17 Σεπτεμβρίου 2020

Τι θέλει να πει ο ποιητής; | Βγάλτε, επιτέλους, τον σκασμό!

Τελικά, αναρωτιέμαι, μήπως η απάντηση στο φιλοσοφικό-με-μεταφυσική-προσέγγιση ερώτημα «τι θέλει να πει ο ποιητής και το σύμπαν με την πανδημία;» είναι «κάντε επιτέλους ησυχία».
Τελικά, αναρωτιέμαι, μήπως η απάντηση στο φιλοσοφικό-με-μεταφυσική-προσέγγιση ερώτημα «τι θέλει να πει ο ποιητής και το σύμπαν με την πανδημία;» είναι «κάντε επιτέλους ησυχία».

Αν όχι ο κυριότερος, ένας από τους κύριους λόγους που μου αρέσει το σκι στο βουνό είναι η ησυχία. Και αυτή η αίσθηση γαλήνης που σου δίνει η γνώση ότι βρίσκεσαι απέναντι σε κάτι πολύ πιο δυνατό από εσένα αλλά που, αν το σεβαστείς, οι πιθανότητες είναι ότι δεν θα σε προδώσει. Το βουνό είναι ξεκάθαρο – δείχνει την δύναμή του από την αρχή και έτσι ξέρεις με τι έχεις να κάνεις και πώς να συμπεριφερθείς: κουκουλώνεσαι με τα απαραίτητα, δεν κάνεις βλακείες και κρατάς το μέτρο.

Πέρα από την ησυχία του βουνού καθαυτή, εκ των πραγμάτων – ακόμη και αν είσαι με παρέα, πράγμα που ενδείκνυται για λόγους ασφαλείας – οι πολλές κουβέντες στο σκι δεν παίζουν. Δεν πιάνεις ψιλή κουβεντούλα, ούτε ανοίγεις φιλοσοφική συζήτηση. Κατά βάση είσαι εσύ και ο εαυτός σου, επικοινωνείς λεκτικά  μόνο για τα πρακτικά απαραίτητα και ίσως φευγαλέα για συναισθήματα – πολλές φορές και με νοήματα.  Έτσι κι αλλιώς, φορώντας σκουφιά, κράνη, γυαλιά, προστατευτικά για τα αυτιά και ό,τι άλλο, και μέσα στο κρύο, οι πολλές κουβέντες δεν έχουν νόημα. Αλλά αυτή είναι και η απέραντη ομορφιά αυτής της υπόθεσης – εσύ και το βουνό και ησυχία.

Τα παραπάνω μου ήρθαν στο μυαλό τον τελευταίο καιρό, παρατηρώντας γύρω μου τους ανθρώπους με τις μάσκες, αλλά και την δική μου αίσθηση φορώντας μάσκα. Εκ των πραγμάτων με τις μάσκες δύσκολα επικοινωνούμε, με αποτέλεσμα λίγο-πολύ να κάνουμε ησυχία.

Σε ένα εξαιρετικό κείμενο της για την πανδημία, η βραβευμένη με Νόμπελ Λογοτεχνίας Όλγκα Τοκάρτσουκ γράφει: «…είχα την αίσθηση από πάντα σχεδόν ότι ο κόσμος είναι υπερβολικά πολύς, υπερβολικά γρήγορος, υπερβολικά έντονος, υπερβολικά θορυβώδης…». Ήταν. Και μετά ήρθε ο κορωνοΐός και  η πανδημία και τα lock-down και τώρα οι υποχρεωτικές μάσκες.

Τελικά, αναρωτιέμαι, μήπως η απάντηση στο φιλοσοφικό-με-μεταφυσική-προσέγγιση ερώτημα «τι θέλει να πει ο ποιητής και το σύμπαν με την πανδημία;» είναι «κάντε επιτέλους ησυχία». Και επειδή η εισήγηση δεν πέτυχε απόλυτα την άνοιξη που πέρασε, ή εμείς δεν καταλάβαμε ό,τι ήταν να καταλάβουμε, και με την πρώτη ευκαιρία ξεχυθήκαμε πάλι στην παλιά φασαριόζικη ζωή μας (τουλάχιστον κάποιοι προφανώς το έκαναν, ονομάζοντάς το «κανονικότητα»), τώρα το επαναλαμβάνει σε λίγο πιο έντονο τόνο, με δεύτερο κύμα, την υποχρεωτική χρήση μάσκας και ποιός ξέρει τι άλλο: «θα βγάλετε, επιτέλους τον σκασμό;».

Κάτι θα είναι να ακούσουμε κάνοντας ησυχία, κάτι να καταλάβουμε. Κάτι θέλει να μας πει ο ποιητής, σε όλους συνολικά ή/και στο καθένα/καθεμία από εμάς χωριστά. Και χωρίς ησυχία, δεν ακούμε.

Όμως σήμερα, η περισσότερη φασαρία γίνεται διαδικτυακά – σε έναν τεράστιο, άυλο, θορυβώδες κουβάρι επικοινωνίας έγκυρων ή μη πληροφοριών, το-μακρύ-και-το-κοντό του καθενός, απόψεων, σοφίας, αμπελοφιλοσοφίας, εικονικής πραγματικότητας, υπερτροφικών εγώ, ποίησης, ηλιθιότητας, όλα μπερδεμένα.

Συνεπώς, δεν θέλω καν να σκεφτώ τι θα συμβεί αν πάλι δεν ησυχάσουμε - τι επιπλέον τρόπο θα βρει ο ποιητής ώστε να το εμπεδώσουμε μια και καλή, να κόψουμε την υπερβολική φασαρία και ανούσια υπερπληροφόρηση, λίγο-πολύ να το βουλώσουμε ώστε να ακούσουμε και τελικά να βρούμε το μέτρο. Μπορώ μόνο να υποθέσω ότι η συνέχεια του έργου δεν θα είναι απαραίτητα βιολογικής υφής, αλλά ίσως παιχτεί σε άλλα επίπεδα και στις ήδη υπερφορτωμένες οθόνες μας, ανατρέποντας πάλι συνήθειες, καθημερινότητες και επικοινωνιακές «κανονικότητες». Αλλά θα είναι πάλι πολύ πραγματική, ίσως και περισσότερο.

Άλλωστε το σύμπαν διαθέτει πολύ και περίεργο χιούμορ, επιπλέον δεν του αρέσουν οι εξάρσεις και έχει την τάση να φέρνει τα πράγματα στα ίσια τους – συνήθως με άβολους και απρόβλεπτους τρόπους – από εκεί που δεν το περιμένεις. Αλλά έμμεσα κάποια σημάδια δίνει, αρκεί να τα πιάσουμε.