Το ξύλινο παγκάκι του σπερματοδόχου
Όταν το νομικό σύστημα καλείται να δικαιώσει τα παιδιά, η φύση έχει ήδη προλάβει να καθορίσει τον σπερματοδότη όχι όμως απαραίτητα και τον πατέρα.
Εικονογράφηση: Edouard Manet: "Le Dejeuner sur l’ herbe"
Ένα ξύλινο παγκάκι έξω από την αίθουσα του οικογενειακού δικαστηρίου φιλοξενεί τις μητέρες οι οποίες για μήνες, κάποτε για χρόνια, το επισκέπτονται όποτε καλούνται στις ακροάσεις για την εκδίκαση των αιτήσεων τους για διατροφή απ’ τους πατεράδες των παιδιών τους.
Σ’ αυτό το άβολο ξύλινο παγκάκι έχουν διαδραματιστεί, αλλά και αναμφίβολα πρόκειται να ακολουθήσουν περισσότερα, απίστευτα θεατρικά ή και κινηματογραφικά σενάρια με πρωταγωνιστές και συμπρωταγωνιστές και σκηνοθέτες και παραγωγούς. Τίποτα και κανείς δεν λείπει απ’ το σκηνικό πέρα απ’ την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που αρμόζει σε κάθε παιδί. Σε μια απ’ αυτές τις επισκέψεις, αφού πάνω απ’ όλα μάνα είμαι και εγώ οπόταν δεν θα μπορούσε κανείς να μου στερήσει έστω και ένα μικρό ρόλο σ’ αυτό το θίασο, μου φάνηκε πως κάτω απ’ τη ξύλινη έδρα του δικαστή είχα διακρίνει τον κύριο Φώσκολο να κάθεται με απλωμένα τα χαρτιά του, για να διαπιστώσω όμως αργότερα πως αυτή ήταν η θέση της κοντοκουρεμένης στενογράφου.
Στη θέση του θεατή και του πρωταγωνιστή πήρα τη θέση μου και εγώ, αφού τα τελευταία τέσσερα χρόνια κάθε λίγους μήνες οφείλω να παρουσιάζομαι στο οικογενειακό δικαστήριο για το ατέρμονο ζήτημα της διατροφής των διδύμων παιδιών μου τα οποία παρεμπιπτόντως έχουν τον περασμένο μήνα κλείσει πια τα δεκαοκτώ τους χρόνια. Με την πρόσφατη ενηλικίωσή τους δεν τίθεται νομικά πια θέμα διεκδίκησης οιασδήποτε εισφοράς για τα έτη που θα ακολουθήσουν από τον πατέρα τους, αν και ακόμη φοιτούν στο Λύκειο και ετοιμάζονται ταυτόχρονα για τις πανεπιστημιακές τους σπουδές. Εννοείται πως ο πατέρας τους, σεβόμενος τους νόμους της πολιτείας του, έχει υπακούσει την εν λόγω νομοθεσία και έχει πια επισήμως προαχθεί στη θέση του απόλυτα νομοταγή πολίτη. «Δεκαοκτώ χρονών ενήλικες είναι πια, ας τα βγάλουν πέρα μόνοι τους στο κάτω-κάτω» θα σκέφτηκε, υποθέτω. Από τα τριάμισι τους χρόνια, τότε είχε λυθεί και ο γάμος μας, μέχρι τα επτά τους περίπου, κατέβαλε το ποσό των 90 ευρώ στο νηπιαγωγείο όπου και φοιτούσαν, επωφελούμενος και της έκπτωσης που απολαμβάναμε ως γονείς διδύμων. Από τα επτά τους που άρχισε και η Δημοτική εκπαίδευση μέχρι και τα δώδεκα τους, εισέφερε οικειοθελώς το ποσό των 125 ευρώ προς έκαστο παιδί ενώ τα συναντούσε ενάμιση φορά κάθε βδομάδα, και