Ιστορία Γάμου | Η ταινία με τις Οσκαρικές ερμηνείες που μιλά στην καρδιά των ζευγαριών – πρώην & νυν
Η ταινία που όχι μόνο θα αφήσει το σημάδι της στην ιστορία του κινηματογράφου -όπως το Κράμερ εναντίον Κράμερ, 40 χρόνια πριν- αλλά θα αναδείξει κι έναν εξαιρετικό ηθοποιό, τον Άνταμ Ντράιβερ..-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Ο γάμος θεωρείται το αποκορύφωμα της αγάπης που υπάρχει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Είναι μια αμοιβαία απόφαση που παίρνει ένα ζευγάρι όταν αισθανθεί πως είναι έτοιμο να ξεκινήσει το επόμενο κεφάλαιο της ζωής του. Τί γίνεται όμως όταν αυτή η συμφωνία μεταξύ τους ακυρώνεται; Τί συμβαίνει όταν τελειώνει η αγάπη αλλά υπάρχει ένα παιδί αποτέλεσμα μιας αγάπης που έληξε; Υποβάλλεις αίτηση διαζυγίου και τί γίνεται μετά από αυτό; Οι δρόμοι τους χωρίζουν ή μήπως όχι τελικά;
“Ιστορία γάμου”. Ένας ευρηματικός, οικείος τίτλος που μπορεί να ταιριάξει σε κάθε ζευγάρι που αποφάσισε να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του μαζί- έστω κι αν ο χρόνος τους διέψευσε.
Κάθε ιστορία ενός γάμου είναι διαφορετική, όπως αυτή που περιγράφει ο σκηνοθέτης της, Νόα Μπάουμπακ. Ωστόσο, κάθε γάμος που τελειώνει και τυπικά, με το διαζύγιο,- γιατί δεν είναι λίγοι εκείνοι οι γάμοι που έχουν τελματώσει, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν φαινομενικά- έχει κοινά στοιχεία.
Ο Νόα Μπάουμπακ, επηρρεασμένος από το διαζύγιο των γονιών του, μέσα από την ταινία του “Δεσμοί Διαζυγίου” (Τhe Squid and the Whale) το 2005, – προτεινόμενη για Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου- ασχολήθηκε με το διαζύγιο.
Στη νέα του ταινία, λέγεται ότι συνεχίζει να βασίζεται στη συνήθειά του να εμπνέεται από προσωπικές του εμπειρίες. Πήρε συνεντεύξεις και μαρτυρίες τόσο από φίλους όσο και γνωστούς του, από δικηγόρους και συμβούλους με σκοπό να εμβαθύνει όσο το δυνατόν καλύτερα σε αυτό το περίπλοκο θέμα. Θεωρείται μάλιστα πιθανό πως περιγράφει στην “Ιστορία γάμου” γεγονότα από τη διάλυση του δικού του γάμου με την Τζένιφερ Τζέισον Λι.
Η επιλογή των πρωταγωνιστών του -Σκάρλετ Γιόχανσον και Άνταμ Ντράιβερ- θα έλεγα ότι είναι ευρηματική, τόσο για τον μοναδικό τρόπο που ερμηνεύουν τους ιδιαίτερα απαιτητικούς ρόλους τους, όσο και για τη χημεία που έχουν μεταξύ τους. 
Η Νικόλ (Σκάρλετ Τζοχάνσον), είναι μια νέα ηθοποιός, η οποία έχει μεγαλώσει στο Λος ‘Αντζελες. Ερωτεύεται σφόδρα τον αυτοδημιούργητο, χαρισματικό σκηνοθέτη του θεάτρου, Τσάρλι (Άνταμ Ντράιβερ). Παντρεύονται και οδηγούνται στη Νέα Υόρκη, όπου τη βοηθάει να φτιάξει εκεί ένα σοβαρό όνομα στο χώρο της υποκριτικής τέχνης. Η ταινία ξεκινά με διάφορα flashbacks από όμορφες στιγμές του ζευγαριού, μαζί με τον γιο τους. Σκηνές αμοιβαίου θαυμασμού κι αγάπης που δεν προμηνύουν την εξέλιξη που θα ακολουθήσει. Κι ενώ όλα δείχνουν πως βαίνουν υπέροχα, βλέπουμε την πρωταγωνίστρια να ζητά διαζύγιο, με φιλικό τρόπο αρχικά κι επιθετικά στην πορεία, μέσω της διάσημης, εξαιρετικά ικανής δικηγόρου της (την υποδύεται η Λόρα Ντερν).
