Τα παπούτσια του Cabrini
Το ιδανικό ματς, η ιδανική ομάδα, τα ινδάλματα και τα είδωλα. Ή μήπως τα είδωλα του καθρέφτη; Πόσο αλλάζουν κάθε τέσσερα χρόνια;
Πολλά χρόνια πίσω, πρώτες τάξεις Δημοτικού, λίγο πριν τις μέρες που σήμερα ονομάζουμε Μεταπολίτευση, οι πρώτες μνήμες από τελικό, εκείνον που οι γηπεδούχοι Γερμανοί κατάφεραν να κερδίσουν με αντίπαλο την απόλυτη ομάδα της εποχής, την Ολλανδία του Γιόχαν Κρόιφ, που δεν ευτύχησε να πάρει παγκόσμιο τίτλο. Στο σπίτι υπήρχε τηλεόραση, αλλά όχι και στο μικρό εξοχικό, οπότε οι γείτονες ήταν η λύση. Θυμάμαι το πέναλτι των Ολλανδών, το γκολ του Γκερντ Μύλλερ, την απονομή και τίποτε άλλο. Μα θυμάμαι έντονα τις μέρες που ακολούθησαν, το πραξικόπημα στην Κύπρο, που δεν καταλάβαινα τι σημαίνει, την εισβολή, τον Ατίλλα, την επιστράτευση. Τη μητρική φιγούρα να μας μαζεύει από τις γειτονιές και τις αυλές με δάκρυα στα μάτια και στην ερώτηση τι συμβαίνει, να ψελλίζει κάτι για πόλεμο, για συγγενείς που θα πήγαιναν στρατό. Ο πατέρας δεν πήγε, ήταν ακριβώς στο όριο ηλικίας. Δεκαεπτά βράδια μετά από εκείνο τον τελικό, φεύγει, για το αεροδρόμιο, μαζί με άλλους πολλούς λυτρωμένους, γιατί όπως είπε, ένας φίλος από τα παλιά «Έρχεται». Είναι το πρώτο ξάγρυπνο βράδυ μου, όχι γιατί ήξερα ποιος είναι ο φίλος που έρχεται, τι θα φέρει ή πώς θα αλλάξει την έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε, αλλά γιατί η αγωνία με έκανε να περιμένω τον πατέρα να γυρίσει, με ένα ραδιόφωνο που έπαιζε συνέχεια εμβατήρια λες και ήταν εθνική γιορτή ή κάτι τέτοιο! Άξιζε εκείνο το βράδυ; Μήπως ακόμη αναρωτιέμαι;
Απαραίτητο συστατικό του ποδοσφαίρου είναι η παρέα, η ομάδα. Τέσσερα χρόνια μετά, στη διάρκεια του τουρνουά της Αργεντινής το 1978, δημιουργήθηκαν κάποιες από τις πιο δυνατές φιλίες που κρατάνε μέχρι σήμερα, μπροστά από την τηλεόραση ενός σπιτιού στο αγαπημένο μητρογονικό χωριό της Κρήτης. Η τηλεόραση στήθηκε εκεί από τον -καλή του ώρα εκεί που είναι- μακαρίτη πατέρα του Νίκου και του Μιχάλη ώστε να μην πηγαίνουμε στο καφενείο της πλατείας για να βλέπουμε τα ματς. Η τότε Βραζιλία του Ριβελίνο, του Ντιρσέου, του Ζίκο, του κέρβερου Λεάο, του Όσκαρ και του Τονίνιο Σερέζο, που δεν έχασε ματς, αλλά και τίτλο δεν πήρε, την Ολλανδία χωρίς τον Κρόιφ που πάλι έχασε το δεύτερο κατά σειρά τελικό της από την Αργεντινή, του Πασαρέλα, του Αρντίλες και κυρίως του Κέμπες, που αμφισβητήθηκε πιο πολύ από κάθε άλλη Πρωταθλήτρια, όταν μετά από χρόνια κατηγορήθηκε το καθεστώς Βιντέλα για εκείνο το περιβόητο 6-0 με το Περού του υπέροχου Τεόφιλο Κουμπίλιας