Μανόλης Αναγνωστάκης | 7 σπουδαία ποιήματα ενός από τους σπουδαιότερους ποιητές της μεταπολεμικής γενιάς.
`Εφυγε από τη ζωή στις 23 Ιουνίου του 2005.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
“Κατά καιρούς μ’ έχουν χαρακτηρίσει καθαρά πολιτικό ποιητή. Προσωπικά δεν νομίζω ότι είμαι πολιτικός ποιητής. Είμαι ερωτικός και πολιτικός μαζί. Συνδυάζονται αυτά τα δύο. Είναι η εποχή που τα συνδύαζε αυτά τα δύο. Δηλαδή δεν μπορούσε να είναι κανείς ερωτικός ποιητής, ξεχνώντας το πολιτικό πλαίσιο εκείνης της εποχής που ήταν φουντωμένα τα πολιτικά πάθη. Υπήρχε το πολιτικό στοιχείο μέσα, η έκφραση της πολιτικής, μέσα από μια ερωτική κατάσταση όμως. Δεν ξέρω αν το καταλαβαίνουμε αυτό το πράγμα εύκολα. Γι’ αυτό αρνούμαι όλα αυτά περί “ποίησης της ήττας` και τα σχετικά. Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή. Όταν τελείωσε η εποχή, τελειώνει κι η ποίηση. Δεν μπορείς να γράφεις συνεχώς ποίηση. Δεν είμαι επαγγελματίας ποιητής. Αισθάνομαι την ποίηση σαν τρόπο έκφρασης επειδή δεν μπορούσα να εκφραστώ διαφορετικά. Δηλαδή ήταν η εποχή τόσο πιεσμένη, τόσο δύσκολη, που μόνο εκφράζοντας τον πόνο του μπορούσε κανείς να την αντέξει”. είπε κάποτε για τον εαυτό του, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της μεταπολεμικής γενιάς. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης.
Ο “ποιητής της ήττας” όπως χαρακτηρίστηκε, καθώς με τους στίχους του εξέφρασε της διάψευση των οραμάτων της αριστεράς.
Το 1986 ήταν η χρονιά που του απονεμήθηκε το Α΄ Βραβείο ποίησης για το έργο του “Τα Ποιήματα 1941-1971”, το 2002 το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας από τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία. Το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Τα εκπληκτικά ποιήματά του, έχουν μελοποιηθεί από σπουδαίους συνθέτες, ανάμεσά τους ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου και ο Μιχάλης Γρηγορίου. Τα έργα του, δε, έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ιταλικά.
Οι στίχοι του είναι συγκλονιστικοί. Αν και δεν ήταν εύκολο να επιλέξω ποίηματά του καθώς όλα είναι ξεχωριστά , επέλεξα 7 που θεωρώ ότι είναι αντιπροσωπευτικά του έργου του.
“Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά τους, πασχίζουν να βρουν λεκέδες στη δική σου.” Μια τόσο αληθινή σκέψη που πολλές φορές μου έχει περάσει από το μυαλό αλλά δεν είχα τον μοναδικό τρόπο του Μανώλη Αναγνωστάκη, για να την εκφράσω.
Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου `κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα `σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.
Ἀφιέρωση
Θά ῾ρθει μιὰ μέρα
Τώρα εἶναι ἁπλὸς θεατής…
Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος…
Κι ἤθελε ἀκόμη…
Οι νικημένοι
Ανάβαλες την τελευταία πάντα μέρα τη φυγή σου
Είχαμε μέσα κι οι δυο μας βαθιά τον πανικό του χωρισμού. Νοσταλγούσαμε τόσο να χαρίσουμε
τις αβέβαιες πλάνες μας στ’ όνειρο
Όμως ποιός δε λογάριασε τα λευκά καλοκαίρια
που πληγώσαν τα χρόνια μας
Ποιός δεν επίστεψε πως δεν είχαμε ακόμα
πληρώσει το χρέος μας ολάκερο
Και βρίσκουμε την κρίσιμη τούτη στιγμή
αιχμάλωτους όρκους στη νιότη μας,
αισθήματα πιο πλούσια από τ’ άναμμα της σάρκας
Ξέρεις πως πια ξεχάσαμε τ’ αμέριμνα παιδιά
που σπαταλούσαν το γέλιο τους
Ξέρεις πως θά ’ρθει μια μέρα
που θα φορέσουμε αλογάριαστα
ολόγυμνοι τον εαυτό μας
Συντροφεύοντας τις ακριβές μας αμφιβολίες,
ξαγρυπνήσαμε ατέλειωτες νύχτες
χωρίς δίπλα μας να ’ναι κανείς ν’ ακούσει
την αγωνία της φωνής μας
Αγαπήσαμε μια τρικυμία καινούρια,
κι όμως γιατί ν’ αναβάλλουμε πάντα την ώριμη χρονολογία;
Και μένουμε δυο νικημένοι
μ’ ολιγόπιστα μάταια φερσίματα.