Το ερώτημα που έθεσε κάποτε ο Αλκιβιάδης στο Σωκράτη: “Να παντρευτεί κανείς ή να μην παντρευτεί;” ίσως στριφογυρίσει στο μυαλό εκείνων που δεν έχουν ακόμα τολμήσει να κάνουν αυτό το μεγάλο βήμα στη ζωή τους – το γάμο. Αν αναλογιστεί κανείς ότι σύμφωνα με στατιστικές, τα διαζύγια όλο και πληθαίνουν, αλλά οι άνθρωποι δεν έπαψαν ποτέ να αναζητούν τον ιδανικό σύντροφο για εκείνους, τότε θα δικαιώσει την απάντηση του Σωκράτη: “Eίτε το ένα κάνεις, είτε το άλλο, θα μετανιώσεις”.
Όποιοι έχουν παντρευτεί, αντιμετωπίζουν δυσκολίες και βρίσκονται στο δίλημμα να συνεχίσουν μαζί ή να χωρίσουν, γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο χωρισμός δεν είναι εύκολη απόφαση. Κυρίως, όταν πρέπει να διαχειριστούν την ευαίσθητη ψυχολογία των παιδιών.
Εκείνοι, δε, που έχουν οδηγηθεί στο διαζύγιο, γνωρίζουν πολύ καλά τα στάδια των συναισθημάτων που βιώνουν δυο άνθρωποι, οι οποίοι έγιναν από εραστές, σύζυγοι και στο τέλος αντίδικοι.
Η προσωπική μου εμπειρία, με βοήθησε δίχως αμφιβολία, να κατανοήσω την εν λόγω ταινία καλύτερα, να μπορέσω να κρίνω τί ήταν αληθοφανές, όπως και τί έλειπε…
Η “Iστορία γάμου” ξεκινά με την Νικόλ και τον Τσάρλι να περιγράφουν ο ένας τον άλλο με τον πιο γλυκό τρόπο. Μιλούν για τις προσωπικότητες τους, τις ιδιοτροπίες τους, την επαγγελματική τους ακεραιότητα, την αγάπη τους για το παιδί τους και πολλά άλλα ακόμα. Αν έχετε δει το τρέιλερ και διαβάσετε την περιγραφή της ταινίας εκ των προτέρων – όπως έκανα εγώ- πιθανότατα θα σκεφτείτε, πώς αυτή η ταινία αναφέρεται σε ένα διαζύγιο;
Αυτούς τους επαίνους, ο σκηνοθέτης ίσως θέλησε να τους χρησιμοποιήσει ώστε να φανεί η προσπάθεια του οικογενειακού συμβούλου να ενώσει το ζευγάρι και να αποτραπεί το διαζύγιο. Ή ακόμα να τους βοηθήσει στον ομαλό χωρισμό και τη μετάβαση στις νέες συνθήκες της ζωής τους.
Πρόκειται για ένα πραγματικά γλυκό στοιχείο που υπάρχει στην ταινία, το οποίο όμως, καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τους ουσιαστικούς λόγους που η Νικόλ και ο Τσάρλι χώρισαν.
Μετά από μια συμβίωση και τον ερχομό ενός παιδιού, οι εντάσεις είναι αναπόφεκτες στις περισσότερες περιπτώσεις. Όταν έχεις να διαχειριστείς νέα δεδομένα, μπορεί κάπου να νιώσεις τη δυσκολία της προσαρμογής στην αλλαγή. “Σε κατακτούν με την προσοχή τους, μετά γίνεσαι μαμά και τους απωθείς”, “Έτρεφα τη δική του ζωή…”, “Έπαψα να ανήκω στον εαυτό μου”, “Ήμουν αόρατη. Δεν με έβλεπε σαν κάτι ξεχωριστό από τον εαυτό του.” είναι κάποια από τα παράπονα της Νικόλ. Νιώθει εξαφανισμένη και στην σκιά του συζύγου της, αδικώντας τον – θα έλεγα- καθώς εκείνος της έδωσε την ευκαιρία να αναδειχθεί επαγγελματικά. Όταν δε, πήρε υποτροφία, της είπε:”Aνήκει και σε σένα. Μαζί την πήραμε.” δείχνοντας έτσι ότι την υπολογίζει και μοιράζεται μαζί της τον δικό του θρίαμβο.