και του ανεκδιήγητου τερματοφύλακα Ραμόν Κιρόγκα (που είχε αργεντίνικη ρίζα), που έστειλε τη μπιανκοσελέστε στο τελικό αντί των καριόκας. Η πιο ισχυρή ανάμνηση όμως, είναι ότι από τότε συνειδητοποίησα τη μαγεία της συμμετοχής στο παιχνίδι, μέσα στο γήπεδο και όχι από τον καναπέ. Έκτοτε, η δράση μου άρεσε περισσότερο από την παρακολούθηση του αθλήματος. Η ιδανική ομάδα ήταν εκείνη που έπλαθε το μυαλό, μέσα από ατελείωτες ώρες στις αλάνες, μα και μέσα από ένα άλλο μαγικό είδος συμμετοχής στο παιχνίδι, το ζωντανό ποδοσφαιράκι της εποχής, το Subbuteo, που αντικατέστησε το παλιό ξύλινο και κάθε άλλο, επειδή οι παίκτες του έμοιαζαν ζωντανοί γιατί δεν ήταν στατικοί, παρά κινούνταν σε όλο το υφασμάτινο γήπεδο. Ένα γήπεδο με προβολείς, κερκίδες και τα χρώματα όλων σχεδόν των γνωστών ομάδων.

Η Βραζιλία του Subbuteo, ακόμα και τώρα φυλαγμένη σε ένα σκοτεινό πατάρι έχει τη σύνθεση του 1978, κολλημένη στο κουτί της. Μανία έγινε εκείνο το ποδοσφαιράκι. Διοργανώθηκαν πρωταθλήματα, πανελλήνια, πανευρωπαϊκά, παγκόσμια. Μα τα καλύτερα ήταν εκείνα της γειτονιάς. Ο καθένας είχε την ομάδα του, ο Στάθης κυρίως τον Άγιαξ μα και την Παλέρμο, ο Χρήστος την Ιταλία, ο Γιώργος την Αγγλία και τη Λίβερπουλ, ο Βαγγέλης την Παρί Σεν Ζερμέν, εγώ τη Βραζιλία, αλλά και τη Μονακό και την Ίντερ.

Και τα καλοκαίρια! Πόσες αλάνες δεν αλλάξαμε! Μπάλα από νωρίς το απόγευμα μέχρι που νύχτωνε. Σχεδόν εκατό παιδιά στη γειτονιά (γειτονιά με την ευρεία έννοια που μας επέτρεπε ο εκμηδενισμός των διαδρομών πάνω στα ποδήλατα), χωρισμένα σε ομάδες όχι πάντα με βάση την εντοπιότητα, αλλά κυρίως με τις φιλίες και ενίοτε και τις συγγένειες. Και η ομάδα μόνιμη πρωταθλήτρια. Με άσπρο και μπλε και κόκκινους αριθμούς στην πλάτη με μονωτική ταινία που στον ιδρώτα ξεκόλλαγε και το 6 μου γινόταν 9, μέχρι που βγήκαν τα σιδερότυπα. Υπήρχαν καλοί, αλλά και άμπαλοι, που έπαιζαν γιατί κατά διαβολική σύμπτωση ήταν εκείνοι που είχαν τη δερμάτινη μπάλα. Αυτό στις αρχές, γιατί μετά δερμάτινη μπάλα όλοι είχαμε, καθώς και δερμάτινα ποδοσφαιρικά παπούτσια. Α ναι! Αυτά τα παπούτσια που τα θυμάμαι σα να είναι τώρα! Μέτραγα ήδη δύο χαλασμένα ζευγάρια, όταν απέκτησα τα τέλεια (στα δικά μου μάτια τουλάχιστον). Ήταν γνωστής φίρμας, ήρθαν εκείνο το καλοκαίρι από την γειτονική Ιταλία και έφεραν το όνομα και την υπογραφή του Antonio Cabrini, δώρο ενός κοντινού μου ανθρώπου, που έχει παίξει και παίζει ακόμη, σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Τα παπούτσια του Cabrini ένιωθα ότι μου έδιναν φτερά και ας ήταν λίγο μεγάλα μου.
