16 Αυγούστου 2019

Μενέλαος Λουντέμης | Από τη στιγμή που αγαπηθήκαμε δεν είχαμε ανάγκη κανέναν.

Tα σπουδαιότερα αποφθέγματα & αποσπάσματα από έργα του κορυφαίου συγγραφέα που έλεγε: Αγαπώ θα πει εγώ αγαπώ… Το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Tα σπουδαιότερα αποφθέγματα & αποσπάσματα από έργα του κορυφαίου συγγραφέα που έλεγε: Αγαπώ θα πει εγώ αγαπώ… Το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Μενέλαος Λουντέμης. `Ενας από τους σπουδαιότερους και πολυγραφότερους `Ελληνες συγγραφείς που άφησε πίσω του σημαντική πνευματική κληρονομιά.

Ανήκει στους Έλληνες λογοτέχνες του μεσοπολέμου που στράφηκαν προς τον κοινωνικό ρεαλισμό. Το έργο του θεωρείται ιδιότυπο λόγω του "ερασιτεχνικού" τρόπου γραφής του συγγραφέα, τον οποίον υπηρέτησε με πλήρη συνείδηση, καθώς ο ίδιος υποστήριζε πως δεν τον ενδιαφέρει η Τέχνη. Κύριος σκοπός του ήταν η καταγραφή της πραγματικότητας και η κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας. Το έργο του εντάσσεται στο ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και  χαρακτηρίζεται από τη ρεαλιστική απεικόνιση τοπίων και προσώπων με έντονη αισθηματολογία. Στο Μενέλεαο Λουντέμη άρεσε να στρέφεται γύρω από ένα κεντρικό πρόσωπο - αφηγητή, που ανήκει  καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα, δίνοντάς την προσωπική οπτική του ανεκπλήρωτου έρωτα,  της μοναξιάς, αλλά και της δυστυχίας του κόσμου.

`Εγραφε με ιδιαίτερο  λυρισμό, αμεσότητα, δύναμη και ρεαλισμό. Πολλά από τα μυθιστορήματά του - ανάμεσά τους :  «Συννεφιάζει», «Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος» και το μπεστ-σέλερ «Ένα παιδί μετράει τ` άστρα» διαβάστηκαν πολύ από τους νέους, τις δεκαετίες του `50, του `60 και του `70.

Επέλεξα κάποια από τα σπουδαιότερα αποφθέγματά του καθώς και αποσπάσματα από έργα του και σας τα παραθέτω:

Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι.

Από τη στιγμή που αγαπηθήκαμε δεν είχαμε ανάγκη κανέναν. Δύο μπορούν να κάνουν τον κόσμο ολόκληρο, αφού ο κόσμος από δύο έγινε.

Κείνος που στ’ αληθινά αγαπά το Λαό δε γίνεται ποτέ αρχηγός του, γίνεται υπηρέτης του.

Αν είσαι καλός πού ’ναι οι οχτροί σου;

Φτηνά τη Λευτεριά δεν την πουλούν πουθενά. Ούτε και τη χαρίζουνε. Όσοι την πήραν χάρισμα τη χαράμισαν.

Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! 
Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;

Όλα τα λόγια του θεού είναι καλά. Μόνο, βάρντα, να μην τα πάρουνε στο στόμα τους οι παπάδες.

Η φιλία κρατάει μονάχα μια μέρα. Κάθε μέρα πρέπει να της αλλάζεις βρακί.

Φοβού τον Θεόν αλλά τρέμε τους πιστούς του!

Το άπλυτο κορμί το πλένεις. Καθαρίζει. Η βρόμικη ψυχή πώς πλένεται;

Εάν βυθισθώμεν, ας βυθισθώμεν εις τον ωκεανόν! Ουχί εις την σκάφην!

Ένας άνθρωπος που δίνει στο διψασμένο νερό ποτές δεν είναι κακός.

Όλες οι συμφορές στον κόσμο απ’ τα παρακάλια έγιναν.

Ο αέρας φύσαγε σαν γύφτος.

(η πρώτη φράση από το "Ένα Παιδί Μετράει τ’ Άστρα")

Η λακωνικότερη ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία των δειλών ανθρώπων.

Τι τσινιάρικη φοράδα είν’ αυτή η Ελλάδα και δεν μποράνε να την κάνουν ζάφτι;

Τώρα που χρειάζονταν τα νιάτα, ήρθαν τα γηρατειά…

(“Θυμωμένα Στάχυα”)

Άιντε, ένα χεράκι ακόμη και τη βγάλαμε τη ζωή… Να πάρουν σειρά οι άλλοι.

Και περνούσα τις μέρες μου,
με τα χρώματά μου τακτοποιημένα.
Με τα όνειρά μου συγυρισμένα.
Με τα ποιήματά μου καθαρογραμμένα...
Γιατὶ έτσι τα ῾βλεπα.
Ἔτσι νόμιζα.

“Καληνύχτα ζωή”

Αγαπώ θα πει εγώ αγαπώ… Το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά. 

Θηρίο τον λένε τον άνθρωπο. Κολοκύθια. Ποιο θηρίο, μωρέ; Έχει το θεριό μαχαίρια; Φκιάνει  σκοτώστρες και τουφεκάει; Θηρίο… Βρισιά για τα θεριά! 

Στον έρωτα μήπως όλες οι φορές που αγαπούμε δεν είναι πρώτες; 

Τίποτα δεν είναι γλυκύτερο στον κόσμο από λίγη πικρή ζωή. 

“Άμα τον πόνο σου τον μοιράζεσαι μ’ άλλους -λένε- λιγοστεύει”. Μπορεί. Ίσως. Μα την πείνα σου μ’ όσους και να την μοιραστείς δε θα χορτάσεις. 

Καλύτερα να μην έχει κανείς φτερά παρά να ’χει και να του τα ματώνουν. -

"Τότε που κυνηγουσα τους ανέμους"
Η αγάπη είναι σαν το νερό που τρέχει... τρέχει... ασυλλόγιστα στους γκρεμούς, που δε διαλέγει αυλάκι, δε ρωτά τα λουλούδια που ποτίζει, ούτε και τα χαλίκια που κατρακυλά. Δε ρωτά τίποτα, μόνο τρέχει. Να πεις "όχι" στην αγάπη είναι σαν να κατσουφιάζεις μπροστά σ` ένα λουλούδι που ετοιμάζεται ν` ανοίξει. Σαν να βρίζεις το φως που σου έδειξε τον κόσμο".

“Συννεφιάζει”

Η αγάπη είναι σαν τα πουλιά. Δυο – δυο. Δε γίνεται παραπάνου. 

Οι αναποδιές κι οι σκουντούφλες, τα ντέρτια κι οι μαύρες συντυχιές, στον κόσμο αυτόν πάνε μαζί μαζί. Έρχεται η μια και σου χτυπάει την πόρτα και ξοπίσω της μπουκάρουνε όλες μαζί. Μπουλούκι. Σαν τις καλιακούδες απάνου στο λέσι. 

Τι πολιτεία θα ’ταν αν δεν είχε και κανένα πεθαμένο; Ύστερα χρειάζεται κι αυτός για να βάλουν γνώση οι ζωντανοί – αν βάλανε ποτές.