Κι ενώ εκείνη θέλει να αλλάξει τη ζωή της και να “γίνει κάτι ξεχωριστό”, περνά έντονη θλίψη η οποία είναι εμφανής σε αρκετές στιγμές της ταινίας. Όπως όταν ξαπλώνουν με το παιδί τους για το καθιερωμένο παραμύθι και τα μάτια της δεν μπορούν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους. Πενθεί για μια αγάπη που έληξε; Μήπως όμως έχει λόγους να αποτρέψει το τέλος; Εκείνος τί θέλει; Σε καμία περίπτωση δεν έχει στο μυαλό του το διαζύγιο. Ακόμα και όταν η ψυχική και σωματική απομάκρυνση μεταξύ τους τον οδήγησε σε απιστία. Κι εκείνη δεν του το συγχωρεί. ‘Η μήπως αυτό τη διευκόλυνε να πραγματοποιήσει την απόφαση που στριφογύριζε εδώ και καιρό στο μυαλό της;
Ο Μπάουμπακ δεν επικεντρώνεται αρκετά στο συναισθηματικό κόσμο των δύο συζύγων. Δεν δίνει ουσιαστικές απαντήσεις στο τί πραγματικά συνέβει ανάμεσά τους και οδηγήθηκαν στο χωρισμό. Κατά τη γνώμη μου, αφήνει κενά ανάμεσα στην όμορφη περίοδο μεταξύ τους και στην προβληματική. Υπάρχουν παράπονα, αναζήτηση για αλλαγή, αλλά αυτά νομίζω ότι δεν είναι αρκετά για να ανατιναχθεί ξαφνικά ένας γάμο. Κυρίως, όταν στα μάτια των δύο αυτών ανθρώπων, ακόμα βλέπεις το νοιάξιμο του ενός για τον άλλον και τη θλίψη για το τέλος που ήρθε.
Ο σκηνοθέτης επιλέγει να επικεντρωθεί στη μάχη που δίνουν οι πρώην σύζυγοι στις δικαστικές αίθουσες, ως αντίδικοι πια. Τονίζει το τραγικό της υπόθεσης που μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια μιας ολόκληρης περιουσίας προκειμένου να υπερισχύσει ένας από τους δύο. Γιατί, άραγε να δυσκολεύονται τόσο πολύ να συνεννοηθούν δυο άνθρωποι για τόσο απλά θέματα; Εφόσων και οι δύο αγαπούν το παιδί τους, γιατί δεν συμφωνούν σε μια διατροφή που θα είναι υπέρ του; Ποιος ο λόγος να ξοδεύονται τόσα χρήματα σε δικηγόρους οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις εκμεταλλεύονται την αδυναμία των πελατών τους;
Μπορεί αυτή η ταινία να μου άφησε αναπάντητα ερωτήματα σε κάποια σημεία που αφορούν στο κομμάτι του συναισθήματος, ωστόσο, την ξεχωρίζω για την άψογη ερμηνεία των πρωταγωνιστών του.
Η Γιόχανσον με τη γλώσσα του σώματός της, τις εκφράσεις της, τα φωνητικά της ερεθίσματα γίνεται ιδιαίτερα εύστοχη. Λες και έχει ζήσει τη ζωή της Νικόλ. Δεν διστάζει να τσαλακώσει την εικόνα της προκειμένου να φανεί το υποκριτικό της ταλέντο.

