Chest of drawers
Εικονογράφηση: The Anthropomorphic Chest of Drawers (1936), λάδι σε ξύλινο πάνελ του Salvador Dali
Ποιος, πότε, ή τι κάνει τα συρτάρια και τα κουτιά να κλείνουν και να ανοίγουν; Που είναι κρυμμένη η απώλεια, η μνήμη, η λήθη; Μήπως στον Αύγουστο;
Θυμήθηκα ένα παλιό, χρονικά μακρινό, απόκρημνο βράχο. Τον θυμάμαι σε ερημιά, μα τώρα και εκεί έχει σπίτια. Αγαπημένο σημείο και κρυφό. Πήγα εκεί μια βόλτα. Σε ανάποδο σημείο η θάλασσα από το φεγγάρι που γέμιζε (με την έννοια ότι το είχα πλάτη), αυτό ίσως ήταν και το ζητούμενό μου, το σκοτάδι! Μα δεν τα κατάφερα! Έφθασε αρκετά κοντά ο πολιτισμός. Κατέβηκα χαμηλά στη θάλασσα και κατάφερα έτσι το φως να λιγοστέψει. Δεν ξέρω γιατί αποζητούσα το σκοτάδι εκείνο το βράδυ. Ίσως γιατί από το απόγευμα και έπειτα ένιωθα ότι κοιτάω τα κλειστά μου κουτιά, τα κλειδωμένα μου συρτάρια από τη μέσα μεριά, σαν να ήμουν και εγώ όλος συρτάρια και κουτιά! Αισθάνομαι καιρό τώρα ότι η ζωή μου είναι σε κουτιά εντελώς αμπαλαρισμένη, σαν σε μία μόνιμη μετακόμιση. Την έχω φορτώσει σε κούτες τις οποίες και περιφέρω στην αναζήτηση της ευτυχίας, της επιτυχίας, της ευδαιμονίας, μήνες, χρόνια. Δε σταμάτησαν πουθενά, δε ρίζωσαν, καμία από τις αρκετές φορές που μετακινήθηκαν πότε εδώ και πότε εκεί. Φοβάμαι να ανοίξω τα κουτιά και τα συρτάρια μου τελευταία. Σκέφτομαι, άραγε γιατί πρέπει να κοινοποιώ σε όλους το περιεχόμενό τους; Ποια είναι εκείνα που δεν κοινοποιούνται σε κανέναν; Φοβάμαι τα φαντάσματα που κρύβουν μέσα τους. Κάθομαι εκεί μέσα, παρέα με όλα τα άψυχα, αλλά και τα έμψυχα που κλείνουν, ζω τη διαδραστικότητα μεταξύ τους και παλεύω να βρω την ώρα να βγω έξω. Να βγω μα πως; Ξεκλειδώνοντας τα μεν και αποσφραγίζοντας τα δε, ή μήπως βίαια σπάζοντας τις κλειδαριές από τα συρτάρια και σκίζοντας τα κλειστά κουτιά; Ήρθε άραγε η ώρα; Τι λέει η Μοίρα μου για αυτό; Όταν φουρτουνιάζει η θάλασσα, όπως εκείνο το βράδυ στο βράχο θυμάμαι το στίχο του ποιητή: «τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν» και μαζί τη δική της φράση: «Διώξε τα φαντάσματα. Πάρε μία ηλεκτρική σκούπα, στρέψε την προς τον εαυτό σου και ρούφα τα φαντάσματά σου. Ρούφα μαζί και τη σκόνη, εκείνη που σου έρχεται απ’ έξω».