Ένας πάτος, ένα δεύτερο ζευγάρι κάλτσες και όλα καλά. Ένιωθα να πετάω, να τρέχω πιο γρήγορα, να μαρκάρω πιο αποτελεσματικά, να μοιράζω καλύτερες μπαλιές. Μπαλιές στα 15, στα 20 μέτρα, με τη μία, χωρίς να σκεφθώ, λες και ήξερα από πριν που είναι ο συμπαίκτης και που πρέπει να πάει η μπάλα. Έκανα τα απίστευτα (καλά, αλλά και πόσα τραγικά), μέχρι γκολ από το σημαιάκι του κόρνερ έβαλα (μεταξύ μας κατά τύχη είχε γίνει αυτό, για σέντρα πήγαινα). Δεν ταυτίστηκα απόλυτα με τον ήρωα, γιατί εκείνος ήταν αριστερός μπακ, αλλά ως και στην άμυνα αποφάσισα κάποτε να γυρίσω, μα σε ρόλο πιο κεντρικό λίγο πιο μπροστά από τους παραδοσιακούς αμυντικούς. Παρά τη σχετική ταύτιση με τον υπογράφοντα τα παπούτσια μου, ινδάλματα με την ακριβή έννοια του όρου δεν είχα. Συνειδητά δεν ταύτιζα τον εαυτό μου με είδωλα. Ήξερα πως δεν μπορώ να βάλω χίλια τόσα γκολ όπως ο Πελέ, πως δεν πέρασα μία ολόκληρη ομάδα για να βάλω ένα δεύτερο γκολ, αποδεικνύοντας ότι «και τι έγινε που έβαλα ένα με το χέρι» όπως ο Μαραντόνα, πως δεν έβαζα φάουλ μπανάνα όπως ο Πλατινί, ή ο Ζίκο, πως δε σούταρα τη μπάλα με 200 χιλιόμετρα την ώρα όπως ο Έντερ. Έπαιξα όμως, σε όλες τις θέσεις έκτοτε. Στο ποδόσφαιρο και στη ζωή. Από «κατασκηνωμένος επιθετικός» να τα περιμένω όλα από τους άλλους, μέχρι κόφτης στο κέντρο και μόνος στα μετόπισθεν όταν η ομάδα έπρεπε να τρέξει για να ανατρέψει αποτελέσματα. Μόνο τερματοφύλακας δεν έπαιξα. Χρόνια μετά συνειδητοποίησα γιατί. Αν παίζεις στην όποια άλλη θέση, κάποιος θα καλύψει το κενό που άφησες. Μα όταν είσαι τερματοφύλακας, όσο καλός και αν είσαι κάποια στιγμή η άμυνα θα σε εκθέσει. Δεν άλλαζα τη συγκίνηση της συμμετοχής στο κάθε παιχνίδι με αυτήν της τηλοψίας, εκτός εάν μιλάμε για την ιδανική ομάδα! Την ιδανική ομάδα και το θέαμα που προσφέρει!
Στις αναμνήσεις παιδικών και εφηβικών χρόνων κυριαρχεί το 1982. Η ιδανική ομάδα, με τα ιδανικά παιχνίδια, που δεν πήρε τίτλο ποτέ, μα που έμεινε στην ιστορία ως μία από τις πιο θεαματικές στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων, είναι η Βραζιλία του Mundial της Ισπανίας.
