17 Φεβρουαρίου 2020

Ουμπέρτο Έκο |10 μαθήματα ζωής του κορυφαίου συγγραφέα που το επώνυμό του σημαίνει θεϊκό δώρο

17 αποφθέγματα του & το σπαρταριστό έργο: Πώς να διαψεύδετε μια διάψευση και άλλες οδηγίες χρήσεως, του ανθρώπου που πίστευε ότι ένα καλό βιβλίο είναι πιο έξυπνο από το συγγραφέα του. Έφυγε από τη ζωή στις 19/2/2016.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
17 αποφθέγματα του & το σπαρταριστό έργο: Πώς να διαψεύδετε μια διάψευση και άλλες οδηγίες χρήσεως, του ανθρώπου που πίστευε ότι ένα καλό βιβλίο είναι πιο έξυπνο από το συγγραφέα του. Έφυγε από τη ζωή στις 19/2/2016.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

`Ενα καλό βιβλίο είναι πιο έξυπνο από το συγγραφέα του." έλεγε  ο Ουμπέρτο Έκο. Και είχε απόλυτο δίκιο αν σκεφτούμε ότι από το έργο του καθενός κρίνεται η ευφυία του...

Ήταν Ιταλός σημειολόγος, δοκιμιογράφος, φιλόσοφος, κριτικός λογοτεχνίας και μυθιστοριογράφος. Καθηγητής Σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια από το 1975 και πρόεδρος του Διεθνούς Κέντρου Μελετών Σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο του Σαν Μαρίνο από το 1988. Συγγραφέας πολλών μελετών και δοκιμίων, που έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε πολλές γλώσσες σε ολόκληρο τον κόσμο. Το 1965 εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο, ενώ το 1980 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα (Το όνομα του Ρόδου), που τιμήθηκε με το βραβείο Strega (1981), και ένα χρόνο αργότερα, το Medicis Etranger– ένα βραβείο που δίνεται στον καλύτερο ξένο λογοτέχνη στην Γαλλία-.

Λέγεται ότι το επώνυμό του σημαίνει “ θεϊκό δώρο ” (Eco είναι το αρκτικόλεξο των λατινικών λέξεων Ex Coelis Oblatus).

Ένα ακόμα βιβλίο του που έχω ξεχωρίσει είναι το “Πώς να διαψεύδετε μια διάψευση και άλλες οδηγίες χρήσεως” υπάρχει μια συλλογή σπαρταριστών σύντομων ιστοριών. Τα κείμενα αυτά εμφανίστηκαν στη στήλη “Το φακελάκι της Αθηνάς” και δημοσιεύτηκαν στο Ιταλικό περιοδικό Espresso το 1986, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘90. Μέσα από αυτά φαίνεται το πανέξυπνο χιούμορ του μεγάλου Ιταλού συγγραφέα και ο εκπληκτικός σαρκασμός που συνήθιζε να έχει όταν αντιμετώπιζε τις διάφορες καταστάσεις. Ο Umberto Eco αποδεικνύει πως έχει όχι μόνο τη διάθεση αλλά και τη μοναδική ικανότητα να παίξει με τη γλώσσα και να διασκεδάσει γράφοντας. Όσα χρόνια και αν περάσουν τα λόγια του θα είναι πάντα επίκαιρα.

Ακολουθεί απόσπασμα από το συγκεκριμένο βιβλίο για την "καταραμένη καφετιέρα του ξενοδοχείου" & 17 ευρηματικά αποφθέγματά του...

“Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να φτιάξετε έναν καλό καφέ: υπάρχει ο καφές αλά ναπολιτάνα, ο καφές εσπρέσο, ο τούρκικος καφές, ο καφεσίνο μπραζιλιάνο, ο γαλλικός καφές φίλτρου, ο αμερικάνικος καφές. Κάθε καφές είναι στο είδος του εξαιρετικός. Ο αμερικανικός καφές μπορεί να είναι ένα μείγμα που σερβίρεται στους εκατό βαθμούς σε πλαστικά ποτήρια με ιδιότητες θερμός από μηχανήματα τοποθετημένα στους σταθμούς με σκοπούς γενοκτονίας, αλλά, όταν είναι φτιαγμένος με percolator, όπως σε μερικά σπίτια ή συμπαθητικά luncheonettes, σερβιρισμένος με αυγά και μπέικον, είναι σκέτη απόλαυση, τονωτικός, πίνεται σαν νερό κι έπειτα σας πιάνει ταχυπαλμία, γιατί ένα φλιτζάνι περιέχει περισσότερη καφεΐνη από τέσσερις εσπρέσο.