Η φουρτούνα! Τι ωραίο συναίσθημα, ο κρότος, ο θόρυβος, η εκδίκηση, η λύτρωση, η ανακούφιση, το ξέσπασμα, όλο αυτό που στα αυτιά μου ηχεί σαν τον παφλασμό του κύματος κάτω από τα πόδια μου, που χτυπάει μανιασμένα το βράχο για να τον αλλοιώσει να τον τρυπήσει, να τον πονέσει. Στους βράχους σκάνε τα κύματα! Και εκεί βρίσκουν αντίσταση, γιατί οι βράχοι είναι σκληροί και ανθεκτικοί, για να αντιστέκονται στο κύμα που παρασέρνει τα εύκολα, τα εφήμερα και τα ελαφριά στο διάβα του. Και όσο πιο πολύ είναι το βάθος, τόσο πιο μεστό είναι το κύμα. Και όσο πιο ρηχά είναι τα νερά τόσο πιο θορυβώδες είναι το σκάσιμο στο βράχο. Μα ποια είναι η ουσία, το βάθος μας ή ο ρηχός μας κόσμος; Πόσο βαθύς μπορεί να είναι ένας όρκος και για πόσο κρατάει το πάντα; Όταν ένα μικρό ποτέ παρεισφρήσει, πόσο πονάει η απώλεια; Πόσο πονάει ο εύκολα δοσμένος ψεύτικος όρκος; Υπάρχει άραγε συναίσθημα, που να δίνει στο Νάρκισσο ένα είδος ικανοποίησης, χωρίς να είναι απόλυτα παθιασμένο;
Έχω εδώ και καιρό ξεκαθαρίσει μέσα μου. Ήταν δύσκολο και επίπονο. Γιατί έπρεπε ο χρόνος να κυλήσει, για να μπορεί να γυρίσει πίσω να στρογγυλέψει, να απαλύνει, να ανέβει και πάλι! Εκεί στο βράχο μου, ξεκίνησα να σκαλίζω μνήμες, προσπαθώντας πρώτα από τις πολύ μακρινές που ήθελαν κόπο. Από μικρή ηλικία στη δυσκολία έφτιαχνα κουτάκια και συρτάρια, τα δικά μου στεγανά και έκλεινα μέσα όσα δεν ήθελα να σκέφτομαι, όσα με χάλαγαν. Στα κουτιά έκρυβα τα λιγότερο επώδυνα, ενώ στα συρτάρια τα περισσότερο. Και ενώ η χαρτοταινία ανοίγει εύκολα, τα άλλα τα κλείδωνα και πέταγα τα κλειδιά, αρνούμενος να τα ανοίξω και ξέροντας ότι αν χρειαστεί να κάνω κάτι τέτοιο, το άνοιγμα μόνο βίαιο θα μπορούσε να είναι. Και πέρναγε από το μέσα μου στο μυαλό μου και κλείδωνε και αυτό και στην ουσία λειτουργούσε αναβλητικά και συσσώρευε. Δεν έχει βρεθεί κανείς μέχρι σήμερα να με πείσει να τα ανοίξω διάπλατα. Τόλμησα χαραμάδες στα κουτιά, κλεφτές ματιές στα συρτάρια και κατέληξα ότι καλά κάθονται εκεί που κάθονται. Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για τους φόβους του, για τα στεγανά του που κλείνουν μετά τη δυσκολία ή την αναποδιά. Σίγουρα τα κουτιά και τα συρτάρια μας, κλείνουν τις απώλειές μας που για τον καθένα από εμάς είναι μία απόλυτα προσωπική υπόθεση.
Εκείνο τον Αύγουστο δεν είχε μελτέμια. Η θάλασσα έμοιαζε ήρεμη και αναρωτιέμαι τι ήταν αυτό που την τάραξε. Μήπως η έκρηξη του υποθαλάσσιου ηφαιστείου που σιγόκαιγε χρόνια; Δεν ξαναπήγα στο ηφαίστειο από τότε, άσχετα αν το μάγμα της σκέψης βράζει διαφορετικά έκτοτε.
