20 Ιουλίου 2019

Κώστας Καρυωτάκης |Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονάς, μπορούν με χίλιους τρόπους...

Κώστας Καρυωτάκης | Μαρία Πολυδούρη
Μία από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές μορφές του 20ού αιώνα, ο έρωτάς του για τη Μαρία Πολυδούρη και το πώς ένιωσε την αγάπη μέσα από το υπέροχο ποίημά του. Στις 21 Ιουλίου του 1928 έδωσε τέλος στη ζωή του.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Μία από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές μορφές του 20ού αιώνα, ο έρωτάς του για τη Μαρία Πολυδούρη και το πώς ένιωσε την αγάπη μέσα από το υπέροχο ποίημά του. Στις 21 Ιουλίου του 1928 έδωσε τέλος στη ζωή του.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Κώστας Καρυωτάκης. Σπουδαίος ποιητής και πεζογράφος. Μία από τις σπουδαιότερες λογοτεχνικές μορφές που  ανέδειξε η γενιά του `20 . Από τους πρώτους που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση και που κατάφερε να επηρεάσει πολλούς ποιητές στη συνέχεια, ανάμεσά τους: το Γιώργο Σεφέρη, το Γιάννη Ρίτσο και το Νικηφόρο Βρεττάκο. Με το τέλος, δε, που έδωσε στη ζωή του δημιούργησε  τον "Καρυωτακισμό", που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.

Πολλοί τον θυμούνται  για τον έρωτά του με τη Μαρία Πολυδούρη.

Τη σπουδαία  Ελληνίδα ποιήτρια της νεορομαντικής σχολής. Μια χαρισματική γυναίκα που έφυγε δυστυχώς πολύ νέα - μόλις 28 ετών-  έχοντας ζήσει ένα συναρπαστικό, αλλά και «ασύδοτο» για την εποχή της βίο.

Ήταν το 1921 όταν μετατέθηκε στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην υπηρεσία της εργαζόταν και ο ομότεχνός της Κώστας Καρυωτάκης. Η μοίρα έμελλε να έρθουν αυτές οι δύο σπουδαίες προσωπικότητες κοντά.

Γνωρίστηκαν και μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας μεγάλος έρωτας, που μπορεί να είχε μικρή διάρκεια, ωστόσο επηρέασε καθοριστικά τη ζωή και το έργο της.

Ο Καρυωτάκης ήταν ένας μελαγχολικός νέος, με χαμηλή αυτοεκτίμηση και πολλές ανασφάλειες. Ζούσε ήσυχα και παράλληλα με το επάγγελμά του, έγραφε ποιήματα. Η Πολυδούρη ήταν μια χειραφετημένη νεαρή, με φεμινιστικές ιδέες. Ο τρόπος ζωής της ήταν αρκετά προκλητικός για την εποχή της, αν σκεφτεί κανείς ότι συναναστρεφόταν συνέχεια με άντρες,  και ότι συμμετείχε στις συζητήσεις τους σαν ίση....

Ο ποιητής, αν και όπως φάνηκε από ποιήματά του, που είδαν αργότερα το φως της δημοσιότητας, αγάπησε πολύ την Πολυδούρη, αρνήθηκε τον έρωτά της. Στην αρχή χρησιμοποίησε σαν πρόσχημα την καχεκτική του εμφάνιση. Όταν μάλιστα δέχτηκε την επίσημη πρόταση από την αγαπημένη του, δεν τόλμησε να την παντρευτεί, γιατί έπασχε από αφροδίσιο νόσημα- όπως της αποκάλυψε. Η Πολυδούρη δεν τον πίστεψε και θεώρησε ότι ήταν αυτή ήταν απλά μια δικαιολογία για να χωρίσουν....

Το ποίημα του «Ωχρά Σπειροχαίτη» ( το όνομα του μικροβίου που προκαλεί τη σύφιλη), είναι σύμφωνα με τους μελετητές του έργου του, η απόδειξη ότι ο ποιητής έπασχε από αυτήν την ασθένεια.

Ο Καρυωτάκης πρότεινε στην Πολυδούρη να συνεχίσουν τη φιλία τους κι εκείνη  δέχτηκε. Οι συναντήσεις τους όμως, έγιναν πιο αραιές.  Αργότερα η Πολυδούρη, απογοητευμένη από το άδοξο τέλος της σχέσης της, έφυγε για το Παρίσι, όπου συνέχισε την αντισυμβατική ζωή. Ένα βράδυ τη βρήκαν πεσμένη σε ένα σοκάκι του Παρισιού. Διαγνώστηκε πως είχε φυματίωση και μεταφέρθηκε στην Ελλάδα, στο τότε σανατόριο Σωτηρία. Στις 21 Ιουλίου του 1928, η Πολυδούρη πληροφορήθηκε το  τραγικό γεγονός για τον αγαπημένο της Κώστα Καρυωτάκη. Είχε δώσει τέλος στη ζωή του...

Όταν έμαθε πως ο αγαπημένος της αυτοκτόνησε, κλονίσθηκε και η ήδη άσχημη κατάσταση της υγείας της, επιδεινώθηκε. Στις 29 Απρίλιου του 1930, φεύγει κι εκείνη από τη ζωή....

Δυο άνθρωποι που μπορεί να έφυγαν πολύ νέοι, μας άφησαν ωστόσο σπουδαίο έργο.

Κάποτε ο Κώστας Καρυωτάκης, έγραψε ένα υπέροχο ποίημα με τίτλο "Αγάπη". Πώς αναπάντεχα τον "βρήκε" η αγάπη μέσα στο σκοτάδι της ζωής του; Ποιά ήταν τα συναισθήματα ενός ανθρώποι που έως τότε είχε βιώσει την πίκρα και τον πόνο;

Όλα όσα ένιωσε... Στο ποίημα που ακολουθεί...

Αγάπη

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.