14 Μαρτίου 2019

Περί εγκλημάτων και ποινών | Το πρώτο βιβλίο στον κόσμο εναντίον της θανατικής ποινής του Cesare Beccaria

Το βιβλίο σας ωφέλησε και θα ωφελήσει. Εργαστήκατε υπέρ του ορθού λόγου και υπέρ της ανθρωπιάς, που επί τόσο μακρό διάστημα καταπατήθηκαν,είπε ο Βολταίρος για την πραγματεία του Beccaria, ο οποίος γεννήθηκε στις 15/03/1738.-Aπό τη Μανταλένα Μ.Διαμαντή
Το βιβλίο σας ωφέλησε και θα ωφελήσει. Εργαστήκατε υπέρ του ορθού λόγου και υπέρ της ανθρωπιάς, που επί τόσο μακρό διάστημα καταπατήθηκαν,είπε ο Βολταίρος για την πραγματεία του Beccaria, ο οποίος γεννήθηκε στις 15/03/1738.-Aπό τη Μανταλένα Μ.Διαμαντή

Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, σε κάποιο μάθημα φιλοσοφίας, έπρεπε να ετοιμάσω εργασία για τη θανατική ποινή. Ένα από τα πρώτα βιβλία που μελέτησα, ήταν εκείνο του Τσέζαρε Μπεκαρία- του γνωστού Ιταλού εγκληματολόγου, οικονομολόγου, δημοσιολόγου και φιλόσοφος. Το ανατρεπτικό έργο του ήταν το  Περί εγκλημάτων και ποινών (Dei delitti e delle pene). Εδώ ο συγγραφέας, διατυπώνει τα πρώτα επιχειρήματα εναντίον της θανατικής ποινής .Πρόκειται για μία πραγματεία που υπήρξε ουσιαστικά το πρώτο ολοκληρωμένο έργο ποινολογίας, που συνηγορούσε υπέρ της αναθεώρησης του ποινικού νομικού συστήματος. Η πρώτη μελέτη που υποδείκνυε ότι η ποινική δικαιοσύνη θα έπρεπε να βασίζεται σε λογικές αρχές.  Το πιο σημαντικό επίτευγμα του βιβλίου ήταν να θέσει το πρόβλημα του άδικου δικονομικού συστήματος. Αυτό το επιχείρησε με σαφή και εμφατικό τρόπο που βασιζόταν στον ουμανισμό. Στόχος του ήταν μέσω του ανθρωπιστικού αισθήματος να ζητήσει να εξορθολογιστούν οι νόμοι.

Ο Μπεκαρία επικαλείτο τις εξής αρχές: τη λογική, την κατανόηση του κράτους ως ένα είδος συμβολαίου, και, κυρίως, την αρχή της ωφέλειας ή της μέγιστης ευτυχίας του μέγιστου αριθμού ανθρώπων.

Καταδίκασε τη θανατική ποινή στηριζόμενος σε δύο επιχειρήματα:

α)το κράτος δεν έχει το δικαίωμα να αφαιρεί ζωές και β) η θανατική ποινή δεν είναι ούτε χρήσιμη ούτε αναγκαία μορφή τιμωρίας.

Επίσης, στη συγκεκριμένη πραγματεία, ανέπτυξε πολλές αρχές εντελώς καινοτόμες:

α) η τιμωρία πρέπει να έχει προληπτική και όχι κολαστική λειτουργία, β) η τιμωρία πρέπει να είναι ανάλογη με το έγκλημα που έχει διαπραχθεί, γ) στην πρόληψη οδηγεί η βεβαιότητα της τιμωρίας, και όχι η αυστηρότητά της, δ) οι δικαστικές διαδικασίες πρέπει να είναι δημόσιες και τέλος ε) η τιμωρία πρέπει να είναι άμεση για να  είναι αποτελεσματική.

Σύμφωνα με τον σπουδαίο εγκληματολόγο, ναι μεν οι ποινές που επιβάλλουν οι νόμοι αποτελούν σημαντικό στοιχείο κάθε νομοθετικού συστήματος και είναι ουσιαστικές για την ευημερία, τη γαλήνη και την ασφάλεια της κοινωνίας. Από την άλλη, όμως, είναι απίστευτα ατελείς κι επιδεικνύουν μεγάλη σκληρότητα.

Είναι λογικό, λοιπόν, να φανταστεί κανείς ότι το συγκεκριμένο βιβλίο προκάλεσε απίστευτη έκπληξη εκείνην την εποχή και προκάλεσε το ενδιαφέρον όλων των κοινωνικών τάξεων στην Ευρώπη.Προκάλεσε πάταγο στους νομικούς κύκλους και τα προοδευτικά πνεύματα, με επικεφαλής τον Βολταίρο, το δέχτηκαν με ένθουσιασμό.


