22 Οκτωβρίου 2018

Gisele Bundchen: Το μόντελινγκ με σκοτώνει

«Η ζωή που έζησα δημοσίως δεν έχει καμία σχέση με το ποια πραγματικά είμαι ή με το τι στην πραγματικότητα με ενδιαφέρει στη ζωή μου» γράφει μεταξύ άλλων στην αυτοβιογραφία της το διάσημο μοντέλο.
«Η ζωή που έζησα δημοσίως δεν έχει καμία σχέση με το ποια πραγματικά είμαι ή με το τι στην πραγματικότητα με ενδιαφέρει στη ζωή μου» γράφει μεταξύ άλλων στην αυτοβιογραφία της το διάσημο μοντέλο.

«Το όνομά μου είναι Ζιζέλ Καρολίνα Μπούντχεν. Δούλεψα ως μοντέλο για περίπου 23 χρόνια. Γεννήθηκα το 1980 και μεγάλωσα στην Οριζοντίνα, μια μικρή πόλη στη νότια Βραζιλία, μία ώρα δρόμο από τα σύνορα με την Αργεντινή. Είμαι Βραζιλιάνα πέμπτης γενιάς με γερμανικές ρίζες και από τους δύο γονείς μου. Εκείνοι μιλούσαν γερμανικά μεταξύ τους, αλλά πορτογαλικά με τις πέντε αδελφές μου και μένα. Είμαι το μεσαίο παιδί της οικογένειας και μαζί με τη δίδυμη αδελφή μου, την Πάτι, πάντα τσακωνόμασταν ποια ήταν η τρίτη και ποια η τέταρτη στη σειρά (σ.σ.: η δίδυμη αδελφή της είναι πέντε λεπτά μεγαλύτερη από τη Ζιζέλ). Μεγαλώνοντας ήθελα να γίνω είτε επαγγελματίας βολεϊμπολίστρια είτε κτηνίατρος. 

Όταν ήμουν 13 ετών η μητέρα μου, η οποία ανησυχούσε διαρκώς για την κακή στάση του σώματός μου -το ύψος μου ήταν ήδη στο 1,75 μ.-, έγραψε δύο από τις αδελφές μου και μένα σε ένα τοπικό πρακτορείο μοντέλων. Στο τέλος της χρονιάς πήγαμε όλοι μαζί ένα ταξίδι στην Κουριτίμπα, στο Σάο Πάολο και το Ρίο ντε Τζανέιρο. Η διαδρομή με το λεωφορείο ήταν ατελείωτη, ταξιδεύαμε για 27 ολόκληρες ώρες. Κάποιες από τις μητέρες των κοριτσιών είχαν έρθει μαζί μας. Φυσικά και η δική μου. Σε ένα εμπορικό κέντρο του Σάο Πάολο με πλησίασε ένας άνδρας και μου απηύθυνε τη γνωστή ανατριχιαστική πρόταση: “Θέλεις να γίνεις μοντέλο;”. “Μαμά”, φώναξα και αμέσως εκείνη έτρεξε κοντά μου. Τελικά ο Ζέκα, όπως ήταν το όνομά του, ήταν όντως scouter μοντέλων για το Elite Model Management. 


Την ημέρα που τον επισκεφθήκαμε στο γραφείο του, πρότεινε στη μητέρα μου να διαγωνιστώ σε έναν τοπικό διαγωνισμό ομορφιάς. Δεν το πίστευα όταν κέρδισα τη δεύτερη θέση και μαζί ένα αεροπορικό εισιτήριο για την Ίμπιζα, για να πάρω μέρος στο Elite Model Look of the Year. Ήταν η πρώτη μου φορά σε αεροπλάνο και το πρώτο μου ταξίδι εκτός Βραζιλίας. Για κάποιον λόγο βρέθηκα στη δεκάδα των φιναλίστ. Όλα συνέβαιναν με κεκτημένη ταχύτητα. Έναν χρόνο αργότερα, το 1995, μετακόμισα στο Σάο Πάολο για να ξεκινήσω την καριέρα μου. Ήμουν 14 ετών. Η αλλαγή ήταν δραματική. Αφού έμεινα μερικούς μήνες στην πρωτεύουσα, το πρακτορείο μου με έστειλε στην Ιαπωνία όπου για τρεις μήνες έκανα καταλόγους. 