Θυμάμαι τα «μοιραία» λόγια της σε μια πρόσφατη κουβέντα μας: «Τελικά τίποτα δεν μπορεί να γίνει τόσο δικό σου όσο τα δικά σου, τα δικά σου βιώματα, οι δικές σου στιγμές, τα δικά σου μάτια που κάποτε αλλιώς αντίκριζες και ξαφνικά άλλη λάμψη βγάζουν. Σιχαίνομαι και τρομάζω, υποκλίνομαι μπροστά στο συναίσθημα της κάθε απώλειας γιατί είναι ένας θάνατος. Ακόμα και αν είναι συνειδητή δική σου επιλογή, αναπόφευκτα έτσι το βιώνεις. Αποτυπωμένα σε μια κατάσταση απόλυτης σαγήνης, ένα ταξίδι στο παρελθόν αναπόφευκτο, το παρελθόν που αν έχεις αποφασίσει πως δεν το χρειάζεσαι, το ξεπερνάς, αν όμως κάποιος άλλος, αγαπημένος, λατρεμένος, έμπιστος και σταθερά ξεχωριστός, αποφασίζει πως το παρελθόν δεν αξίζει; Τότε τι κάνεις; Αποσύρεις το αίτημα, καταπίνεις το συναίσθημα, επανέρχεσαι εκ νέου, εμμένεις στο δήθεν όχι, ξεκινάς για ένα ανανεωμένο ναι, παιχνιδίζεις στον ρόλο σου; Και αν προσπαθήσεις να φωνάξεις: μη φεύγεις και «κοκαλώσει» από την επιβλητική φωνή, θα είναι για λίγο. Είναι επειδή κάποιοι είναι από αλλού ορισμένοι να προτιμούν τη σταθερότητα του αλατιού από την κινητική αβεβαιότητα της θάλασσας. Πρέπει τότε να τσακίσεις δισταγμούς, να ξεχερσώσεις το κορμί, να κλειδώσεις τη μνήμη, να αναδιπλωθείς. Και να φύγεις όμως, θα υπάρχει η φωνή. Πόσο παράξενο, ενώ θα λείπεις! Θα λείπεις και θα σκέφτεσαι ότι η άμμος που αμέριμνα πατάς, κάποτε υπήρξε βράχος. Η έλλειψη γίνεται άμμος και ας ξεκινάει βράχος, αλλά εγώ μέσα σε αυτή την διαδικασία, ψάχνω να βρω βράχο, που να αντέχει. Ναι έτσι, να αγωνιάς να γυρίσεις σελίδα «ολομόναχος»! Να βουτήξεις τη μοναξιά στην αρμύρα. Να θέλεις να φυσήξει. Σαν ένα καράβι να είσαι που ζητάς απεγνωσμένα ρότα και πυξίδα! Έτσι θα την αναγκάσεις την απώλεια να την σηκώσει την κουρτίνα. Να ξεπροβάλλει ο ήλιος, να δεις το απέναντι μπαλκόνι, να σου τραβήξει το ενδιαφέρον ο κινούμενος στόχος, σαν να βλέπεις φωτογραφία βγαλμένη από το μέλλον με εσένα πρώτο πλάνο να είσαι πιο σοφός, πιο πονεμένα σοφός και πιο έτοιμος για τη νέα περιπέτεια, την επιτυχία, το ξόρκι της πιθανής έλλειψης. Έρχεται η ώρα που αποφασίζεις πιο σίγουρα από εκείνη (την απώλεια) πως θα τολμήσεις όσα δεν πρόφτασες με την ντροπή. Έρχεται η ώρα που γίνεσαι λήθη και μάλιστα χωρίς την πολυτέλεια του λάθους. Και αυτό οδύνη λέγεται. Όμως τα όνειρα πουθενά δεν είναι ανώδυνα, αλλά μπορούν να μη φαίνονται πια από μακριά ή να αλλάζουν χρώματα τα καινούρια και να μας κάνουν να ξεχνάμε τα προηγούμενα. Σαν κοχύλι δέξου τη θάλασσα και σαν κύμα τραγούδα τη μοναξιά κλείνοντας τα μάτια σαν όχθη, γιατί αφού δεν μπορείς να εξηγήσεις τη ζωή δεν μπορείς και την απώλεια. Έτσι θέλω να αντιμετωπίζω την εν ζωή απώλεια, γιατί η άλλη, εκείνη του πραγματικού θανάτου, είναι αδιαπραγμάτευτη».