από τα δώδεκα τους χρόνια μέχρι τα δεκαοκτώ τους προσέφερε το ποσό των 213.5 ευρώ για τον καθένα και τα συναντούσε δύο φορές το μήνα για μεσημεριανό γεύμα στο σπίτι της μητέρας του. Με είχε μπερδέψει λίγο με τα μαθηματικά του και ποτέ δεν κατανόησα την αριθμητική των 50 σεντς και της μισής επίσκεψης. Προφανώς την ίδια απορία είχαν και τα παιδιά μου τα οποία πριν τέσσερα περίπου χρόνια με παρότρυναν να απευθυνθώ στο νομικό σύστημα προς επίλυση των αποριών μας. Αυτή την κίνηση ομολογώ πως δεν επρόκειτο να την κάνω με πρωτοβουλία δική μου, εξ’ ου και τα χρόνια που προηγήθηκαν άνευ επισκέψεων στο ξύλινο παγκάκι, αφού η ιδεολογία μου, μου υπαγόρευε ρητώς τις ευθύνες μου και τις απολαύσεις μου ως γονέα και μου υποδείκνυε ανέκαθεν πως ο καθείς σ’ αυτό το βίο λαμβάνει τις αποφάσεις του και τις στηρίζει αξιοπρεπώς με τη ψυχή του και με τις πράξεις του. Πιστεύω πως αυτό και έπραττα μέχρι που επενέβησαν τα παιδιά μου. Αυτό υποθέτω πως έπραττε και ο πατέρας τους…
Το πρωινό μιας Τετάρτης λοιπόν πριν κάποιους μήνες, ενώ καθόμουνα ήσυχη και φρόνιμη στο ξύλινο παγκάκι αναμένοντας την άφιξη του δικηγόρου μου, αιφνιδιάστηκα με την εξέλιξη μιας σκηνής που διαδραματίστηκε μπροστά στα μάτια μου. Μια κυρία με μαύρο ταγιέρ και λευκό πουκάμισο έτρεχε πίσω από ένα κύριο, με ενδυμασία ομοίων χρωμάτων και στιλιστικών προτιμήσεων -με εξαίρεση την προτίμηση του παντελονιού αντί της φούστας- και προσπαθούσε να του μεταφέρει όσο πιο διακριτικά της επέτρεπε η τάση φυγής του , πως αφού ο πελάτης του είχε την οικονομική ευχέρεια θα ήταν πρέπον να παραχωρήσει συγκεκριμένο ποσό ισομερώς και στα δύο του αγόρια. Ο κύριος με το μαύρο κοστούμι τότε της φώναξε πραγματικά θυμωμένα πως το ένα αγόρι θα έπαιρνε το τάδε ποσό το οποίο και έκρινε απόλυτα ικανοποιητικό, -και αυτό το υπεδείκνυε εξάλλου και η στάση του σώματος του αφού σταμάτησε απότομα για να προβάλει το δείκτη του απειλητικά ανάμεσα στα μάτια της κυρίας- αλλά το δεύτερο παιδί επειδή ήταν αλήτης και παλιόπαιδο δεν θα έπαιρνε απολύτως τίποτα! Η κυρία συνέχιζε να τρέχει προς την κατεύθυνσή του κυρίου με ύφος απελπισμένο και κουρασμένο πια, προσπαθώντας να κερδίσει την προσοχή του αναφέροντας πως και τα δύο αγόρια ήταν παιδιά ανήλικα και είχαν ανάγκη την αγάπη και την αποδοχή του πατέρα τους. Σ’ αυτό το σημείο ο κύριος με το μαύρο κοστούμι είχε χαθεί κατεβαίνοντας γρήγορα, αλλά και με το ύφος του κατακτητή, τις σκάλες, ενώ η κυρία παρέμεινε μετέωρη μεταξύ πρώτου ορόφου και ισογείου με το χοντρό και φθαρμένο ντοσιέ της στο χέρι.
