Τα σπαθιά που έγιναν φτερά
Οι πολεμιστές είναι «καταδικασμένοι» να επιλέγουν τη μάχη. Κάποτε δίνουν όρκους με τα σπαθιά τους, και άλλοτε ταξιδεύουν με τα φτερά τους. Η καρδιά τους όμως δεν αποτελεί ποτέ θέμα επιλογής.
Εικονογράφηση: Dante Gabriel Rosseti "Joan of Arc" (Fitzwilliam Museum)
Ήμασταν στον κινηματογράφο βυθισμένοι και οι δύο στις αναπαυτικές μας πολυθρόνες παρακολουθώντας την ταινία Joan Pope. Η ζωή της Ιωάννας εξελίχθηκε σε μια από τις πολύ απάνθρωπες για τις γυναίκες εποχές. Το σκληρό πεπρωμένο της Ιωάννας, αφού της στέρησε τη γυναικεία της φύση, την οδήγησε στο θρόνο του Πάπα στο Βατικανό . Σε μια πανέμορφη σκηνή της ταινίας, η Ιωάννα κάλπαζε πάνω στο άλογο της στα βάθη ενός δάσους ενώ η φύση και κυρίως το φως συνέτειναν στη δημιουργία μιας ονειρεμένης στιγμής. Τότε μου έπιασε το χέρι, έγειρε το κεφάλι για να πλησιάσει το αυτί μου και με ρώτησε, «Κάνεις ιππασία? Θα σου ταίριαζε πολύ!» ‘Ένοιωσα να με διαπερνά μια βασανιστική ανατριχίλα και στο μυαλό μου αναδύθηκαν εικόνες από ποδοβολητά αλαφιασμένων αλόγων, ήχησαν κραυγές και γδούποι από ανθρώπινα κορμιά που έπεφταν πληγωμένα ή νεκρά στο έδαφος. Σωριασμένη ανάμεσα στα αίματα παρακολουθούσα έντρομη τα ανθρώπινα μέλη που έπεφταν γύρω μου. Ένοιωσα να βιώνω το ρόλο του ξύπνιου πρωταγωνιστή σε ένα όνειρο που παρήγαγε και παρέπεμπε σε κάποιο άλλο όνειρο... Ένα τρομακτικό μα και συναρπαστικά σουρεαλιστικό συναίσθημα. Όταν η μνήμη ξεθώριασε, εκστασιασμένη με τα παιγνίδια του υποσυνείδητου μου, κούνησα το κεφάλι δεξιά και αριστερά και ανακάθισα στην πολυθρόνα μου σε μια προσπάθεια να συγκεντρωθώ στην ταινία. Ήταν γεγονός πως ανέκαθεν φοβόμουν τα άλογα χωρίς ποτέ να έχω καθοριστική άποψη για το λόγο, ενώ παραδόξως και ταυτόχρονα τα αγαπούσα. Κατάφερα να προσγειωθώ στον 21ο αιώνα όταν θυμήθηκα πως σε πιο νεαρή ηλικία είχα προσληφθεί για ένα διαφημιστικό clip για μια γνωστή φίρμα παντελονιών jeans, όπου ο ρόλος μου απαιτούσε να υποδυθώ την άγρια αμαζόνα πάνω σε ένα πανέμορφο κατάλευκο άλογο. Η πιο άδοξη στιγμή στην καριέρα μου στο χώρο της μόδας, ομολογώ, αφού τόσο το άλογο όσο και οι φωτογράφοι και οι στυλίστες με κοίταζαν με απίστευτη απορία όταν παράλυσα μπροστά στην πρόκληση που μου ετοίμασαν. Η αμαζόνα κατέληξε ξαπλωμένη με το jean παντελόνι της πάνω σε μια κατακόκκινη Ferrari.. «Τι βλακείες σκέφτομαι τώρα!» πέταξα στον εαυτό μου κάπως βίαια και τον έσπρωξα να απολαύσει τη συνέχεια της ταινίας βυθίζοντας τα δάκτυλα μου στο χάρτινο μπολ με τα όχι και τόσο τραγανιστά ποπ-κορν.