Είπα να ανατρέξω στα ημερολόγια να θυμηθώ, να δω, να ψάξω γιατί δε μου αρέσει ο Αύγουστος. Η γνώριμη πια φωνή με συντροφεύει και έχει τις αντιρρήσεις, που γυρνάνε στο μυαλό μου: «Είναι πονόψυχος ο Αύγουστος. Ακόμη και για τους κατοίκους της μεγαλούπολης που έμειναν πίσω να ασφυκτιούν περιτριγυρισμένοι από το τσιμέντο. Ακόμη και αυτούς βοηθά με τα μελτέμια του, με τα φεγγάρια του, με τα πεφταστέρια του. Ήσυχες μέρες, ήσυχες νύχτες ή και το αντίστροφο. Είναι ο μήνας που μένεις τόσο μόνος στην πόλη που μπορεί και να αγριευτείς. Θεωρητικά είναι ήρεμος μήνας, αλλά και γεμάτος εκπλήξεις. Αρκεί να είμαστε εκεί και έτοιμοι να τις βιώσουμε. Είναι ο μήνας που θα έρθουν κοντά οι ταξιδιώτες. Ο μήνας που θα χαλάσουν γάμοι και σχέσεις. Ο μήνας που με ζωώδη ευκολία ή ανείπωτη ιεροτελεστία θα ενωθούν κορμιά και ψυχές. Χαρτάκια με τηλέφωνα κρυφά θα αλλάξουν χέρια, χαρτάκια που μπορεί να τα πάρει ο αέρας, πότε τυχαία και πότε όχι. Είναι ο μήνας που όταν ξαπλώνεις ανάσκελα, με ένα φεγγάρι ολόκληρο απέναντί σου, με αστέρια που δεν γνωρίζεις, με ήχους που δεν σταματάς να θέλεις, με μυρωδιές που ανακαλύπτεις, είναι που μπαίνει στη μέση τότε η απώλεια πάλι και η έλλειψη και όλο αυτό που μέρες συζητάς ή που δεν συζητάς, αλλά που σε απασχολεί, σε προβληματίζει, σε ψαχουλεύει … Είναι τελικά ο μήνας που θα σε κάνει να νοσταλγήσεις τις στιγμές του τις κρύες νύχτες του Δεκέμβρη».
Παρόλα αυτά, η Μοίρα μου εμένα δε με πείθει, όσο και αν αυτός ο Αύγουστος είναι τόσο διαφορετικός! Γιατί τελικά, η απώλεια είναι εκεί, να μοιάζει σαν τη συνειδητοποίηση της ανάγκης μας για κάτι άλλο, που αλλιώς το σχεδιάσαμε και δε βγήκε. Το συναίσθημα της απώλειας δημιουργείται στο μυαλό μας από τη μνήμη που παλινδρομεί ανεξέλεγκτα από το χθες στο σήμερα.
Δεν άνοιξα τα ημερολόγια, γιατί σκέφτηκα σε τι θα ωφελήσει άραγε; Και απλά αποφάσισα ότι τελικά δε μου αρέσει ο Αύγουστος. Ίσως γιατί φέρνει την απώλεια. Την απώλεια του καλοκαιριού.
Faces of time
We keep walking
And thinking things to talk about...
Woven Hand - Chest of Drawers
Title of block #2
arg(1)=615
arg(2)=
Τελευταία άρθρα στα blogs
- Nicholas Kirkwood Fall/Winter 2011-12
- Το ημερολόγιο μιας έφηβης
- Smell Me! Αρώματα Χειμώνας 2011-2012
- Τεχνόπολις και Λευκός Πύργος "ντύνονται" στα...ροζ!
- George Clooney...ο καρδιοκατακτητής!
- Η έκθεση φωτογραφίας του Antonio Banderas στην Αθήνα!
- H Beyonce είναι τελικά έγκυος?
- Μια superstar και ένα Fiat 500...!!
- Dukas@Paris
- Ο Μύθος του Οσάμα Μπιν Λάντεν
.
Τελευταία σχόλια στο KLIK
- 1 of 361
- ››


1995-2010 
Σχόλια
Υποβολή νέου σχολίου