Brasil 1982 - The 11 Greatest Goals of Brasil 1982's Magic 11
Link: http://www.youtube.com/watch?v=zZxvYy5-ekI
Σόκρατες, Τζούνιορ, Εντίνιο, Ζίκο, Φαλκάο και Έντερ ήταν μόνο κάποια από τα μαγικά ταλέντα εκείνης της ομάδας του Τέλε Σαντάνα, που αποκλείστηκε μετά από ένα συγκλονιστικό παιχνίδι από τη μετέπειτα παγκόσμια πρωταθλήτρια Ιταλία των Ρόσσι (με δικό του χατ-τρικ αποκλείσθηκαν οι Βραζιλιάνοι), Καμπρίνι (με τα αγαπημένα παπούτσια), Ταρντέλι (ποιος δε θυμάται τον πανηγυρισμό του στον τελικό με τη Γερμανία), Σιρέα Καούζιο, Κόντι, Τζεντίλε και Τζοφ. Ήταν το πρώτο μου έγχρωμο Παγκόσμιο Κύπελλο. Το πρώτο με έγχρωμη τηλεόραση στο σπίτι. Μα και το τελευταίο που ευχαριστήθηκα πραγματικά.
Τα μετέπειτα παγκόσμια κύπελλα έχουν ξεφτίσει στη μνήμη μου, ίσως γιατί από το ρομαντικό και το θέαμα περάσαμε στην εμπορικότητα που κυριάρχησε στο ποδόσφαιρο. Αλλά κυρίως γιατί σταμάτησε η δική μου συνεχής ενασχόληση με το άθλημα, τόσο σε γηπεδική όσο και σε επιτραπέζια έκδοση. Μήπως γιατί άλλαξαν οι νόρμες της ζωής μου, μήπως γιατί άλλαξαν τα ενδιαφέροντα και τα θεάματα; Παρόλα αυτά μνήμες υπάρχουν. Το χέρι του Θεού Μαραντόνα το 1986, που θύμωσε και έβαλε στα δίχτυα τη μισή Αγγλία και πήρε το Κύπελλο με τον τσαμπουκά του, σε εκείνα τα γήπεδα του Μεξικού με τη βούλα σκιάς πάνω από τη σέντρα στο καταμεσήμερο της ώρας διεξαγωγής των αγώνων. Την Ιταλία του διάττοντα αστέρα Σκιλάτσι το ’90 να χάνει το Κύπελλο μέσα στο σπίτι της όταν αποκλείεται από την Αργεντινή του Μαραντόνα σε ένα ημιτελικό που δίχασε τη Νάπολι, στην οποία είχε διαπρέψει ο Αργεντίνος, ο οποίος όμως με τη σειρά του έχασε το κύπελλο στον τελικό από τους Γερμανούς. Η απόλυτη εμπορευματοποίηση το 1994 με διοργάνωση στις Η.Π.Α. προς αναζήτηση νέων αγορών, το τέταρτο τρόπαιο της Βραζιλίας στα πέναλτι με αρχηγό το σημερινό προπονητή της Κάρλος Ντούνγκα και τραγική φιγούρα του τελικού, τον Ιταλό Ρομπέρτο Μπάτζιο και εμένα ακόμα εκεί έξω. Να προσπαθώ φιλοξενούμενος και πιεσμένος πλέον από το χρόνο που τελειώνει (στις καθυστερήσεις του αγώνα μήπως) να συνειδητοποιήσω τι πάω να κάνω! Να γυρίσω ή να μείνω; Να μείνω στο σίγουρο, μα τόσο μουντό και άραχνο ή να γυρίσω στο φωτεινό, υποτιθέμενα γνώριμο μα και τόσο ανελέητο, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια; Η επιλογή του φωτεινού ακόμη και σήμερα παραμένει ερωτηματικό προς απάντηση και διερεύνηση. Ίσως να μην απαντηθεί και ποτέ.