Πρέπει να λάβουμε υπόψην μας ότι αυτό το μνημειώδες έργο  γράφτηκε το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και πιο συγκεκριμένα, το 1764. Ωστόσο, παραμένει επίκαιρο ακόνα και σήμερα, αποτελώντας αναφορά όχι μόνο για τους ειδικούς, (εγκληματολόγους, ποινικολόγους, κοινωνιολόγους κ.ά.) αλλά και εκείνους που προβληματίζονται για το μείζον ζήτημα: την κοινωνική αντιμετώπιση της εγκληματικότητας.

Δεν είναι τυχαίο ότι έκανε έξι εκδόσεις μέσα σε δεκαοκτώ μήνες. Το 1866 η  Olympe de Gouges το μετέφρασε στα γαλλικά και  δημοσιεύθηκε με ένα ανώνυμο σχόλιο από τον Βολταίρο. Η αγγλική μετάφραση έγινε το 1767 και μεταφράστηκε και σε πολλές άλλες γλώσσες ακόμα. Οι Τζον Άνταμς και Τόμας Τζέφερσον ήταν ανάμεσα στους Αμερικανούς από τους οποίου αναγνώσθηκε. 

Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Βολταίρου σε μια επιστολή στον Mπεκαρία στις 30 Μαίου του 1768:"Σας ευχαριστώ εκ βάθους καρδιάς. Το ίδιο συναίσθημα οφείλει να νιώθει ολόκληρη η Ευρώπη. Το βιβλίο σας ωφέλησε και θα ωφελήσει. Εργαστήκατε υπέρ του ορθού λόγου και υπέρ της ανθρωπιάς,  που επί τόσο μακρό διάστημα καταπατήθηκαν."

Πρόλογος στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Τσέζαρε Μπεκαρία Περί εγκλημάτων και Ποινών

(αποσπάσματα)

Η ανά χείρας ελληνική έκδοση του βιβλίου Περί εγκλημάτων και Ποινών (1764) του Τσέζαρε Μπεκαρία θα πρέπει να χαιρετιστεί ως σημαντικό γεγονός. Ο συγγραφέας, γνωστός και άγνωστος συνάμα, έρχεται εκ νέου στην επικαιρότητα δυόμισι αιώνες μετά την πρώτη έκδοση του κειμένου του. Στην Ελλάδα, ο Ιταλός διαφωτιστής υπήρξε για καιρό λησμονημένος ή, στην καλύτερη περίπτωση, αφανής, κρυμμένος στη σκιά της μεγάλης χορείας των άλλων πολύ διασημότερων εκπροσώπων του διαφωτισμού: Λοκ, Χιουμ, Σμιθ, Μοντεσκιέ, Ντιντερό, Βολταίρος, Ρουσό...

[...>

Εκκινώντας από την αρχή της ηπιότητας των ποινών και από την ανάγκη αποφυγής των βασανιστηρίων, ο Μπεκαρία, στο περίφημο εικοστό όγδοο κεφάλαιο του βιβλίου του, διατυπώνει τη θέση πως η θανατική ποινή δεν είναι ούτε ωφέλιμη ούτε αναγκαία για το κράτος, την κοινωνία και την ανθρωπότητα: «Αυτή η ανώφελη κατάχρηση σωματικών τιμωριών που ποτέ δεν βελτίωσε τους ανθρώπους, με παρακίνησε να εξετάσω εάν η θανατική ποινή είναι αληθινά ωφέλιμη και δίκαιη σε μια καλά οργανωμένη διακυβέρνηση». Δεν υφίσταται απολύτως κανένα δικαίωμα που να επιτρέπει στους ανθρώπους να σκοτώνουν τους συνανθρώπους τους.

Με επιχειρήματα που θυμίζουν, σε τούτο το συγκεκριμένο σημείο, τον Χομπς, ο Ιταλός διαφωτιστής υποστηρίζει ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι δυνατό να δώσει ποτέ σε άλλους ανθρώπους την εξουσία να τον σκοτώσουν. Προσχωρώντας στο κοινωνικό συμβόλαιο, ο καθένας απλώς παραχωρεί το μικρότερο δυνατό μερίδιο της ελευθερίας του στο στη συλλογικότητα, η οποία όμως δεν αποκτά επ` ουδενί δικαίωμα ζωής και θανάτου επί των ατόμων. Η θυσία ενός ελάχιστου μέρους της ελευθερίας του καθενός δεν θα μπορούσε κατά κανέναν τρόπο να περικλείει τη θυσία του μεγαλύτερου αγαθού, δηλαδή της ανθρώπινης ζωής. Εφόσον ο άνθρωπος δεν έχει καν το δικαίωμα να αφαιρέσει τη δική του ζωή, δεν θα μπορούσε να μεταβιβάσει αυτό το δικαίωμα στην κοινωνία. Συνεπώς, για τον Μπεκαρία η θανατική ποινή δεν αποτελεί δικαίωμα, αλλά αντιθέτως πολεμική πράξη: πρόκειται για την κήρυξη πολέμου του κράτους εναντίον ενός εκ των πολιτών του. Μπροστά στο φάσμα του πολέμου, μπροστά στον κίνδυνο του βίαιου θανάτου, το συμβόλαιο αίρεται και, ipso facto, επιστρέφουμε στη φυσική κατάσταση, όπως θα έλεγε και ο Χομπς.

