24 Σεπτεμβρίου 2017

Francis Scott Fitzgerald : Δε θα σε φιλήσω. Μπορεί να μου γίνει συνήθεια και δεν μπορώ να απαλλαγώ από συνήθειες.

Francis Scott Fitzgerald | αποφθέγματα
23 αποφθέγματα & αποσπάσματα από το βιβλίο : Τ`απομεινάρια της ευτυχίας, του κορυφαίου συγγραφέα ο οποίος έζησε ένα θυελλώδη έρωτα με τη σύζυγό του, Zelda. Εκείνος, έφυγε από τη ζωή στις 24 Σεπτεμβρίου του 1896.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
23 αποφθέγματα & αποσπάσματα από το βιβλίο : Τ`απομεινάρια της ευτυχίας, του κορυφαίου συγγραφέα ο οποίος έζησε ένα θυελλώδη έρωτα με τη σύζυγό του, Zelda. Εκείνος, έφυγε από τη ζωή στις 24 Σεπτεμβρίου του 1896.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Francis Scott  Fitzgerald . Ο κορυφαίος Αμερικανός  συγγραφέας αποτελεί έναν από τους κυριότερους εκπροσώπους της αποκαλούμενης «Χαμένης γενιάς» των Αμερικανών λογοτεχνών. Δεν είναι τυχαίο ότι θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Έγραψε τέσσερα μυθιστορήματα και πολλά διηγήματα, ενώ το έργο του έχει μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες. 

Ο Fitzgerald  το 1920 όμως κυκλοφορεί το πρώτο του μυθιστόρημα ("This Side of Paradise") που σημειώνει τεράστια επιτυχία και τότε παντρεύεται αμέσως τη Zelda. Αφού έγινε επαγγελματίας συγγραφέας, συνεργάζεται και με διάφορα περιοδικά. Αυτή η συνεργασία ήταν ιδιαίτερα επικερδής, ωστόσο οι δαπάνες του ζεύγους δεν ήταν αυξημένες εξαιτίας της πολυτελούς ζωής τους. Το δεύτερο μυθιστόρημά του, "The Beautiful and the Damned", περιγράφει ένα ζευγάρι που ζει μες στον ηδονισμό. Αφού γεννιέται το μοναδικό παιδί τους, κυκλοφορεί το σπουδαιότερο μυθιστόρημά του, "Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ".
Η σπάταλη ζωή, οι  συνεχείς μετακινήσεις και η θυελλώδης σχέση τους επιβάρυνε την υγεία και των δύο. Ο Fitzgerald αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα αλκοολισμού και η Zelda, μετά από αρκετούς νευρικούς κλονισμούς, έγινει διάγνωση ότι έπασχεαπό σχιζοφρένεια. Ωστόσο ο συγγραφέας κατόρθωσε να τελειώσει και να εκδώσει το 1934 το τέταρτο μυθιστόρημά του, "Tender Is the Night". Έφυγε, τελικά από τη ζωή το 1940 από καρδιακή προσβολή. Ήταν μόλις 44 ετών... 

Ακολουθούν αποφθέγματά του και αποσπάσματα από το υπέροχο βιβλίο του: "T` απομεινάρια της ευτυχίας". 

Μου αρέσουν οι άνθρωποι και μου αρέσει να τους αρέσω, αλλά κρατάω την καρδιά μου εκεί που την έβαλε ο Θεός: μέσα μου.


Το να έχεις μέσα σου και τις δύο όψεις ενός πράγματος και παρ’ όλα αυτά να μπορείς να λειτουργείς, αυτό είναι η ιδιοφυΐα.


Οι καινούργιοι φίλοι συχνά μπορεί να περνούν καλύτερα μαζί, παρά οι παλιοί φίλοι.


Στα δεκαοχτώ, οι πεποιθήσεις μας είναι υψώματα απ’ όπου ατενίζουμε. Στα σαράντα πέντε, είναι σπηλιές όπου κρυβόμαστε.


Δεν θα σε φιλήσω. Μπορεί να μου γίνει συνήθεια και δεν μπορώ να απαλλαγώ από συνήθειες.


Είναι στα τριάντα μας που θέλουμε φίλους. Στα σαράντα μας ξέρουμε πως δεν θα μας σώσουν περισσότερο απ’ όσο η αγάπη.


Διαγράψτε όλα αυτά τα θαυμαστικά. Ένα θαυμαστικό είναι σαν να γελάς ο ίδιος με το δικό σου αστείο.


Δεν θέλω να επαναλάβω την αθωότητά μου. Θέλω την ηδονή να τη χάσω ξανά.


Δείξε μου έναν ήρωα και θα σου γράψω μια τραγωδία.


Είμαι αργόστροφος και γεμάτος με εσωτερικούς κανόνες που ενεργούν σαν φρένο στις επιθυμίες μου.


Θα σου πω κάτι για τους πολύ πλούσιους. Είναι διαφορετικοί από μένα και σένα.


Η ζωή μας καθορίζεται από ευκαιρίες, ακόμα και από αυτές που χάνουμε.


Δεν ήμουν πραγματικά ερωτευμένος, αλλά αισθανόμουν ένα είδος τρυφερής περιέργειας.

(από τον «Μεγάλο Γκάτσμπυ»)


Αισιοδοξία είναι η παρηγοριά μικρών ανθρώπων σε μεγάλες θέσεις.


Για ένα βαθειά απαισιόδοξο άνθρωπο, το να βρίσκεται σε κίνδυνο δεν είναι ιδιαίτερα αποθαρρυντικό.