Ο τελικός της Γαλλίας το 1998, με τον Ζινεντίν Ζιντάν να διαπρέπει και το Ρονάλντο να είναι σκιά του εαυτού του, μετά από κρίση στα αποδυτήρια πριν τον τελικό με τους τρικολόρ. Και μία νέα ζωή γεμάτη όνειρα και ελπίδες που κράτησαν και μέχρι το επόμενο και το μεθεπόμενο. Το 2002 στην Άπω Ανατολή, Κορέα και Ιαπωνία, για άλλη μία μεγάλη αγορά και με τρομερές διαιτητικές αβάντες στους Κορεάτες. Εκεί η Βραζιλία του Ρονάλντο παίρνει τον πέμπτο της τίτλο. Στη Γερμανία του 2006 και τον τελικό της με την κουτουλιά της τιμής του Ζιντάν στο Ματεράτσι, να κυριαρχεί. Οι Ιταλοί κατακτούν το τρόπαιο και για μένα αρχίζει η οριστική αποκαθήλωση των ειδώλων και των ινδαλμάτων. Έζησα τον τελικό σε ένα μαγικό, ονειρεμένο και πολύ αγαπημένο τόπο. Να σκέφτομαι γιατί, γιατί άραγε το παθαίνει αυτό πάντα στο ίδιο σημείο, πάντα εκεί, πάντα να σβήνει στα σκαλιά και εγώ εκεί να κρατάω το χέρι, το κεφάλι και να προσπαθώ να κρατήσω την ψυχραιμία μου για να μην καταλάβει ότι και εγώ τα χρειάζομαι κάθε φορά που συμβαίνει. Και το φετινό; Τι να πω για αυτό; Περαιτέρω εμπορευματοποίηση μου μοιάζει, με άνοιγμα σε άλλη ήπειρο, στη Νότιο Αφρική σε μία χώρα που με τρομερές κοινωνικές ανισότητες, μοιάζει ανέτοιμη για ένα τέτοιο εγχείρημα, που μάλλον θα μείνει στη μνήμη μας για τον εκκωφαντικό θόρυβο της εξέδρας που θυμίζει πιο πολύ τα κουνούπια του καλοκαιρινού μας ύπνου, παρά τη γηπεδική ατμόσφαιρα που ξέραμε ως τα τώρα! Βάδισμα σε δρόμους πρωτόγνωρους, μα σαν έτοιμος από παλιά, χωρίς τα παπούτσια που δίνουν φτερά, μα με γνώση κινδύνου, χωρίς σφιχτή άμυνα, αλλά χωρίς να υπάρχει και τίποτα να χαθεί, μοιάζει να είναι στη μέση ενός αγώνα χωρίς αγωνία για το αποτέλεσμα, γιατί μοιάζει να είναι κομμένος και ραμμένος σε συγκεκριμένα μέτρα. Εκείνο που δεν ξέρω είναι ποιος έκοψε και ποιος ράβει. Άλλο ένα παιχνίδι της Μοίρας ίσως;
Και πόσοι αγώνες άραγε χαραγμένοι στη μνήμη; Και πώς να ξεχωρίσεις; Το καλύτερό μου; Μάλλον Βραζιλία – ΕΣΣΔ (2-1) στις 14 Ιουνίου 1982 στη Σεβίλλη, με εκείνη τη σούπερ γκολάρα του Έντερ, που ούτε καν πρόλαβε να δει ο εξαιρετικός Ντασάγιεφ. Έπειτα το παιχνίδι Ιταλία – Βραζιλία στην ίδια διοργάνωση με το χατ-τρικ του Ρόσσι και τον αποκλεισμό των Βραζιλιάνων, το Γερμανία – Γαλλία στα πέναλτι στον ημιτελικό του ΄82, το Βραζιλία – Γαλλία στα πέναλτι το ’86 στο Μεξικό και τόσα άλλα.
