Πριν από 2 ημέρες

Στρατής Μυριβήλης | Η αγάπη είναι μια ορμητική διάθεση να κάνεις ευτυχισμένο κείνον που αγαπάς, με έξοδά σου. Στην ανάγκη, με θυσία και με ταπείνωση...

Ο μυθιστοριογράφος των τριών πολέμων, ο λογοτέχνης που διαρκώς αναζητούσε την ελληνικότητα & ο επίλογος από το εκπληκτικό έργο του : Το τραγούδι της γης. Ο Στρατής Μυριβήλης γεννήθηκε στις 30 Ιουνίου του 1890.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Ο μυθιστοριογράφος των τριών πολέμων, ο λογοτέχνης που διαρκώς αναζητούσε την ελληνικότητα & ο επίλογος από το εκπληκτικό έργο του : Το τραγούδι της γης. Ο Στρατής Μυριβήλης γεννήθηκε στις 30 Ιουνίου του 1890.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
 

Ο Στράτης Μυριβήλης ήτανένας από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της γενιάς του `30, αντιμιλιταριστής πατριώτης και λυρικός πεζογράφος του Αιγαίου. Ο λογοτέχνης που διαρκώς αναζητούσε την ελληνικότητα. "Ο μυθιστοριογράφος των τριών πολέμων" -όπως τον αποκαλούν- ανήκει σε εκείνη τη γενιά που πάλεψε να ανορθώσει τον ελληνισμό στην περίοδο των βαλκανικών πολέμων, που παρακολούθησε με πόνο τη Μικρασιατική Καταστροφή, είδε να καταρρέει η Μεγάλη Ιδέα.

Ο κορυφαίος Μυριβήλης, τιμήθηκε αρκετές φορές για το έργο του. Το 1940, με το κρατικό βραβείο Πεζογραφίας για το "Γαλάζιο Βιβλίο". Το 1958 εκλέγεται μέλος της Ακαδημίας, μετά από πέντε ανεπιτυχείς υποψηφιότητες. Τελικά έγινε τιμητικά μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Γραμμάτων και Τεχνών. Το 1959 του απονέμεται ο Σταυρός του Ταξιάρχη του Βασιλικού Τάγματος του Γεωργίου του Α`, ενώ προτάθηκε τρεις φορές για το Νόμπελ. Το 1969, λίγο πριν φύγει από τη ζωή, η Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών τον ανακηρύσσει επίτιμο πρόεδρό της.

Το επώνυμό του, Μυριβήλης, ήταν ψευδώνυμο του απο το βουνό Μιριβίλι, στην πλαγιά του οποίου βρίσκεται η γενέτειρά του.

Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία με τη συλλογή διηγημάτων Κόκκινες Ιστορίες, που δημοσιεύθηκε στη Μυτιλήνη το 1915. Ακολουθεί "Η Ζωή εν Τάφω", "Η Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια",  "Η Παναγιά η Γοργόνα".

Μεγάλο μέρος του έργου του διοχετεύθηκε σε νουβέλες, διηγήματα και λυρικά πεζογραφήματα. Έγραψε τρεις νουβέλες: "Ο Βασίλης ο Αρβανίτης", "Τα Παγανά" και "Ο Παν". Οι άλλες συλλογές διηγημάτων του, φέρουν χρωματικούς τίτλους: "Το Πράσινο Βιβλίο", "Το Γαλάζιο Βιβλίο", "Το Κόκκινο Βιβλίο"  και "Το Βυσινί Βιβλίο". Δημοσίευσε δύο συλλογές λυρικών πεζογραφημάτων: "Το Τραγούδι της Γης" και "Μικρές Φωτιές", ενώ κατέγραψε ταξιδιωτικές εντυπώσεις: `Απ` την Ελλάδα" ,  "Ολυμπία" και τη συλλογή χρονογραφημάτων "Πτερόεντα".

Από όσα έχω κείμενα του Στρατή Μυριβήλη έχω διαβάσει, αυτό που έχω ξεχωρίσει είναι το  βιβλίο του "Το Τραγούδι της Γης".Πρόκειται για ένα από τα λυρικά έργα του. Με  το ιδιαίτερα πλούσιο κι εκφραστικό λεξιλόγιό του,  δημιουργεί έναν ύμνο στη γη και στην καρπερότητά της.

Ακολουθεί ο υπέροχος επίλογος...

Ας σβήσει το τραγούδι.

Ας σβήσει σιγαλινά το τραγούδι.

Ας καταλαγιάσουν οι φωτιές, ας μαραθούν οι ξανθές φλόγες, ας ρίξουν τα φτερά τους τα μελτέμια.

Στάχτη χιονίζει στα ξανθά κεφάλια, χρυσόσκονη πασπαλίζεται στην πράσινη κόμη των δασών.

