07 Απριλίου 2020

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος | Ο Έλληνας που ζωγράφιζε μοναδικά τον ουρανό

Η κηδεία του Κόμη Οργκάθ είναι το κορυφαίο ίσως έργο μιας από τις πιο χαρισματικές προσωπικότητες στην παγκόσμια ιστορία της τέχνης. Του Κρητικού δημιουργού El Greco, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 7 Απριλίου του 1614.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Η κηδεία του Κόμη Οργκάθ είναι το κορυφαίο ίσως έργο μιας από τις πιο χαρισματικές προσωπικότητες στην παγκόσμια ιστορία της τέχνης. Του Κρητικού δημιουργού El Greco, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 7 Απριλίου του 1614.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ή γνωστός επίσης με τo ισπανικό προσωνύμιο El Greco.

Μία από τις πιο χαρισματικές προσωπικότητες στην παγκόσμια ιστορία της τέχνης.

Ο Έλληνας. Ο  Kρητικός ζωγράφος, γλύπτης και αρχιτέκτονας της Ισπανικής Αναγέννησης, με το σπουδαίο έργο του έκανε τους Έλληνες υπερήφανους σε όλον το κόσμο. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε μακριά από την πατρίδα του. Οι περισσότερες δημιουργίες του έγιναν στην Ιταλία και στην Ισπανία. Η αρχική του εκπαίδευση έγινε στη γενέτειρά του, την Κρήτη, και αργότερα ταξίδεψε στη Βενετία. Εκεί δέχτηκε μεγάλη από τους μεγαλύτερους δασκάλους της ιταλικής τέχνης, όπως τον Τιντορέττο και τον Τιτσιάνο.Το 1577 εγκαταστάθηκε στο Τολέδο, όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του, ολοκληρώνοντας ορισμένα από τα κορυφαία έργα του.Ελ Γκρέκο. Υπήρξε ο πρώτος καλλιτέχνης που εξαιρέθηκε από τη φορολογία στην Ισπανία. Το 1606 αρνήθηκε να πληρώσει φόρους, καθώς θεωρούσε πως ο ζωγράφος είναι ελεύθερο επάγγελμα. Ακόμα, πίστευε ότι ήταν καταξιωμένος και μοναδικός ζωγράφο και ποτέ δεν ζωγράφιζε με τιμή που είχε προσυμφωνηθεί. Αυτό δημιουργούσε παρεξηγήσεις. Συχνά οι αμοιβές ήταν λιγότερες από ό,τι ζητούσε και αναγκαζόταν να λύνει τις διαφορές του δικαστικώς...

Ένα από τα μεγαλειώδη έργα του Ελ Γκρέκο ήταν "Η κηδεία του Κόμη Οργκάθ". Το ζωγράφισε κατόπιν παραγγελίας του Andrés Núñez, εφημερίου της εκκλησίας Σάντο Τομέ για το παρεκκλήσιο της Παρθένου, μεταξύ των ετών 1586-1588.

Σήμερα εκτίθεται χωριστά από τα υπόλοιπα έργα του που τα βλέπει κανείς στο Μουσείο Ελ Γκρέκο  στο Τολέδο. 

Ποιός ήταν όμως ο αποθανών Κόμης του Οργκάθ ; Ήταν  μέγας φιλάνθρωπος του 14ου αιώνος οδεύει προς τους ουρανούς.O εκπληκτικός αυτός πίνακας περιλαμβάνει δύο διακριτές περιοχές. Στο κάτω μέρος της σύνθεσης βλέπει κανείς την κηδεία του κόμη, ενώ στο πάνω μέρος, συμβολίζεται ο παράδεισος. Η  ψυχή του μεταφέρεται από έναν άγγελο, που έχει πάρει τη μορφή ενός παιδιού. Ένας θρύλος λέει ότι τη στιγμή της ταφής τού κόμη εμφανίστηκαν ως εκ θαύματος ο Άγιος Στέφανος και ο Άγιος Αυγουστίνος. Κατέβηκαν λοιπόν στη γη για να τον θάψουν με τα χέρια τους μπροστά στο πλήθος που παρακολουθούσε κατάπληκτο.. Έχει υποστηριχθεί  επίσης, ότι ορισμένες μορφές του πίνακα απεικονίζουν επιφανείς προσωπικότητες του Τολέδου. Πιο συγκεκριμένα, μία από από τις μορφές στη δεξιά πλευρά του πίνακα ταυτίζεται με τον Αντόνιο δε Κοβαρούμπιας - αν συγκρίνει κανείς με την προσωπογραφία του- η οποία το 1600 φιλοτεχνήθηκε από τον Θεοτοκόπουλο.