Την επομένη ξύπνησα ιδρωμένη στις 3 το πρωί κοιτώντας γύρω μου διερευνητικά και καχύποπτα αφού δυσκολευόμουν να αναγνωρίσω το «χώρο» και το «χρόνο», μέχρι που η αίσθηση του οικείου μου κρεβατιού μου υπέδειξε την «πραγματικότητα» στην οποία βρισκόμουνα. Κάποιο όνειρο με είχε έντονα διαπεράσει και ας δεν μπορούσα να αναβιώσω κανένα σημάδι του. Η επόμενη ώρα που ακολούθησε ήταν φορτισμένη με στριφογυρίσματα και μάχες με τα μαξιλάρια. Έψαχνα το Μορφέα, αλλά αυτός με είχε εντελώς εγκαταλείψει. Σηκώθηκα πριν με πιάσει πονοκέφαλος απ’ το πείσμα και τη μάταιη προσπάθεια και κάθισα μπροστά από τον υπολογιστή μου. Κάποια δάκτυλα στο goggle σχημάτισαν τις λέξεις «Jeanne D’ Arc”, ενώ η αρχική μου πρόθεση ήταν να σερφάρω σε κάποιο site μόδας με την ελπίδα να προκαλέσω κανένα χασμουρητό στον εαυτό μου πριν ξημερώσει για τα καλά.
Η Πάπισσα Ιωάννα λοιπόν της ταινίας, με οδήγησε στην Ιωάννα της Λωραίνης και η θεόσταλτη δεκατριάχρονη χωριατοπούλα απ’ το Ντομρεμύ της Γαλλίας που καταδικάστηκε για μαγεία στα 19 της χρόνια και κάηκε στην πυρά τρεις φορές την ίδια μέρα, μου άνοιξε τις πύλες του εκατονταετή πολέμου. Και οι μάχες, οι πόλεις, οι ονομασίες, οι τοποθεσίες του πολέμου ερέθιζαν με πρωτόγνωρο τρόπο το κάθε κύτταρο μου. Δεν ήξερα αν έψαχνα κάτι ή αν αυτό το κάτι έψαχνε εμένα. Πλανήθηκα ανάμεσα στο 1337 – 1453 για να σταματήσω στη μάχη της Κοτιγιόν που συνέτριψε τους Άγγλους και ανακήρυξε τους Γάλλους νικητές. Γύρω στις 6 το πρωί, όταν το φως που μπήκε απ’ τα παράθυρα μαλάκωσε την ένταση της οθόνης του υπολογιστή μου, είχα ήδη νοσταλγήσει την επαφή μου με τη γαλλική γλώσσα και την ίδια κιόλας μέρα θα αναζητούσα το δάσκαλο που θα μου την ξαναθύμιζε και τα σκονισμένα βιβλία των γαλλικών μου. Έκλεισα τον υπολογιστή και σήκωσα τα χέρια στον αέρα για να τεντωθώ, όταν η ματιά μου έπεσε στο βιβλίο του Richard Bach, «Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον» που ξάπλωνε πάνω στην πολυθρόνα στην αγαπημένη γωνιά του σαλονιού μου. Ένα απ’ τα λατρεμένα μου βιβλία που διηγείται την ιστορία του Ιωνάθαν Λίβινγκστον, του γλάρου που εξορίστηκε απ’ το σμήνος του εισπράττοντας περιφρόνηση και καταδικάστηκε στην απομόνωση επειδή επέλεξε να βιώσει τη διαφορετικότητά του, να τη γιορτάσει, να την υπερασπιστεί με την περιπέτεια της πτήσης που για εκείνον αποτελούσε το αληθινό πνευματικό του ταξίδι και ανάταση. Παρόλη τη διάθεση του να μοιραστεί με τους υπόλοιπους γλάρους τη γνώση και την εμπειρία του, εισπράττει βλοσυρή καταδίκη. Έτσι, απόκληρος πια αναχωρεί για το δικό του μεγάλο ταξίδι. Ο γλάρος του Bach έμοιαζε με την πρώτη μου έκθεση ζωγραφικής που πριν αρκετά χρόνια, απετέλεσε μια απόπειρα περιγραφής της ουσίας του ταξιδιού του Ίκαρου. Το τόλμημά του Ίκαρου είχε καταδικαστεί ανά τους αιώνες ως μια μοιραία έκρηξη νεανικής επιπολαιότητας, ως μια εκδήλωση ενός παρορμητικού χαρακτήρα. «Ο μύθος ήθελε τον Ίκαρο αφελή», σκέφτηκα. «Δεν είναι η αφέλεια αυτή όμως προϋπόθεση για κάθε μυστική εμπειρία, για κάθε πνευματική αφύπνιση? Δεν αποτελεί αυτή η ίδια αφέλεια, η πηγαία αγνότητα και η ομορφιά της σιωπής του βρέφους, –προτού ο χρόνος απορροφήσει τη διάνυα και πριν σκεπάσει τον αληθινό εαυτό η βουή από τα κύματα του απεραντολόγου νου– την οδό της επανασύνδεσής με το θείο? Αυτή η εκδοχή αντιτίθεται μεν μ’ αυτό που προβάλλεται ως ανθρώπινη «σύνεση», καθιστά ωστόσο την ένωση του Ίκαρου με το φως, τη μεταμόρφωση των ενεργειών του και τη μετουσίωση τους με το σύμπαν, θέμα συνειδητής επιλογής ή ασυνείδητης θείας ροπής.»
