14 Φεβρουαρίου 2020

Κώστας Βάρναλης | Άιντε θύμα, άιντε ψώνιο, άιντε σύμβολο αιώνιο αν ξυπνήσεις μονομιάς θα `ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου του 1884.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου του 1884.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Κώστας Βάρναλης...Έλληνας λογοτέχνης, ποιητής και δημοσιογράφος με θαυμαστό ποιητικό και συγγραφικό έργο. Δεν χαρακτηρίστηκε τυχαία  ως ένας από τους κορυφαίους ποιητές και πεζογράφους όλων των εποχών. Το 1959 τιμήθηκε στην Ε.Σ.Σ.Δ με το διεθνές βραβείο γραμμάτων και τεχνών «Λένιν». 

Ένα από τα πιο γνωστά ποιήματά του είναι Το φως που καίει, το οποίο έγραψε το καλοκαίρι του 1921 στην Αίγινα και εξέδωσε ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο, Δήμος Τανάλιας

Οι μοιραίοι

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισιές
(απάνω στρίγκλιζε η λατέρνα)
όλ’ η παρέα πίναμ’ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ’ άσωτ’ ουρανού!
Ω! της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό
τ’ άλλου κοντόημερ’ η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Μάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

– Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
– Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
– Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
– Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Κανένα στόμα
δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα.

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα,
όπου μας εύρει, μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

Ο Βάρναλης ήταν αριστερός και αρκετές φορές είχε "χρωματίσει" τα ποιήματά του με την ιδεολογία του. Τιμωρήθηκε για τα αριστερά του φρονήματα με το να τον εξορίσουν στον Άη Στράτη, χάνοντας έτσι τη θέση του εκπαιδευτικού. Αυτό συνετέλεσε στο να ασχοληθεί  να ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία, την περίοδο της δικτατορίας του Πάγκαλου.... 

Τα λόγια του πολλά και ανατρεπτικά... Συγκέντρωσα κάποια από αυτά και σας τα παραθέτω:

Θεριά οι άνθρωποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν... Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν...

Άμπωνας, θρανίο και γκλομπ, θα δουλεύουν αδερφικά, να χωρίζουν τους πολίτες σε χορτάτους και σε κορόιδα και να ταιριάζουνε τα αταίριαστα με την αρμονία των τάξεων. 

 Αλλού αν γεννηθείς, αλλού κι αν πας, παντού θα σε χτυπούν, αν δε χτυπάς! 

 Κι αν είναι ο λάκκος σου πολύ βαθύς, χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς. 

Δειλοί μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα. 

Χτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνος μπρος, χρόνια μετά… Η ύπαρξή σου σε σκοτάδι όλο πηχτότερο βουτά. Τάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος; Αχ, πούσαι, νιότη, πούδειχνες πως θα γινόμουν άλλος! 

Εδώ ‘ναι η στάχτη ενός λαού, που είταν αιώνια φλόγα.

 Άιντε θύμα, άιντε ψώνιο, άιντε σύμβολο αιώνιο αν ξυπνήσεις μονομιάς θα `ρθει ανάποδα ο ντουνιάς. 

Φταίει το ζαβό το ριζικό μας! Φταίει ο Θεός που μας μισεί! Φταίει το κεφάλι το κακό μας! Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!

Σε θέλουν σκλάβα να χτυπάς, το κούτελο στο χώμα! Χασίσι αν θες μετά χαράς, αλλ’ όχι ελεφτεριά! 

Πάντα οι νικημένοι έχουνε τ’ άδικο. Και τ’ άβουλο πλήθος πάει ταχτικά με τους νικητές. Ως τώρα η ιστορία του Κόσμου είναι ιστορία των Νικητών.

 Δεν ξέρεις καημένε τη λαϊκή ψυχή. Οι λαοί πιστεύουν πιότερο τ’ αυτιά τους, παρά τα μάτια τους. Πιότερο το μύθο παρά τα γεγονότα. Πιότερο τη φαντασία τους από τη κρίση τους…

Αλίμονο στον αυτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και  στους νόμους των Κλεφτών. 

Αχ, πού ‘σαι νιότη που ‘δειχνες πως θα γινόμουν άλλος! 

Και πάλι στον αγώνα σκοτωμένοι, αλλ’ όχι νικημένοι Σκύλος γενού και δάγκανε, άμα θέλεις να ‘σαι κάτι. 

Να ιδώ τον κόσμο ανάποδα, τον αδελφό μου ξένο και τον οχτρό αδέλφι μου αδικοσκοτωμένο. 

Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο, Μη λες πως θάν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως, Πως θάναι το λυκόπουλο καλύτερο απ’ τον λύκο, Τότε μονάχα να χαρείς: αν θάναι ο τελευταίος.