Όσο για τον Άνταμ Ντράιβερ που δικαιωματικά θα του άξιζε το επόμενο Όσκαρ, τί να πω. Υποδύεται το ρόλο του τόσο φυσικά, σαν να παρατηρούμε τη δική του ζωή μέσα από την κλειδαρότρυπα. Σε κάθε σκηνή ξεδιπλώνεται το ταλέντο του. Αβίαστα, δίχως να προσπαθεί. ΄Η τουλάχιστον έτσι δείχνει. Σαν να έχει γραφτεί ο ρόλος για εκείνον. Σαν να τον έζησε πριν ακόμα γραφτεί. Αποκορύφωμα η σκηνή όπου ο ήρεμος Τσάρλι, ξεσπάει μπροστά στη Νικόλ. Η όλη πίκρα που συγκρατούσε μέσα του για την απόφασή της να χωρίσουν, σαν χείμαρρος τον παρασέρνει σε λόγια που την ίδια στιγμή που τα λέει, τα μετανιώνει. “Πάει η καλή εποχή σου. Είσαι ηθοποιός του σωρού…” όπως και: “Κάθε μέρα ξυπνάω κι εύχομαι να είσαι νεκρή” λέει κλαίγοντας και πέφτει γονατιστός στα πόδια της για να τον συγχωρέσει. Κι εκείνη λυγίζει, τον αγκαλιάζει – δείγμα ότι ακόμα υπάρχει μεταξύ τους μια σπίθα συναισθήματος και επικοινωνίας. 
Η σκηνή που του κόβει τα μαλλιά – παλιά συνήθεια, κι ας έχουν πια χωρίσει- ή του δένει τα κορδόνια για να μην πέσει, ενώ κρατά το παιδί τους στην αγκαλιά τους, ήταν από τις σκηνές που με άγγιξαν βαθιά. Κι ας ήταν απλές, ήταν όμως τόσο ουσιαστικές. 
Ένα διαζύγιο με παιδί ή παιδιά, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Κάποιες από τις δυσάρεστες στιγμές, του παρουσιάζονται στην “Ιστορία γάμου”. Όπως το παιδί που πρέπει να αποχωριστεί τον έναν γονιό για να πάει στον άλλον. Το πιο άχαρο κομμάτι της υπόθεσης. Σαν μήνυμα, όμως αυτής της ταινίας, προτιμώ να μην δω αποστασιοποιημένα τα προβλήματα ενός διαζυγίου, αλλά το ότι είναι στο χέρι των δύο γονέων να διαχειριστούν τις όποιες διαφορές τους με τέτοιον τρόπο που να συμφέρει το παιδί τους. Δεν θα έπρεπε να είναι αντίδικοι, αλλά συνεργάτες- αφού δεν μπορούν να είναι πια σύντροφοι. Η Νικόλ και ο Τσάρλι, όπως φαίνεται πήραν το μάθημά τους. Μακάρι και όλοι όσοι θα βρεθούν στη θέση τους.


Είναι πολύ πιθανόν ότι τόσο το σενάριο όσο και η σκηνοθεσία και οι δυο πρωταγωνιστές να προταθούν για Όσκαρ. Ωστόσο έμεινα τελικά με την εντύπωση πως κάτι έλειπε για να πεις ότι αυτή η ταινία είναι ένα αριστούργημα ή ότι είναι ολοκληρωμένη. Πολλές φορές είχα την αίσθηση πως πρόκειται μάλλον για ένα πρώτο δοκίμιο σεναρίου και όχι για την τελική μορφή του. Πέρα από το ότι έλειπε η μετάβαση από μια αρχικά ευτυχή σχέση, σε μία σχέση που ναυάγησε πράγμα που σε κάνει συχνά να λες «γιατί χώρισαν αυτοί οι δύο», από τη στιγμή που μπλέκονται οι δικηγόροι, νομίζεις πως το θέμα της ταινίας δεν είναι το δράμα και τα προβλήματα δυο ανθρώπων που χωρίζουν, αλλά το πόσο κακό κάνει συχνά η δικηγορική και ψυχρή ματιά σ’ έναν χωρισμό.
Εκείνο που ξεχωρίζει, όπως είπαμε και πάρα πάνω είναι ο Άνταμ Ντράιβερ για τον οποίο αυτή η ταινία αποδεικνύεται το κατάλληλο όχημα για να το οδηγήσει ψηλά. Σε λίγο αν και αυτό έχει ήδη αρχίσει, θα τον δείτε σε πάρα πολλά εξώφυλλα. Δεν είναι ακριβώς όμορφος, αλλά είναι πολύ γοητευτικός και έχει αυτό το κάτι που μετατρέπει ένα ηθοποιό σε σταρ.