Με ένα φλιτζάνι καφέ στο χέρι χαμογέλασα ανακεφαλαιώνοντας τους άτακτους πρωινούς μου συνειρμούς. Ιωάννα Πάπισσα, Ιωάννα της Λωραίνης, Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγστον, Ίκαρος. ‘Όλοι διεκδικητές της ελευθερίας. Όλοι παρέμειναν πιστοί στη πτήση τους. Όλοι καταδικάστηκαν για να αποκτήσουν φτερά. Όλοι έγιναν άγγελοι ανάμεσά μας.. Όλοι πάντα επιστρέφουν για να λάμψουν μέσα στο φώς τους. Πολεμιστές του φωτός που ψάχνουν τους συμπολεμιστές τους. Ειρηνικές μάχες με συναπαντήματα και αρχέγονους συνοδοιπόρους με πορείες που καθορίζει το γλυκό πεπρωμένο, έξω απ’ το χώρο και το χρόνο… Ήπια μια γουλιά απ’ τον καφέ μου, άνοιξα το μπαούλο με τα ξεχασμένα βιβλία, ξεχώρισα στην άκρη αυτά της αγαπημένης μου ξεχασμένης γαλλικής γλώσσας και χάδεψα την παιδική μου εγκυκλοπαίδεια προτού σταματήσει ο δείκτης στο σημείο του ευρετηρίου που έκρυβε τα μυστικά του πολέμου των Άγγλων και των Γάλλων που κράτησε λίγο παραπάνω από ένα αιώνα. Σε κάποια φωτεινή γωνιά του δωματίου είχε απλωθεί η σκιά του αγγέλου που με προετοίμαζε για το αόριστο και το μαγικό. Με γνώριζα πολύ καλά! Θα έκανα αυτό που ήξερα καλύτερα να κάνω όταν τα σημάδια εμφανίζονταν. Θα αφηνόμουνα…
Λίγες μέρες αργότερα με επισκέφθηκε στο ατελιέ μου η Μαρία συνοδευόμενη από τη Lauren. Μια καθαρόαιμη Ελληνίδα γυναίκα, με το δυναμικό τύπο που δημιουργεί η πληθωρική παρουσία μιας γεμάτης και πολύ παλιάς ψυχής, το τολμηρό κοντό κατάξανθο μαλλί και η αυτοπεποίθηση της προσωπικότητας που δεν «σηκώνει μύγα στο σπαθί της!». Υπήρχε και κάτι άλλο στην Lauren, που η στιγμή της γνωριμίας μας δεν ήταν έτοιμη να καθορίσει.. Δύο μέρες αργότερα, ενώ προσπαθούσα να συντάξω μια επιστολή, κτύπησε το τηλέφωνο και βρέθηκα να συνομιλώ μαζί της. Με δεδομένη οικειότητα, μου εκμυστηρεύτηκε μια προσωπική της εμπειρία η οποία προφανώς τη στοίχειωνε, αν λάβω υπόψη μου την παγωμένη ενέργεια που διαπέρασε το σώμα μου όσο ταξίδευαν οι λέξεις που έφευγαν από τα χείλη της για να αγγίξουν την αγαπημένη μου αίσθηση. «Τι διαισθάνεσαι?» με ρώτησε απαλά και με πρόδηλο δισταγμό σε μια απροσδιόριστη στιγμή, για να της απαντήσω άμεσα και καθοριστικά εκ μέρους όλων αυτών που ξαφνικά με περιτριγύρισαν. Στη συνέχεια, πρώτη απελευθερώθηκε απ’ το φάντασμα που την κυρίευε, η Lauren, και ακολούθως και εγώ. Την επομένη αποφασίσαμε να συναντηθούμε. Κλείνοντας το τηλέφωνο είχαμε αναφέρει την ώρα της συνάντησής μας απαξιώντας εντελώς να καθορίσουμε το μέρος που θα φιλοξενούσε το συναπάντημά μας. Και οι δύο καταλήξαμε στο ίδιο καφέ/μπαρ… Στο τραπέζι μας δεν πλανιόταν ακριβώς αυτό που θα κατονόμαζα ως αμηχανία δύο ανθρώπων που συναντιούνται για πρώτη φορά με σκοπό να γνωριστούν. Αυτό προφανώς είχε συμβεί μια παλιά, προηγούμενη φορά. Αυτό που με «άγγιζε» στο σημείο ανάμεσα στα μάτια, έμοιαζε περισσότερο με μια απροσδιόριστη, ακαθόριστη, μάταιη και ανώφελη ενοχή.