Αλλάζουμε κάθε τέσσερα χρόνια, περισσότερο από ότι στο ένα ή στα δύο. Τα δικά μας τρόπαια ζωής χωρίς θεατές, κάμερες, πακτωλό εκατομμυρίων. Και τα είδωλα που μένουν είναι εκείνα μόνο του καθρέφτη, που άλλοτε θέλω να τα θαυμάσω και να ταυτιστώ και άλλοτε να τα αποστραφώ και να μην έχω καμία σχέση μαζί τους. Η μοίρα της εξέλιξης παράλληλα με αυτήν του αθλήματος με κάνει να αναρωτιέμαι και πάλι τους δύσκολους κανόνες του παιχνιδιού, όπως το off-side. Βγαίνεις μόνος ή σε βγάζει η άμυνα; Δύο απαντήσεις υπάρχουν. Βγαίνεις μόνος σου, όταν χάσεις τα αντανακλαστικά σου και μείνεις πίσω τη στιγμή που η αντίπαλη άμυνα βγαίνει μπροστά και σε αφήνει ακάλυπτο, ή βγαίνεις off-side όταν σε βγάζουν οι καταστάσεις, όπως η συνωμοσία σε βάρος σου, όταν για παράδειγμα το πλαϊνό κοράκι είναι στημένο. Στην πρώτη περίπτωση off-side δε φταίει κανείς παρά εμείς οι ίδιοι, που μείναμε ξεχασμένοι, «κατασκηνωμένοι στην επίθεση», παρά το γεγονός ότι ξέραμε πως κάποια στιγμή θα είμαστε και εμείς αμυνόμενοι, ή πως για να ξεκινήσει μία νέα επίθεση, πρέπει η μπάλα να «σπάσει» προς τα πίσω. Άργησα να το καταλάβω και γύρισα στα μετόπισθεν τα «ώριμα ποδοσφαιρικά» χρόνια, όταν παύει η φούρια του επιθετικού και τη θέση της παίρνει το μυαλό του χαφ, ώσπου να κυριαρχήσει η υπομονή του μπακ, η υπομονή που τελευταία αποδεικνύεται κλειδί στο παιχνίδι. Στη δεύτερη περίπτωση off-side δε φταίμε αρχικά, γιατί δεν ξέρουμε ότι μας την είχαν στημένη! Θέλει και εδώ αντανακλαστικά όμως, για το πως ξεπερνάς αντίπαλο και στημένη διαιτησία. Αυτό και αν άργησα να καταλάβω. Δεν κατάλαβα ούτε καν ποιος μου την είχε στημένη. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση λοιπόν το φταίξιμο είναι δικό μας και βέβαια η ακύρωση του γκολ, ήταν απλή συνέπεια, απλό και φυσιολογικό επακόλουθο!
Κάθε φάση επιδέχεται δεκάδες ερμηνείες και άλλες τόσες προσεγγίσεις και replay από κάθε κάμερα και γωνία! Άλλαξε ποτέ όμως το αποτέλεσμα από το replay; Άρα τι μένει; Η πραγματικότητα και τα μόνα είδωλα, αυτά του καθρέφτη, είτε μας αρέσουν και μας βολεύουν, είτε όχι. Αλλά κυρίως, η ικανοποίηση της συμμετοχής, η χαρά του γκολ, η ανάμνηση της ιδανικής ομάδας και το νεανικό φτερούγισμα απ’ τα παπούτσια του Cabrini.
Title of block #2
arg(1)=574
arg(2)=
Τελευταία άρθρα στα blogs
- Nicholas Kirkwood Fall/Winter 2011-12
- Το ημερολόγιο μιας έφηβης
- Smell Me! Αρώματα Χειμώνας 2011-2012
- Τεχνόπολις και Λευκός Πύργος "ντύνονται" στα...ροζ!
- George Clooney...ο καρδιοκατακτητής!
- Η έκθεση φωτογραφίας του Antonio Banderas στην Αθήνα!
- H Beyonce είναι τελικά έγκυος?
- Μια superstar και ένα Fiat 500...!!
- Dukas@Paris
- Ο Μύθος του Οσάμα Μπιν Λάντεν
.
Τελευταία σχόλια στο KLIK
- 1 of 361
- ››


1995-2010 
Σχόλια
Υποβολή νέου σχολίου