Επιπλέον υπάρχει ο καφές νερομπλούκι. Αυτός συνήθως αποτελείται από κριθάρι που έχει σαπίσει, κόκαλα νεκρού και κόκκους αληθινού καφέ, που βρέθηκαν στα απορρίμματα κάποιου κελτικού πολυϊατρείου. Αναγνωρίζεται από το χαρακτηριστικό άρωμα ποδαριών μουλιασμένων σε αποπλύματα πιάτων. Σερβίρεται στις φυλακές, στ’ αναμορφωτήρια, στα βαγκόν λι και στα πολυτελή ξενοδοχεία. Πράγματι, αν κατεβείτε στο Plaza Majestic, στο Maria Jolonda & Brabame, στο Des Alpes et des Bains, μπορείτε να παραγγείλετε έναν εσπρέσο, αλλά θα έρθει στο δωμάτιό σας καλυμμένος από ένα στρώμα πάγου. Για ν’ αποφύγετε μια τέτοια εμπειρία, ζητήστε ένα Continental Breakfast και ετοιμαστείτε ν’ απολαύσετε τις χαρές ενός προγεύματος στο κρεβάτι.

Το Continental Breakfast αποτελείται από δύο ψωμάκια, ένα κρουασάν, ένα χυμό πορτοκάλι σε δόση ομοιοπαθητικού φαρμάκου, ένα δαχτυλίδι βούτυρο, ένα βαζάκι μαρμελάδα μύρτιλλο, ένα μέλι, ένα μαρμελάδα βερίκοκο, ένα δοχείο γάλα ήδη παγωμένο, ένα λογαριασμό εκατό χιλιάδων λιρών και μια καταραμένη καφετιέρα με νερομπλούκι.

Οι καφετιέρες που χρησιμοποιούν οι φυσιολογικοί άνθρωποι -ή τα παλιά καλά σκεύη απ’ όπου έριχνες κατευθείαν το τονωτικό ρόφημα στο φλιτζάνι σου- επιτρέπουν τη ροή του καφέ μέσα από ένα λεπτό στόμιο ή άνοιγμα, ενώ το ανώτερο μέρος τους διαθέτει κάποιο εξάρτημα ασφαλείας, που τις κρατάει κλειστές. Τα νερομπλούκια τύπου Grand Hotel και βάγκον λι καταφθάνουν σε μια καφετιέρα με πολύ πλατύ στόμιο -σαν ανάπηρου πελεκάνου- και με καπάκι εξαιρετικά ευκίνητο, ειδικά μελετημένο, ώστε -υποκινούμενο από έναν ασίγαστο horror vacui (τρόμος του κενού)- να πέφτει αυτόματα προς τα πίσω, μόλις γέρνει η καφετιέρα.

Τα δύο αυτά εξαρτήματα επιτρέπουν στην καταραμένη καφετιέρα να χύνει αμέσως το μισό καφέ πάνω στα κρουασάν και στη μαρμελάδα και στη συνέχεια, χάρη στο άνοιγμα του καπακιού να σκορπίζει τον υπόλοιπο πάνω στα σεντόνια. Στα βάγκον λι οι καφετιέρες είναι χαμηλής ποιότητας, διότι το χύσιμο του καφέ διευκολύνεται και από την ίδια την κίνηση του τρένου, ενώ στα ξενοδοχεία, η καφετιέρα πρέπει να είναι από πορσελάνη, ώστε το άνοιγμα του καπακιού να είναι ανάλαφρο, ανεμπόδιστο και μοιραίο.

Στο ζήτημα της προέλευσης και της σκοπιμότητας της καταραμένης καφετιέρας, υπάρχουν δύο σχολές σκέψης. Η σχολή του Φράιμπουργκ υποστηρίζει ότι αυτό το σκεύος επιτρέπει στα ξενοδοχεία να σας αποδείξουν ότι σας αλλάζουν καθημερινά τα σεντόνια. Η σχολή της Μπρατισλάβα υποστηρίζει ότι οι λόγοι είναι ηθικοπλαστικοί (βλ. Μαξ Βέμπερ, Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού): η καταραμένη καφετιέρα σάς υποχρεώνει να μη χουζουρεύετε στο κρεβάτι, γιατί είναι πολύ άβολο να τρώτε ένα μπριός ήδη μουλιασμένο, τυλιγμένοι σε σεντόνια μουσκεμένα στον καφέ.