Μετά από περίπου 20 λεπτά συνομιλίας και κρασιού, τη ρώτησα για το όνομά της. Με ξένιζε η γαλλική του προέλευση που συγκρουόταν έντονα με την ελληνική της καταγωγή, οπόταν και έπρεπε να λύσω την απορία. Η απάντηση της ήταν άμεση και αν και άσχετη με την ερώτηση, απόλυτα διαφωτιστική. «Κάποτε,» ξεκίνησε διστακτικά κοιτάζοντας με διαφορετικά καθώς πρόφερε εκείνη την πρώτη λέξη, «ήμουν πολεμιστής. Και…..» Σώπασε εντελώς όταν έβαλα ταραγμένη το ποτήρι μου στο τραπέζι αφού ένοιωσα το στομάχι μου να πάλλεται ενώ, κάποιος, κάτι … κλωτσούσε μέσα μου απεγνωσμένα παλεύοντας να απελευθερωθεί. «Εγώ ήμουν» ψέλλισα με σπασμένους φθόγγους. «Το ξέρω.» Ξεστόμισε ανακουφισμένα και θλιμμένα. Τα δάκρυα μου και η επιβεβαίωσή της έβαλαν τέλος στους παλμούς που ταλαιπωρούσαν το στομάχι μου, για να επαναλάβω ήρεμα πια και χωρίς ένταση, τις δύο λέξεις , «εγώ ήμουν». «Με συγχώρεσες?» Ρώτησε με την αγωνία, τον πόνο και το ύφος του ανθρώπου που νοιώθει πως ίσως δεν του αξίζει να ρωτά. «Δεν τέθηκε ποτέ θέμα συγχώρεσης. Δεν τέθηκε ποτέ θέμα ενοχής!» απάντησα. «Μου το είχες πει όμως, με εκλιπαρούσες να μην πάω. Και εγώ δεν σ’ άκουσα. Πήγα. Δεν μπορούσα να μην πάω. Δεν γινόταν να προδώσω τον όρκο μου. Σου υποσχέθηκα πως θα γυρνούσα πίσω και δεν το έκανα. Σκοτώθηκα.» Έκανε σχεδόν απηυδισμένη με τον εαυτό της. «Ψάχνω από τότε… Ήρθα αυτή τη φορά ψάχνοντας για κάτι, κάποιον...» συνέχισε. Την κοιτούσα αόριστα καθώς επέστρεφαν οι μνήμες απ’ το συναίσθημα. «Ήταν δύσκολο μετά. Δεν υπήρξε όμως ποτέ θέμα συγχώρεσης ανάμεσά μας» είπα χωρίς κανένα απολύτως κόπο. Αναστέναξε, και η ταραχή και η ανακούφιση έγιναν χαμόγελο. Το χαμόγελο έγινε γέλιο, και το γέλιο έγινε πείνα. Παραγγείλαμε δυο τεράστια πιάτα και άλλο ένα ποτό. Το κρασί κατέφθασε στο ξύλινο τραπέζι μέσα στις δυο πήλινες κούπες. Όπως τότε στη Νορμανδία στο καπηλειό… «Μου έχουν λείψει φοβερά τα άλογα» είπε η Lauren. “Εγώ τα φοβάμαι πολύ,» της εξομολογήθηκα. «Αυτή τη φορά θα πάμε μαζί» με καθησύχασε. Ο Ίκαρος είχε ξαναβρεί το Δαίδαλο. Δεν είχαν πανοπλίες ούτε σπαθιά. Αυτή τη φορά φόραγαν και οι δυο κατάλευκα φτερά πανέτοιμοι για την επόμενη μάχη, για το επόμενο ταξίδι.
Title of block #2
arg(1)=441
arg(2)=
Τελευταία άρθρα στα blogs
- GOLDMAN SUCKS
- ORDO AB CHAO 2
- WEEKEND TV REPORT : AL JAZEERA. MAX KEISER@GREECE
- ORDO AB CHAO
- PIIGS UNDER ATTACK PART2
- ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΝ ( ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΝ ) ΖΗΤΗΜΑΝ
- ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ, ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΥΘΕΝΑ ;;;
- ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΞΑΝΑ
- "ΤΟ ΧΕΡΙ" ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΡΗ : ΚΕΡΑΥΝΟΙ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ 2
- Η ΕΛΛΗΝΟΦΟΒΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΩΝ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ
.
Τελευταία σχόλια στο KLIK
- 1 of 213
- ››


1995-2010 
Σχόλια
Υποβολή νέου σχολίου