16 Δεκεμβρίου 2018

Κώστας Βάρναλης | Δειλοί μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα...

Κώστας Βάρναλης | Οι μοιραίαι
Ένα ποίημα που δυστυχώς ακόμη και σήμερα ταιριάζει στην ελληνική πραγματικότητα που ζούμε. Ο Κ. Βάρναλης έφυγε από τη ζωή στις 16 Δεκεμβρίου του 1974.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Ένα ποίημα που δυστυχώς ακόμη και σήμερα ταιριάζει στην ελληνική πραγματικότητα που ζούμε. Ο Κ. Βάρναλης έφυγε από τη ζωή στις 16 Δεκεμβρίου του 1974.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

"Δειλοί μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα..." έγραψε πριν πολλά χρόνια, ο Κώστας Βάρναλης... Ο Έλληνας λογοτέχνης, ποιητής και δημοσιογράφος με θαυμαστό ποιητικό και συγγραφικό έργο. Δεν χαρακτηρίστηκε τυχαία  ως ένας από τους κορυφαίους ποιητές και πεζογράφους όλων των εποχών, ενώ το 1959 τιμήθηκε στην Ε.Σ.Σ.Δ με το διεθνές βραβείο γραμμάτων και τεχνών «Λένιν». 

Οι μοιραίοι, είναι ίσως το δημοφιλέστερο ποίημά του, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα κατορθώματα του νεοελληνικού λυρισμού. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Μαύρος Γάτος το 1922, τον ίδιο χρόνο που ο ποιητής με τη σύνθεσή του "Το φως που καίει", χάραξε τη νέα του πορεία: να υπηρετήσει με την τέχνη του την αριστερή ιδεολογία στην οποία είχε φανερά ενταχθεί.

Με αυτό το ποίημα ήθελε να  απεικονίσει με τα πιο παραστατικά χρώματα τη δυστυχία των απόκληρων της ζωής. Πώς να νιώσουν τη χαρά της και τα θεία δώρα που προσφέρει η φύση, όταν συνεχώς σκύβουν το κεφάλι στη φτώχεια, την απόγνωση και τα προβλήματα;

Σκόπιμα ο Βάρναλης παραθέτει εφιαλτικές εικόνες από τη μίζερη, θλιβερή ζωή τους, θέλοντας να τονίσει πως τα προβλήματα των «μοιραίων» που αναφέρει,  που μπορούν να λυγίσουν οποιονδήποτε άνθρωπο βρεθεί στη δική τους θέση. 

Οι «μοιραίοι» του ποιήματος είναι οι άνθρωποι δέχονται τα χτυπήματα της τραγικής ζωής τους, δίχως να αντιδρούν, ενώ στωικά αναζητούν ευθύνες στη μοίρα ή στο Θεό. Το μόνο που κάνουν είναι να αφήνονται στην πρόσκαιρη λησμονιά του αλκοόλ. Και το χειρότερο; Ρίχνουν την ευθύνη στον εαυτό τους, γιατί δεν έχουν τη δύναμη να διεκδικήσουν μια αλλαγή που θα έκανε τη ζωή τους καλύτερη. Αντιθέτως, μέρα με τη μέρα, βουλιάζουν κι αποδέχονται τα "χαστούκια" κάποιων "μεγάλων" που τους εξουσιάζουν...

Το θέμα είναι ότι ακόμη και σήμερα, δυστυχώς, αυτό το ποίημα ταιριάζει με την πραγματικότητα που ζούμε... Κι αναρωτιέμαι, ως πότε θα σκύβουμε το κεφάλι και θα είμαστε οι τραγικοί "μοιραίοι" που από κάπου θα περιμένουμε το "θαύμα", αντί να πάρουμε εμείς τη σκυτάλη και να υψώσουμε ανάστημα σε ό,τι ισοπεδώνει και προσβάλλει το λαό και τη χώρα μας;

Οι μοιραίοι

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισιές
(απάνω στρίγκλιζε η λατέρνα)
όλ’ η παρέα πίναμ’ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ’ άσωτ’ ουρανού!
Ω! της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό
τ’ άλλου κοντόημερ’ η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Μάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

– Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
– Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
– Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
– Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Κανένα στόμα
δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα.

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα,
όπου μας εύρει, μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!