Οι καταραμένες καφετιέρες δε βρίσκονται στο εμπόριο. Παράγονται αποκλειστικά για τις αλυσίδες των μεγάλων ξενοδοχείων και τα βάγκον λι. Πράγματι στις φυλακές το νερομπλούκι σερβίρεται σε καραβάνες, διότι, αν τα σεντόνια ήταν τελείως μούσκεμα στον καφέ, θα ήταν δυσδιάκριτα στο σκοτάδι και δύσκολα θα φαίνονταν, όταν δένονται κόμπο, για να διευκολύνουν μια απόδραση. Η σχολή του Φράϊμπουργκ προτείνει να ζητάμε από τον σερβιτόρο ν’ ακουμπά το δίσκο στο τραπεζάκι και όχι στο κρεβάτι. Η σχολή της Μπρατισλάβα απαντά ότι ναι μεν έτσι αποφεύγεται το χύσιμο του καφέ στα σεντόνια, αλλά και πάλι ξεχύνεται από το δοχείο λεκιάζοντας την πυτζάμα (την οποία το ξενοδοχείο δεν αλλάζει καθημερινά).

Εν πάση περιπτώσει, με ή χωρίς πυτζάμα, ο καφές από το τραπεζάκι πέφτει κατευθείαν στο κάτω μέρος της κοιλιάς και τον εφηβαίο, προκαλώντας εγκαύματα σε περιοχές που θα σας συμβουλεύαμε να αποφεύγετε. Στην αντίρρηση αυτή, η σχολή του Φράιμπουργκ απαντάει ανασηκώνοντας τους ώμους -μα ειλικρινά δε νομίζουμε ότι αυτός είναι ο τρόπος. 

Αποφθέγματα...

Δύο ερωτευμένες καρδιές που κοιτάζονται λένε περισσότερα πράγματα απ’ όσα θα ‘λεγαν σε μια ολόκληρη μέρα όλες οι γλώσσες αυτού του κόσμου. 

Κάθε φορά που ένας ποιητής, ένας ιεροκήρυκας, ένας αρχηγός, ένας μάγος ξεστομίζει ασυναρτησίες, η ανθρωπότητα ξοδεύει αιώνες αποκρυπτογραφώντας το μήνυμα. 

Δημοκρατία δεν σημαίνει πως η πλειοψηφία έχει το δίκιο. Σημαίνει πως έχει το δικαίωμα να κυβερνάει. 

Το να έχουμε έναν εχθρό είναι σημαντικό για να ορίσουμε την ταυτότητά μας. Γι’ αυτό όταν ο εχθρός δεν υπάρχει, χρειάζεται να τον κατασκευάσουμε. 

Τίποτε δεν δίνει σ’ έναν φοβισμένο άνθρωπο περισσότερο κουράγιο από το φόβο ενός άλλου. 

 Η ζωή είναι σύντομη, η τέχνη απέραντη, η ευκαιρία στιγμιαία και το πείραμα αβέβαιο. 

Όταν δύο πράγματα δεν συμβιβάζονται, αλλά τα πιστεύεις και τα δύο, ελπίζοντας πως κάπου πρέπει να υπάρχει κρυμμένο κάποιο τρίτο πράγμα που τα ενώνει, αυτό είναι ευπιστία.  

Ο πολιτισμός δεν ακυρώνει τη βαρβαρότητα, αλλά, πολλές φορές, την επικυρώνει. Όσο πιο πολιτισμένος είναι ένας λαός, τόσο πιο βάρβαρος και καταστροφικός μπορεί να γίνει.  

Να φοβάσαι τους προφήτες κι αυτούς που είναι έτοιμοι να πεθάνουν για την αλήθεια, επειδή κατά κανόνα κάνουν και άλλους να πεθάνουν μαζί τους, μερικές φορές πριν από αυτούς και καμιά φορά αντί για αυτούς. 

Όταν οι άνθρωποι σταματούν να πιστεύουν στο Θεό, δεν είναι ότι δεν πιστεύουν πια τίποτα. Πιστεύουν στα πάντα. 

Μου φτάνει που ξέρω να διαβάζω, γιατί έτσι μαθαίνω αυτά που δεν ξέρω, ενώ όταν γράφεις, γράφεις μόνο αυτά που ξέρεις ήδη.