Όπως αποδεικνύεται αριστοτεχνικά από την ανάλυση του Μπεκαρία, η θανάτωση ενός ανθρώπου δεν έχει κανένα νόημα, επειδή δεν μπορεί να λειτουργήσει ούτε κατασταλτικά ούτε αποτρεπτικά. Εάν ένα κράτος βρεθεί αναγκασμένο να εκτελέσει ορισμένους από τους πολίτες του, τότε αυτό σημαίνει ότι έχει ήδη απολέσει την κυριαρχία του και διάγει περίοδο αναταραχής, επανάστασης ή αναρχίας, όπου «η αταξία υποκαθιστά το δίκαιο». Συλλογισμός ο οποίος θυμίζει τις παρατηρήσεις που κάνει ο Σπινόζα στην Πολιτική πραγματεία του σχετικά με τη δύναμη και την κυριαρχία σε ένα κράτος. Υπό την επικράτεια του νόμου και του δικαίου, στο πλαίσιο ενός πολιτεύματος που χαίρει άκρας υγείας, δεν υπάρχει καμία αναγκαιότητα να θανατωθεί ένας πολίτης.

Όσο για την υποτιθέμενη αποτρεπτική αξία της θανατικής καταδίκης, η ιστορία αποδεικνύει επαρκώς ότι ποτέ και πουθενά η απειλή της έσχατης τιμωρίας δεν κατάφερε να εμποδίσει όσους εγκληματίες δεν δεσμεύονταν από κανενός είδους φόβο ή ελπίδα. Αντιθέτως, η πιθανή μακρά διάρκεια της ποινής λειτουργεί περισσότερο αποτρεπτικά απ` ό,τι η βιαιότητά της: «Η ισχυρότερη τροχοπέδη του εγκλήματος δεν είναι το τρομερό μα πρόσκαιρο θέαμα του θανάτου ενός κακούργου, αλλά το μακρόχρονο παράδειγμα ενός εξαθλιωμένου ανθρώπου που, στερούμενος την ελευθερία του [...], ξεπληρώνοντας με το μόχθο του την κοινωνία που έβλαψε». Έτσι, η θανατική ποινή μπορεί να προκαλεί ζωηρή εντύπωση, η οποία όμως είναι πρόσκαιρη, ενώ τα ισόβια δεσμά αποτελούν διαρκή και μόνιμο παραδειγματισμό για τους ανθρώπους, λειτουργώντας εντέλει με τρόπο ευθέως αποτρεπτικό.

Η θανατική ποινή έχει ένα επιπλέον σημαντικό μειονέκτημα, αφού λειτουργεί σαφώς αντιπαιδαγωγικά, παρέχοντας στους ανθρώπους ένα κακό πρότυπο ωμότητας. Όπως γράφει ο Μπεκαρία, «αν τα πάθη καθιστούν αναπόφευκτο τον πόλεμο και διδάσκουν την αιματοχυσία, οι νόμοι που ρυθμίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά οφείλουν να μην ενισχύουν αυτό το ολέθριο παράδειγμα, που γίνεται πιο φρικτό όταν η θανάτωση εκτελείται μεθοδικά και τελετουργικά. Μου φαίνεται παράλογο οι νόμοι, που εκφράζουν τη γενική βούληση, που αποστρέφονται και τιμωρούν την ανθρωποκτονία, να τη διαπράττουν οι ίδιοι και, για να αποτρέψουν τους πολίτες από το φόνο, να διατάζουν το δημόσιο φονικό». Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι στο παρελθόν της ανθρωπότητας η θανατική ποινή επικράτησε σχεδόν παντού, δεν συνεπάγεται και την ορθότητα ή την αποτελεσματικότητα αυτής της σκληρής τιμωρίας. Αντίθετα, σύμφωνα με τον Μιλανέζο συγγραφέα, έφτασε πια το πλήρωμα του χρόνου για την κατάργησή της.

[...]

Η μάχη που δόθηκε – και η οποία εξακολουθεί να διεξάγεται – κατά τις τελευταίες δεκαετίες στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο για την κατάργηση της θανατικής ποινής ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Από την εξέλιξη αυτής της ιδεολογικοπολιτικής σύγκρουσης φάνηκε με απόλυτη σαφήνεια ότι δεν αρκεί απλώς να καταργηθεί η εσχάτη των ποινών, αλλά χρειάζεται διαρκής επαγρύπνηση και αγώνας για την αποτροπή της επαναφοράς της. Ως προς το κεφαλαιώδες ζήτημα της θανατικής ποινής, η σκέψη του Μπεκαρία αποδείχθηκε αναπάντεχα επίκαιρή και κρίσιμη. Κατά συνέπεια, το έργο του αποτέλεσε και αποτελεί προϋπόθεση εκ των ουκ άνευ για την υπεράσπιση της οριστικής κατάργησης της θανατικής ποινής και για τη διαμόρφωση του σύγχρονου νομικού και πολιτικού τοπίου.

Άρης Στυλιανού
Επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας
Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