Μεταξύ των θνητών  υπάρχουν διάφοροι μοναχοί, ο ιερέας Αντρές Νούνιεζ που έκανε την ανάθεση του έργου, ο ανθρωπιστής, νομικός και θεολόγος Didacus Covarruvias της Σχολής της Σαλαμάνκας και  πολλοί άλλοι. Στον ουρανό, βλέπουμε τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, τους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο, τον Φίλιππο, τον Θωμά, την Μαρία την Μαγδαληνή, τον Λάζαρο, έναν Άγγελο και από την Παλαιά Διαθήκη τον Βασιλέα Δαυίδ με την άρπα του, το Νώε με μια μικρή Κιβωτό και τον Μωϋσή. Είναι όλοι εκεί να δεχθούν την ψυχή του Οργκάθ, του οποίου το σώμα κρατούν στα χέρια τους ο Άγιος Στέφανος με τον Άγιο Αυγουστίνο.

Το μέγεθος του έργου είναι τεράστιο και δεν μπορεί παρά να προκαλέσει δέος και από το θέμα του αλλά και από τις  λεπτομέρειες. Αν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά τα πρόσωπα, θα δούμε ότι ο ίδιος ο Ελ Γκρέκο έχει φροντίσει να τοποθετήσει τον εαυτό του μέσα στον πίνακα. Εκείνος βρίσκεται ανάμεσα στην ομάδα των ανδρών κάτω αριστερά και είναι ο μόνος που κοιτάζει τον θεατή του πίνακα στα μάτια. Όλοι οι υπόλοιποι έχουν το βλέμμα τους στραμμένο κάπου αλλού... Δεξιά, αριστερά, πάνω και κάτω.

Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει για τον Γκρέκο στο βιβλίο του "Αναφορά στον Γκρέκο".

«Η αγωνία του Γκρέκο είναι πίσω από τα φαινόμενα να βρει την ουσία. Να τυραννήσει το σώμα, να το μακρύνει, να το φωτίσει αρπαχτικά, να επιφοιτήσει απάνω του και να το κάψει όλο. Όλος ανησυχία και πείσμα, περιφρονώντας τους συνηθισμένους κανόνες της τέχνης, προσηλωμένος μονάχα στο δικό του τ’ όραμα, παίρνει το πινέλο του όπως ο ιππότης το σπαθί του, και ξεκινάει. “Η ζωγραφική, συνήθιζε να λέει, δεν είναι τεχνική, δηλαδή συνταγές και κανόνες. Η ζωγραφική είναι άθλος, έμπνευση, ενέργεια απόλυτα προσωπική.»

…«...Πάω κι έρχομαι στα στενά δρομάκια, κι ο νους μου χιμάει πίσω γοητευμένος. Στις 8 του Απρίλη του 1614, ένα τέτοιο χαρούμενο πρωινό, η πόρτα του σπιτιού του μεγάλου Κρητικού ήταν ανοιχτή, παιδόπουλα με άσπρα δαντελωτά πουκάμισα στέκονταν στο κατώφλι με κίτρινες λαμπάδες. Ο Ο περήφανος μυστηριώδης ξένος που είχε έρθει, τώρα και σαράντα χρόνια, από τη θάλασσα, είχε πεθάνει.

«Όλο το Τολέδο πενθούσε. Ο θρύλος που είχε δημιουργήσει ο βίαιος, λιγομίλητος Κρητικός ζωντανεύει πάλι σήμερα σε όλα τα χείλια. Η ζωή του ήταν παράξενη, τα λόγια του λίγα και τσεκουράτα. Αυτός δεν ήταν που είπε για τον Μιχαήλ Άγγελο: «Καλός άνθρωπος, μα δεν ήξερε να ζωγραφίζει». Αυτός δεν ήταν που έκανε τα φτερά των αγγέλων τόσο μεγάλα που η Εκκλησία τρόμαξε; Αυτός δεν ήταν που έγραψε μια φορά σ’ ένα χαρτί: «Δεν μπορώ πια, βαγκέσασα!»; Κι όταν τον ρώτησε η Ιερά Εξέταση: «Πούθε ήρθες; Γιατί ήρθες;» αυτός αποκρίθηκε: «Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανένα!». Όταν έτρωγε, είχε μουσικούς στο διπλανό δωμάτιο να τα παίζουν και να ΄φραίνεται τρώγοντας. «Σπαταλούσε, λέει ο φίλος του Ιωσήφ Μαρτίνεθ, σπαταλούσε τα δουκάτα στα μεγαλεία του σπιτιού του!». Το δειλινό αγαπούσε να πηγαίνει στους κήπους του καρδινάλιου Σαντοβάλ υ Ρόχας. Ελιές, πορτοκαλιές, πεύκα, στέρνες με ψάρια, ξωτικά πουλιά, γυμνά αγάλματα, γυναίκες. Εκεί έσμιγε με τους φίλους του- ποιητές, καλόγερους, πολεμιστές, καρδιναλίους. Στους κήπους αυτούς πήγαιναν και οι πιο όμορφες Τολεδάνες αρχόντισσες που καθώς λέει ο Γκρέκο, «λεν περισσότερα με μια λέξη απ’ ότι ένας Αθηναίος φιλόσοφος μ’ ένα βιβλίο…».