Μία γλυκιά κοπελίτσα που καθόταν εκ των δεξιών μου, στο ξύλινο παγκάκι πάντοτε, γύρισε και με κοίταξε με το πιο βουβό βλέμμα που έχω συναντήσει ποτέ μου ενώ η εκ των αριστερών μου, απόλυτα αγανακτισμένη σηκώθηκε νευρικά και άρχισε να πηγαινοέρχεται στο διάδρομο όπου και βρισκόμασταν. Εγώ απ’ την άλλη είχα βυθιστεί στη διαδικασία μιας εμμονής που αφορούσε το λεξιλόγιο αλλά και το ύφος του κυρίου με το μαύρο ταγιέρ. Ο αλήτης που δεν θα πάρει απολύτως τίποτα! Σκεφτόμουν και ξανασκεφτόμουν λοιπόν αυτόν τον ανήλικο αλητάκο και δεν μου ήταν καθόλου δύσκολο να δω ξεκάθαρα τα θυμωμένα του μάτια, την πονεμένη του ψυχή, την πληγωμένη του καρδούλα. Η ανάγκη του ήταν ότι πιο έκδηλο είχε να παρουσιάσει στο πορτραίτο της ζωής του και ο φόβος του ότι πιο κρυμμένο στα βάθη του είναι του. Ενώ ο ίδιος του ο πατέρας τον έσπρωχνε στο δρόμο της έχθρας και της εκδίκησης, ο κύριος με το μαύρο ταγιέρ φρόντιζε επιμελώς την καταδίκη του σε μια μακρόχρονη δυστυχία.
Όταν λίγο αργότερα εκείνη την ίδια μέρα μου υπέδειξε ο δικηγόρος μου να καθίσω στην άδεια αίθουσα του δικαστηρίου, για να περιμένω μέχρι να τελειώσει η σύσκεψη των συνηγόρων της οικογενείας μου μετά του δικαστή, στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του τελευταίου, όπως είχα μεταφερθεί σε ένα δεύτερο ξύλινο παγκάκι εντός του δικαστηρίου πια, αναλογιζόμουν όλους τους μικρούς «αλήτες» του κόσμου. «Οι γονείς» σκεφτόμουνα με χαμόγελο πικρό, «δεν είναι προϊόν ενός γάμου. Ουδεμία σχέση έχουν με το γάμο οι γονικές απολαύσεις. Οι γονείς είναι προϊόν μιας καινούριας αγνής ζωής που έρχεται στον κόσμο. ‘Έχω συναντήσει υπέροχες μητέρες και υπέροχους πατεράδες αλλά έχω γνωρίσει και το αντίθετο. Κανένα νομικό σύστημα, καμία υπολογιστική μηχανή δεν έχει την ικανότητα να παράγει γονείς που να είναι φορείς αγάπης και στοργής. Κανένας στρογγυλός αριθμός και κανένα μισό ή ολοστρόγγυλο ευρώ δεν έχει τη δύναμη να αναπληρώσει την αίσθηση ασφάλειας και σιγουριάς που αναζητά ένα παιδί. Κανένας ακέραιος δικαστής δεν έχει τελικά τη δύναμη να δικαιώσει απόλυτα με την κρίση και την απόφασή του κανένα παιδί. Ουδείς ο ουσιαστικός νικητής σ’ αυτό το μακροχρόνιο θέατρο του παραλόγου. Ακόμη ένα σύστημα που τρέφει και αναθρέφει θύματα.» Απομάκρυνα το βλέμμα μου απ’ το ανοικτό παράθυρο για να κοιτάξω τον άδειο θρόνο του δικαστή. Διερωτήθηκα γελώντας με τον εαυτό μου, εάν το κάθισμά του ήταν ξύλινο αφού καθόλου δεν μπορούσα να το διακρίνω απ’ το πολύ χαμηλότερο στρώμα