Η πρώτη αναγνώριση ήρθε λίγα χρόνια αργότερα στο Λονδίνο, όταν ο Αλεξάντερ ΜακΚουίν με διάλεξε να περπατήσω στο σόου του. Εμφανίστηκα στην πασαρέλα γυμνόστηθη, τρομαγμένη, με ένα ζωγραφισμένο τοπ και τεχνητή βροχή να πέφτει καταρρακτωδώς από το ταβάνι. Μετά από εκείνη την επίδειξη η βιομηχανία μου κόλλησε το παρατσούκλι “Το Κορμί”. Το 1999 περπάτησα για τους οίκους Versace, Ralph Lauren, Chloe, Missoni, Valentino, Armani και Dolce & Gabbana. Η “Vogue” με επέλεξε για να ενσαρκώσω το τέλος της εποχής του heroin chic. Εκείνη τη χρονιά ήμουν στο εξώφυλλο της γαλλικής “Vogue” και τρεις φορές στην αμερικάνικη. Σε ένα από τα εξώφυλλα ο τίτλος ήταν “Οι καμπύλες επιστρέφουν”». 


Αυτή είναι η ιστορία της φανερής Ζιζέλ, του εμβληματικότερου ίσως «Αγγέλου» της Victoria’s Secret, του μοντέλου που εμφανίστηκε σε 1.200 εξώφυλλα περιοδικών, έκανε 450 editorial μόδας και περπάτησε σε περίπου 500 fashion shows. Βέβαια, η τελευταία και η μεγαλύτερη της ζωής της ήταν εκείνη που έκανε το 2016 στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο. Στην πραγματικότητα, όμως, το βιβλίο της 38χρονης Βραζιλιάνας γράφτηκε από μια γυναίκα που καθόλου δεν γνωρίζουμε. «Η ζωή που έζησα δημοσίως δεν έχει καμία σχέση με το ποια πραγματικά είμαι ή με το τι στην πραγματικότητα με ενδιαφέρει στη ζωή μου. 

Η ειρωνεία είναι πως παρότι έγινα γνωστή ως μοντέλο, ποτέ δεν ένιωσα ότι αυτή η γυναίκα στις φωτογραφήσεις ή στις πασαρέλες ήμουν εγώ. Στο σχολείο οι συμμαθητές μου με κορόιδευαν για το ύψος, το βάρος και την εμφάνισή μου. Και νομίζω τελικά ότι όσο κι αν πετύχεις στη ζωή σου επαγγελματικά, ποτέ δεν αλλάζει η εικόνα που είχες για τον εαυτό σου ως παιδί». 

Τα πρώτα της χρόνια στο μόντελινγκ είχαν πολλά κοινά με τα σχολικά. Σχεδιαστές την έκριναν για τα μάτια της, τα μαλλιά της, το στήθος της. Αισθανόταν περίεργα, άσχημα. Για τέσσερα χρόνια. Στα 18 της επινόησε την περσόνα που ονόμασε «Αυτή». Αυτή μπορούσε να αντέξει την κριτική, να καταλάβει τους σχεδιαστές, να ακούσει με στωικότητα τους φωτογράφους, να κάνει τα κέφια των makeup artists και να αφουγκραστεί τους στιλίστες. Αυτή μπορούσε να υπηρετήσει όλους τους ρόλους, όπως καταγράφει η Ζιζέλ, και το έκανε καλά. Γιατί; Κατά κύριο λόγο για το χρήμα. Μπορεί να μην πίστευε ποτέ ότι το μόντελινγκ είναι όντως επάγγελμα -ώσπου το έκανε-, ωστόσο ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να εξασφαλίσει μια καλύτερη διαβίωση για την οικογένειά της. «Δεν ήθελα να είμαι ένα ακόμα στόμα που οι γονείς μου θα έπρεπε να θρέψουν», γράφει. 


Ποια είναι τελικά η Ζιζέλ; Η ίδια αυτοπροσδιορίζεται ως ένα ξυπόλυτο κορίτσι με «στολή εργασίας» ένα τζιν κι ένα T-shirt. Ενα παιδί που λάτρευε να χάνεται στον κήπο του πατρικού του σπιτιού και να εξερευνά τα δέντρα με τα μάνγκο, τα αβοκάντο και τις ροδακινιές, να επισκέπτεται τη φάρμα της γιαγιάς του και μαζί να κάνουν κάθε λογής αγροτική εργασία. Ηταν όμως κι ένα κορίτσι που από παιδί αναρωτιόταν. Για τον Θεό, για την ύπαρξή της, για το νόημα της ίδιας της ζωής. Όπως υπογραμμίζει, είχε πολλούς δασκάλους στη ζωή της: τους γονείς, τις αδελφές της, τους ανθρώπους που συναναστράφηκε στα 23 χρόνια της καριέρας της ως μοντέλο. Όμως ο μεγαλύτερος δάσκαλος και θεραπευτής της ομολογεί ότι είναι η φύση. Στην πραγματικότητα η Ζιζέλ επιστρέφει σε εκείνο το κορίτσι που μεγάλωσε απότομα, σχεδόν βίαια, και ξαναπιάνει το νήμα από τις τότε αφηγήσεις στο εφηβικό ημερολόγιό της. Αυτό άλλωστε τη συμβούλευε πάντα να κάνει ο πατέρας της. Να καταγράφει με χαρτί και μολύβι οτιδήποτε την απασχολούσε. Και αυτό ως διά μαγείας επιλυόταν. 

