28 Δεκεμβρίου 2021

Εκκλησία και πανδημία: Μια λυπηρή, τελικά, πορεία απαξίωσης

Μοιάζει η Εκκλησία τελικά σαν να μπήκε σε ένα άστοχο αγώνα πυγμαχίας με την πολιτεία, και όλη την υπόλοιπη κοινωνία, εκτός από τον σχετικά στενό κύκλο φανατικών πιστών της.
Μοιάζει η Εκκλησία τελικά σαν να μπήκε σε ένα άστοχο αγώνα πυγμαχίας με την πολιτεία, και όλη την υπόλοιπη κοινωνία, εκτός από τον σχετικά στενό κύκλο φανατικών πιστών της.

Η πανδημία Covid-19 ήρθε ορμητική στις ζωές μας, και συνολικά δοκίμασε τις αντοχές όλων των κατοίκων του πλανήτη σε πολλά επίπεδα.

Από τους περιορισμούς στην κοινωνικοποίηση των πρώτων μηνών, που πίεσαν εκτός των άλλων, τους ψυχικά ευάλωτους υπερβολικά, τα παιδιά με την αποχή από τα σχολεία, την οικονομία που χρειάστηκε γερές ενέσεις ρευστότητας για να παραμείνουν οριακά λειτουργικές, εώς το πλήθος ανθρώπων που νόσησαν, και χρειάζονται όλο και πιο πολύ χρόνο να αναρρώσουν, μέχρι τις οικογένειες που πενθούν χαμένους πρόωρα.

Κάθε πολίτης του κόσμου, και μαζί κάθε οργανισμός και σχηματισμός, αναγκαστικά χρειάστηκε να αντιδράσει σε αλλαγές στις νόρμες, την καθημερινότητα, και τις λειτουργίες που είχε συνηθίσει. Με κάποιο τρόπο να αποκτήσει μια συνολική στάση απέναντι στα θέματα της πανδημίας, και μαζί να επικοινωνήσει τον σεβασμό ή την έλλειψη σεβασμού στα πολλαπλά διακυβεύματα της απαιτητικής συγκυρίας.

Οι ανά τον κόσμο εκκλησίες δεν θα μπορούσε να είναι εξαιρέσεις, σε κάτι καταιγιστικό, και κάτι που δεν σταμάτησε τα τελευταία δύο χρόνια να απασχολεί τους πάντες.

Στο πλαίσιο αυτό η Ελλαδική Εκκλησία, η «επίσημη» θρησκεία των Ελλήνων, η Ελληνική ορθοδοξία, όπως εκφράζεται καθημερινά από τις τοπικές ενορίες, τις μητροπόλεις, την Ιερά Σύνοδο, και τον Αρχιεπίσκοπο, από νωρίς κλήθηκε να απαντήσει με θάρρος, με σοφία, ή με απουσία θάρρους και σοφίας, με εξυπνάδα, με ενσυναίσθηση, με ευελιξία, στην παρούσα πρόκληση.

Ήδη από νωρίς, από την εποχή του πρώτου λοκντάουν, μια εποχή που περιορίστηκε ο συγχρωτισμός, και η ταυτόχρονη παρουσία πολλών ανθρώπων σε έναν κλειστό χώρο, και όσο άρχισε να φτάνει η εποχή του Πάσχα του 2019, ανέκυψε το ερώτημα τι πρέπει να γίνει με τους ναούς, με τους εορτασμούς, με τον Επιτάφιο και την Ανάσταση.

Τα πρώτα δείγματα της επίσημης Εκκλησίας, κατά την γνώμη μας, δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντικά. Την επιθυμία της Πολιτείας για περιορισμό στην βλάβη της δημόσιας υγείας μέσω της αναβολής θρησκευτικών εορτασμών, η επίσημη Εκκλησία έδειξε ναι μεν να την δέχεται, αλλά με μια δυσθυμία που απλά δεν έδειχνε να προωθεί στους ίδιους τους πιστούς την ιδέα ότι ένας φονικός ιός απειλεί όλους, και ήρθε η ώρα να παραμερίσουμε το τυπικό, και ήσσον, για να διαφυλάξουμε το μείζον, την ανθρώπινη ζωή και υγεία.

