. Αφού έκανα πως πίστεψα πως τον καθησύχασα, έσκυψα να τον φιλήσω χαϊδεύοντας του το πρόσωπο. Μου άρπαξε το χέρι με απόγνωση αλλά και με ανακούφιση, έτσι.. για λίγα δευτερόλεπτα πριν το αφήσει με ένα φευγαλέο γλίστρημα. Αποχαιρετώντας το λευκό δωμάτιο με τις τουλίπες καλωσόριζα το νέο άγγελο που έπαιρνε τη θέση του στη ζωή μου.
Το πρωινό που κτύπησε το τηλέφωνο, καθόμουν στο γραφείο στο ατελιέ μου και η πόρτα απέναντι ήταν ανοικτή. Η μέρα ήταν πανέμορφη, ζεστή, και το φως άπλετο. Ήταν νωρίς και το δρομάκι δεν είχε περαστικούς. Εντελώς αναπάντεχα, ένοιωσα ένα αδιαμφισβήτητα κρύο ρεύμα να με διαπερνά και μέσα στην ανατριχίλα μου χωρίς καθόλου σκέψεις, άναψα το τρικέρη που είχα μπροστά μου. Η όραση, η ακοή και η αφή ήταν δυνατότερες από ποτέ ενώ ο χώρος και ο χρόνος είχαν περάσει στην ανυπαρξία. Με «είχε» και τον «είχα» σε κάθε κάλεσμα. Τα σύννεφα επέστρεφαν στον καταγάλανο καλοκαιρινό ουρανό την ώρα που η μεγαλύτερη αγάπη απ’ όλες είχε πάρει το δρόμο της, παρέα με ένα βούρκωμα χαράς. Έτσι ακριβώς, μετά τον ταπεινό επίλογο πέρασε στην αιωνιότητα ο πιο ένδοξος πρόλογος.
Title of block #2
arg(1)=348
arg(2)=
Τελευταία άρθρα στα blogs
- Nicholas Kirkwood Fall/Winter 2011-12
- Το ημερολόγιο μιας έφηβης
- Smell Me! Αρώματα Χειμώνας 2011-2012
- Τεχνόπολις και Λευκός Πύργος "ντύνονται" στα...ροζ!
- George Clooney...ο καρδιοκατακτητής!
- Η έκθεση φωτογραφίας του Antonio Banderas στην Αθήνα!
- H Beyonce είναι τελικά έγκυος?
- Μια superstar και ένα Fiat 500...!!
- Dukas@Paris
- Ο Μύθος του Οσάμα Μπιν Λάντεν
.
Τελευταία σχόλια στο KLIK
- 1 of 361
- ››


1995-2010 
Σχόλια
Υποβολή νέου σχολίου