όπου ήμουν τοποθετημένη. Έψαξα μέσα μου να ανακαλύψω πως νοιώθουν οι «θεοί» όταν κάθονται στη συγκεκριμένη έδρα έχοντας τον απόλυτο «έλεγχο και εξουσία», και εκεί ακριβώς συνειδητοποίησα για ακόμη μια φορά πόσο εκτός ελέγχου στην ουσία είναι οι εξουσιαστές του νόμου, αλλά και ταυτόχρονα θυμήθηκα πόσο Μητέρα ήμουν, είμαι και θα είμαι η ίδια! Οι υπόλοιποι είχαν το ελεύθερο να λύσουν όσες μαθηματικές πράξεις προαιρούνται. Ένοιωθα εντελώς έτοιμη να εγκαταλείψω τη ξύλινη αίθουσα του δικαστηρίου αφού καθόλου δεν με εξυπηρετούσε, και επιστρέφοντας στο διάδρομο διέκρινα το δικηγόρο μου στο βάθος που συνομιλούσε με τη βοηθό του. Η κυρία που πηγαινοερχόταν νευρικά στο διάδρομο καθόταν όρθια τώρα σε μια άκρη. «Αυτός εκεί,» μου λέει δείχνοντας με το βλέμμα, «είναι ο δικός μου σπερματοδότης. Ο δικός σου, ποιος είναι?» «Ο δικός μου» της απαντώ «βρίσκεται στο ήμισυ της ύπαρξης των παιδιών μου. Και τα παιδιά μου τα λατρεύω ολόκληρα! Όσο για τον πατέρα τους, απλά εύχομαι να βρίσκεται στην αρχή του χαμένου του δρόμου.» Έκανα νόημα στο δικηγόρο μου ότι φεύγω και μου ανταπέδωσε με το σύνθημα πως θα με πάρει τηλέφωνο..
Title of block #2
arg(1)=416
arg(2)=
Τελευταία άρθρα στα blogs
.
Τελευταία σχόλια στο KLIK
- 1 of 264
- ››


1995-2010 
Σχόλια
Καλά...Μου θυμίζεις το σκηνοθέτη Δημήτρη Κολάτο, που είδα χθες στο μεσημεριανό Express...'Ολα πήγαιναν καλά μέχρι που εστίασα ("έκανα FOCUS") στη νεκροκεφαλή πίσω του...Κι εγώ δεν θα πλήρωνα 30.000 δραχμές το χρόνο στο οστεοφυλάκιο του δήμου μου με την οικονομική κρίση...Αλλά, όταν μεγαλώνεις ένα μικρό παιδί αυτά τα διακοσμητικά δεν τα κρατάς σ' ένα ωραίο κασελάκι μέχρι να...μεγαλώσει;;; Ρε συ...Πας καλά ή χάνεις λάδια;;;Τον Άλκη μεγαλώνεις ακόμα γαμώ το κέρατό μου;;;ΔΕΝ ΘΑ ΑΦΙΕΡΩΝΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΤΟΝ ΑΥΤΙΣΜΟ;;;Σ' εγκατέλειψε η αλλοδαπή με το παιδί;;;Φίλε, πόσους αιώνες θα μας δουλεύεις ακόμα;;;Στις ταινίες σου υποτίθεται μας κορόιδευαν οι παπάδες...Ο παπαπρόθυμος, ο παπαάνθιμος κι ο ΠαπαΦουσταμπλούζα...
Ρε συ...Το 2012 θα γίνει η συντέλεια του κόσμου ή θα ξαναγυρίσει ταινία ο πατέρας Κολάττος; Ποια Mary and the Boy και ποιος Αλέξανδρος Βούλγαρης;;; Μαμάκαααα...Δεν υπάρχει αυτιστικός που δεν θα είχε γιατρευτεί μέσα στην ενδεκαετία της ηλεκτρονικής παρενόχλησης από τα σκουπίδια του Αλαφ...ζέικου... ...Ο...Αλέξανδρος Βούλγαρης βγήκε..."κουνημένη γεύση"γιατί γεννήθηκε ανήμερα του μεγάλου σεισμού της Αθήνας το 1981;;;
Υποβολή νέου σχολίου