Ένας συγγραφέας πρέπει να γράφει για τους νέους της γενιάς του, τους κριτικούς της επόμενης γενιάς και για τους δασκάλους από κει και πέρα.


Ελπίζω να είναι ανόητη· αυτό είναι το καλύτερο που μπορεί να κάνει ένα κορίτσι σ’ αυτόν τον κόσμο: να είναι μια όμορφη μικρή ανόητη. (από τον «Μεγάλο Γκάτσμπυ»)


Καμιά μεγάλη ιδέα δεν γεννήθηκε ποτέ σε ένα συνέδριο, αλλά πολλές ανόητες ιδέες έχουν πεθάνει εκεί.


Τίποτε δεν είναι τόσο απεχθές όσο η καλή τύχη των άλλων.


Η ζωτικότητα δεν φαίνεται μόνο στη δυνατότητα να επιμένεις, αλλά και στη δυνατότητα να μπορείς να ξεκινάς πάλι από την αρχή.


Ποτέ μη μπερδεύεις μια μεμονωμένη ήττα με μια τελική ήττα.


Με τι θα ασχοληθούμε το απόγευμα; Και την επόμενη μέρα, και μετά τριάντα χρόνια;


Δεν είναι κόλαφος για σένα όταν οι άνθρωποι είναι αγενείς. Είναι κόλαφος για αυτούς που έχουν γνωρίσει πριν.

Αποσπάσματα από το βιβλίο του “Τ’ απομεινάρια της ευτυχίας”

..Άμα χάσεις μια δυο φορές τον ύπνο σου αρχίζεις να έχεις ζωντανούς εφιάλτες και το συναίσθημα της μεγάλης κόπωσης δημιουργεί την εντύπωση ότι κάτι έχει  αλλάξει στη ζωή που συνεχίζεται γύρω σου. Τότε αποκτάς την πεποίθηση πως η ύπαρξή σου είναι παρακλάδι της ζωής και πως βλέπεις τη ζωή σαν σε ταινία ή καθρέφτη – πως οι άνθρωποι, οι δρόμοι και τα σπίτια είναι προβεβλημένες εικόνες από ένα αχνό και χαώδες παρελθόν. Σ’ αυτή την κατάσταση βρισκόταν η Ρωξάνη τους πρώτους έξι μήνες της ασθένειας του Τζέφρεϋ. Koιμότανε μόνον όταν ήταν εξουθενωμένη και ξύπναγε μέσα σε θολούρα…

…Δεν μπορούσε να κουνηθεί ήτανε θεότυφλος, βουβός, αναίσθητος. Όλη την ημέρα ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, εκτός από λίγη ώρα κάθε πρωί, όταν η Ρωξάνη τον έβαζε στην αναπηρική του πολυθρόνα για να συγυρίσει το δωμάτιο. Η παράλυση προχωρούσε αργά προς την καρδιά του. Στην αρχή – τον πρώτο χρόνο – η Ρωξάνη είχε μερικές φορές νιώσει ένα ανεπαίσθητο σφίξιμο στο χέρι της όταν κρατούσε το δικό του αλλά κι εκείνο σταμάτησε κάποιο βράδυ και δεν επαναλήφθηκε ποτέ πια και δυο ολόκληρες νύχτες η Ρωξάνη έμεινε ξάγρυπνη να κοιτάζει το σκοτάδι και ν’ αναρωτιέται ποιο κομματάκι της ψυχής του είχε εξανεμιστεί, ποιον τελευταίο κόκκο αντίληψης μπορούσανε τα σμπαραλιασμένα νεύρα του να μεταφέρουνε μέχρι τον εγκέφαλο. Μετά απ’ αυτό, πέθανε κάθε ελπίδα. Κι αν δεν τον φρόντιζε τόσο, η τελευταία σπίθα σίγουρα θα είχε σβήσει προ πολλού…

Πολλοί επιστήμονες, ανάμεσά τους κι ένας περίφημος νευρολόγος, της είπανε ξεκάθαρα πως ήτανε μάταιες οι τόσες φροντίδες, πως αν ο Τζέφρεϋ μπορούσε να μιλήσει θα έλεγε ότι ήθελε να πεθάνει, και πως αν το πνεύμα του τριγύριζε κάπου κοντά θα συμφωνούσε ότι δεν χρειαζόντουσαν οι τόσες θυσίες της, διότι δυσφορούσε μέσα σ’ εκείνο το σώμα και ήθελε ν’ απελευθερωθεί πλήρως.

“Δεν είναι δυνατόν ν’ αγαπάς αυτό!” της αντιτείνανε.

“Είναι δυνατόν ν’ αγαπάω εκείνο που κάποτε υπήρξε. Ποια εναλλακτική λύση έχω;”

Και οι επιστήμονες ανασήκωναν αδιάφορα τους ώμους τους και φεύγανε  λέγοντας πως η κυρία Κέρταιν ήτανε πολύ αξιόλογη γυναίκα, και γλυκιά σαν άγγελος, προσθέτοντας πάντοτε πως, κατά τη γνώμη τους, πήγαινε χαμένη…

…O έρωτάς της είχε σφραγιστεί κάπου μέσα σ’ εκείνη την ανέκφραστη μούμια με το πρόσωπο πάντα στριμμένο μηχανικά στο φως, σαν πυξίδα, που περίμενε βουβά το τελευταίο κύμα να του παρασύρει την καρδιά…