Περίπου εκείνη την εποχή, και ως σύμπτωμα όλης αυτής της δυσθυμίας, άρχισαν να ανακύπτουν από κατώτατους και μέσους κύκλους της Ορθοδοξίας πλήθος αιτιάσεων, που απλά καθιστούσαν σαφές ότι κληρικοί, φανατικοί πιστοί, ακραίες φωνές στις Μητροπόλεις, δείχνουν να έχουν παρεξηγήσει αρκετά έντονα τα φαινόμενα και τις αναγκαιότητες, και να έχουν μετατρέψει ένα ξεκάθαρο υγειονομικό ζήτημα σε  ζήτημα αμφισβήτησης της πίστης, της προστασίας του Θεού έναντι σε μολυσματικές ασθένειες.

Από το ζήτημα εάν η θεία κοινωνία, δηλαδή η πόση ενός υγρού από ένα κουτάλι, που πριν έχει αγγίξει το στόμα κάποιου άλλου, μπορεί να μεταδώσει έναν ιό, μέχρι το ζήτημα εάν ένας συγχρωτισμός ενώπιον Θεού μπορεί να είναι διαφορετικός από την παρουσία σε μια συναυλία επιδημιολογικά, φτάσαμε να ακούμε για όλο και πιο πολλούς πιστούς και ιερείς που μολυνόταν, νοσούσαν, και πολλές φορές κατέληγαν, από την ίδια την παρουσία τους στους ναούς τελικά.

Η ενθάρρυνση και η πνευματική εναντίωση έδειχνε εδραιωμένη στους κύκλους γύρω από την Εκκλησία, φωτογραφίες με ιερείς που χρησιμοποιούσαν σε συνωστισμούς μάσκα ήταν πραγματικά σπάνιες, και οι επίσημες εκφρασμένες θέσεις που στην πορεία της πανδημίας επιδοκίμασαν τον εμβολιασμό, μοιάζουν να ήταν ανεπαρκείς λύσεις σε ένα φαινόμενο που απλά είχε τελικά δείχνει να ξεφεύγει, και να καθιστά την Εκκλησία, και τους πιστούς σε ένα αρκετά ισχυρό παράγοντα που οδήγησε την πανδημία με πολλούς τρόπους.

Μοιάζει η Εκκλησία τελικά σαν να μπήκε σε ένα άστοχο αγώνα πυγμαχίας με την πολιτεία, και όλη την υπόλοιπη κοινωνία, εκτός από τον σχετικά στενό κύκλο φανατικών πιστών, που θα επιβεβαίωνε το κύρος, την ισχύ της, την πνευματική και πολιτική της δύναμης, την ανωτερότητα της πνευματικότητας απέναντι στο πρόσκαιρο και κοσμικό, που όμως απλά κατέληξε να την απαξιώνει και την αποδυναμώνει, να της στερεί κύρος, την ίδια ακριβώς ώρα που αισθάνεται ότι κινείται προς την ενδυνάμωση της.

Περιστατικά όπως η πρόσφατη σφοδρή κόντρα με τον Ηλία Μόσιαλο, που έδειξε να καταδεικνύει από την μεριά της Εκκλησίας μειωμένη ανεκτικότητα, και κανένα ίχνος αυτοκριτικής, καμία συνειδητοποίηση μιας πορείας που ξέφυγε σε λάθος περιοχές, φαίνονται να υπενθυμίζουν την συνολική αστοχία και την απώλεια της ευκαιρίας του σοβαρού πνευματικού φορέα να ηγηθεί σε δύσκολους καιρούς για την κοινωνία. 

Ήταν μια επιβεβαίωση μια συνολικής πορείας απαξίωσης του κύρους της Εκκλησίας, που μόνο λυπηρή μπορεί να είναι.