Αγαπημένοι, θα πεθάνουμε ένα βράδυ, και ο νους μας, που αστράφτει από τη ματιά του Θεού, θα σκοτεινιάσει σαν την απονύχτερη εκκλησία.

Έτσι θα πεθάνουμε ένα βράδυ, όταν το φως της ζωής θα χαμηλώνει στον ορίζοντά μας όπως το μάτι της αδειανής λάμπας.

Και την ίδιαν ώρα μιλιούνια νέες ζωές θα ξεκινούν ανυπόμονα από τις καρπισμένες μήτρες.

Αμέτρητα χεράκια θα ψάχνουνε να πιάσουν το γαλάζιο φως, αυτό που θα βασιλεύει αξημέρωτα μέσα στα πηγμένα μάτια μας.

Θα νάρθει η αφεύγατη ώρα. Και μεις πρέπει να κλειδώσουμε δυνατά τα δόντια, να καταπιούμε, περήφανοι και πεισματάρηδες, ετούτον το μικρό στοχασμό.

Θα σταθεί ακίνητο το βλέφαρό μας, όπως το ματόφυλλο των αγαλμάτων. Θα πετάξει η ματιά μες από τα μαραμένα ματόκλαδά μας, όπως φεύγει μια πεταλούδα μες από το πεθαμένο άνθος.

Και πάλι τα κυκλάμινα θα ξεφυτρώνουν κάτω από τα χινοπωριάτικα χαμόδεντρα. Και πάλι οι κύανοι θα σκάζουν τα μαβιά τους άστρα μέσα στ ανοιξιάτικα χωράφια.

Θα λείπουμε εμείς από την πρωτομαγιά και το τριαντάφυλλο θανοίξει ανάμεσα στα λουλούδια, τόσο νέο και τόσο αγνό, όπως την πρώτη μέρα της Δημιουργίας, που άνθισε μέσα στη φούχτα του Θεού.

Σαν πέφτει η νύχτα, πάλι το τραγούδι της θάλασσας θα ξεδιπλώνει αργά και μεγαλόπρεπα τις στροφές του.

Οι μελαγχολικές ωδές των νερών θα έρχουνται πάλι από ταπόμακρα του πελάγου, καβάλα στα σκοτεινά και αόρατα κύματα.

Μα δε θάμαστε πια στην αμμουδιά της ακρογιαλιάς, που τόσες φορές κράτησε ζεστές λακκούβες από τα κορμιά μας.

Κ εμείς θα είμαστε πεθαμένοι, πεθαμένοι για πάντα ανέλπιδα, όλους τους αιώνες των αιώνων.

Δε θάχουμε μερίδιο στο πανηγύρι της ζωής μηδ όσο κείνο το ταπεινό σαλιγκάκι, που λουφάζει, τυφλό, κουφό και βουβό, στο βυθό του ακίνητου νερού.

Οι γυναίκες θα ανθίζουνε πάντα ωραίες. Σαν βραδιάζει θ ανοίγουν, νυχτολούλουδα, τα μεγάλα τους μάτια και θα κοιτάζουν ένα γύρω με αγάπη, ποθητές και καλές, σαν όλα μαζί ταγαθά του Θεού.

Μα σε καμιάς τα μάτια μέσα δε θα καθρεφτίσουμε πια το είδωλο της δικής μας μορφής.

Οι μελωδίες μας θα έχουνε ξεψυχήσει, πεθαμένα πουλιά που πάγωσε το θάλπος της ζωής κάτω από το πούπουλό τους.

Όμως τα βιολιά της χαράς θα τεντώνουνε πάντα καινούριες χορδές πάνω στον παλιό καβαλάρη.

Οι μηλιές θα γέρνουνε κάθε καλοκαίρι φορτωμένες τους κόκκινους καρπούς. Και πάνω σε κανένα μήλο δεν θά ναι πατημένη η κοφτερή σφραγίδα από τα δόντια μας.

Και όταν τα χείλη μας θα πανιάσουν, ξεθωριασμένα σαν τα μαραμένα ρόδα, αδέρφια, το σύκο της ζωής θα είναι πάλι φουσκωμένο από τριανταφυλλί μέλι!...

Αγαπημένοι,

Ας προφτάσουμε καν να τραγουδήσουμε βροντερά, όλοι μαζί, το υπέρτατο τραγούδι των τραγουδιών, το τραγούδι της Γης.

Η ψυχή μας ας εξορμήσει σαν ένα βόλι που φεύγει και σφυρίζει. Ας αδειάσει σα μια αναστάσιμη ντουφεκιά, τραβηγμένη χαρωπά στο αδειανό γαλάζιο.

Ας φύγει τ αψηλού πάνω στα άγρια φτερά μιας ζητωκραυγής.