Η ζωή της Ζιζέλ είναι μαγική. Η ζωή για τη Ζιζέλ είναι κάτι μαγικό. Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. «Βρισκόμουν σε έναν φαύλο κύκλο. Ήμουν 23 ετών, επιτυχημένη σε ό,τι έκανα και δούλευα 350 ημέρες τον χρόνο. Η ζωή μου εκτυλισσόταν μέσα σε αεροπλάνα, διαφορετικές πόλεις και στούντιο σε όλο τον κόσμο. [...] Η μέρα μου ξεκινούσε με ένα Frapuccino Mocha μαζί με το πρώτο πακέτο τσιγάρων της μέρας. Όσο για το φαγητό, ούτε που σκεφτόμουν τι έβαζα μέσα στο σώμα μου. [...] Οταν επέστρεφα σπίτι αργά το βράδυ έπινα κατευθείαν ένα ποτήρι κρασί. Ένιωθα τόσο τσιτωμένη από τους καφέδες και τη νικοτίνη και χρειαζόμουν κάτι να με χαλαρώσει. Τι πιο φυσικό από το να κατεβάσω το υπόλοιπο μπουκάλι κρασί καθώς διάβαζα κάποιο βιβλίο ή μιλώντας στο τηλέφωνο; Ήμουν εργασιομανής. [...] Βασιζόμουν σε διεγερτικά και κατασταλτικά για να ζω: Καφέδες για να πάρω μπρος το πρωί. Τσιγάρα για να ορίζω τα εξαντλητικά ωράρια και να έχω μερικές στιγμές στη δουλειά όπου δεν ακουμπούσε κανείς από τους στιλίστες, τους κομμωτές, τους μακιγέρ το σώμα μου. Μπριζόλες, burgers, τηγανητές πατάτες, μακαρόνια, πίτσες και γλυκά για να διατηρήσω την ενέργειά μου. Κόκκινο κρασί για να ηρεμήσω και να κοιμηθώ». Έτσι περιγράφει την καθημερινότητά της στα χρόνια που εκκολαπτόταν για να γίνει το επόμενο σούπερ μόντελ. 

Λέει ότι δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να σκοτώνει τον εαυτό της, ο οποίος ξεκίνησε να αντιδρά. «Το 2003 (σ.σ.: εκείνη την περίοδο ήταν ζευγάρι με τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο) ήρθαν οι κρίσεις πανικού, οι οποίες κράτησαν για περίπου εννέα μήνες. Ξεκίνησαν σε ένα εξαθέσιο αεροπλάνο σε μια πτήση για την Κόστα Ρίκα. Ο καιρός ήταν άστατος. Μόλις απογειωθήκαμε το αεροπλάνο ξεκίνησε να τρέμει και να ταλαντεύεται σαν φύλλο στον άνεμο. "Θα πεθάνεις", είπα στον εαυτό μου. Ξαφνικά ένιωθα ότι δεν είχα κανέναν έλεγχο. Τότε ήρθε ο φόβος ότι μπορεί να παγιδευτώ σε ένα μικροσκοπικό χώρο, με πλημμύρισε η ιδέα ότι τίποτα στον κόσμο δεν ήταν σταθερό και μόνιμο». 


Το μόνο που συνέχισε να είναι σταθερό στη ζωή της ήταν η επιδείνωση των κρίσεων πανικού. «Βγήκα στο μπαλκόνι του διαμερίσματός μου στη Νέα Υόρκη. Έβλεπα το ποτάμι και τα φώτα της πόλης, είχα όσο αέρα χρειαζόμουν, αλλά δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Ένιωθα ότι τα πάντα στη ζωή μου με σκότωναν. Πρώτα ήταν τα αεροπλάνα, μετά τα ασανσέρ. Και μετά τα τούνελ και τα δωμάτια των ξενοδοχείων και τα στούντιο φωτογραφήσεων και τα αυτοκίνητα. Τώρα ήταν το δικό μου διαμέρισμα. Ολα ήταν ένα κλουβί κι εγώ ήμουν ένα παγιδευμένο θηρίο. Δεν έβλεπα διέξοδο. Δεν μπορούσα να αντέξω ούτε άλλη μία μέρα που θα ένιωθα το ίδιο πράγμα. Τότε μου πέρασε η ιδέα ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να πηδήξω από το μπαλκόνι. Θα τελείωναν όλα. Ήταν μια λύση». Δεν το έκανε. Προσέτρεξε σε ειδικούς, δοκίμασε φαρμακευτική αγωγή, όμως το άγχος δεν υποχωρούσε. Τότε, λέει, ανακάλυψε την πραγματική ηρεμία στη yoga και τον διαλογισμό. Και δεν την εγκατέλειψε ποτέ ξανά...