19 Αυγούστου 2018

Μενέλαος Λουντέμης | Από τη στιγμή που αγαπηθήκαμε δεν είχαμε ανάγκη κανέναν.Δύο μπορούν να κάνουν τον κόσμο ολόκληρο, αφού ο κόσμος από δύο έγινε.

Μενέλαος Λουντέμης | Ένα παιδί μετράει τ`άστρα | αποφθέγματα | αποσπάσματα
`Ενα παιδί μετράει τ`άστρα.Το εκπληκτικό διήγημα που περιγράφει τη μεγάλη προσπάθεια & τους κόπους που καταβάλει ένα παιδί για να μορφωθεί και  να επιβιώσει & τα σπουδαιότερα αποφθέγματα & αποσπάσματα από έργα του Μ. Λουντέμη.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
`Ενα παιδί μετράει τ`άστρα.Το εκπληκτικό διήγημα που περιγράφει τη μεγάλη προσπάθεια & τους κόπους που καταβάλει ένα παιδί για να μορφωθεί και να επιβιώσει & τα σπουδαιότερα αποφθέγματα & αποσπάσματα από έργα του Μ. Λουντέμη.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

"Aπαγορεύεται η αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους αυτού από άλλο site / blog." 

Ο Μενέλαος Λουντέμης ήταν ένας από τους σπουδαιότερους και πολυγραφότερους `Ελληνες συγγραφείς που άφησε πίσω του σημαντική πνευματική κληρονομιά.

Ανήκει στους Έλληνες λογοτέχνες του μεσοπολέμου που στράφηκαν προς τον κοινωνικό ρεαλισμό. Το έργο του θεωρείται ιδιότυπο λόγω του "ερασιτεχνικού" τρόπου γραφής του συγγραφέα, τον οποίον υπηρέτησε με πλήρη συνείδηση, καθώς ο ίδιος υποστήριζε πως δεν τον ενδιαφέρει η Τέχνη. Κύριος σκοπός του ήταν η καταγραφή της πραγματικότητας και η κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας. Το έργο του εντάσσεται στο ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και  χαρακτηρίζεται από τη ρεαλιστική απεικόνιση τοπίων και προσώπων με έντονη αισθηματολογία. Στο Μενέλεαο Λουντέμη άρεσε να στρέφεται γύρω από ένα κεντρικό πρόσωπο - αφηγητή, που ανήκει  καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα, δίνοντάς την προσωπική οπτική του ανεκπλήρωτου έρωτα,  της μοναξιάς, αλλά και της δυστυχίας του κόσμου.

`Εγραφε με ιδιαίτερο  λυρισμό, αμεσότητα, δύναμη και ρεαλισμό. Πολλά από τα μυθιστορήματά του - ανάμεσά τους :  «Συννεφιάζει», «Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος» και το μπεστ-σέλερ «Ένα παιδί μετράει τ` άστρα» διαβάστηκαν πολύ από τους νέους, τις δεκαετίες του `50, του `60 και του `70.

Ο μικρός ήρωας του μυθιστορήματος "Συννεφιάζει", το ορφανό αγόρι, στο "Ένα παιδί μετράει τ` άστρα" αποκτάει όνομα. Γίνεται, λοιπόν, ο Μέλιος, που "πιάνει φιλία με τα βιβλία" . Θέλει να μάθει όλα εκείνα που του κρύβουν οι μεγάλοι. Τον χαρακτηρίζει η ακούραστη επιμονή του, το ασύγκριτο πάθος του και η ελπίδα ότι θα τα καταφέρει μόνος του για το "μεγάλο σχολείο"...


Το παιδί συναντά καλούς φίλους αλλά και σκληρούς ανθρώπους. Προσπαθεί  να φτάσει ψηλά στ` άστρα. Γνωρίζει την κακή όψη του νομίσματος...Την προδοσία και τη φιλία, το μίσος και την τρυφερότητα. Περνά πολλές δοκιμασίες και αδικείται. Μαθαίνει να αγαπά  και ν` αγαπιέται, υποστηρίζει με πάθος την ειλικρίνεια και την αλήθεια,.

`Ενα αριστουργηματικό βιβλίο, που σημαδεύει όποιον το διαβάσει... Άλλωστε,  ο κόσμος του Μέλιου, δεν διαφέρει πολύ από τον κόσμο το δικό μας...

Aπόσπασμα από το βιβλίο "Ένα παιδί μετράει τ’άστρα"...

"Άμα πεινάς το ξέρεις. Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου. Άμα κρυώνεις, το ίδιο. Άμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί: τι είναι η αγάπη; Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα. Είπε πως είναι κάτι σαν φωτιά. Μα είναι; Άλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα, άλλος σαν δοξαριά. Τι είναι τέλος πάντων… Κι αν, πάλι, αγάπη είναι κάτι που το λένε «αγάπη», είναι αυτό η αγάπη;

Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;

Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ’ ένα έρημο δάσος… Αν δεν τ’ ακούσει κανείς.. είναι κελάηδηγμα; Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού;

Πήγαν κι οι σοφοί να πούνε κάτι πάνω σ’ αυτό και τα κάνανε θάλασσα. Αυτοί, γι’ αγάπη!… Τα μωρά ξέρουν περσσότερα.

Ένα λουλούδι είπε: «Αγάπη; Είμαι εγώ». Τρελαίνεσαι με τέτοια καμώματα. Ένας «Πέρσης» θα πει αυτό είναι «τρίχα». Ένας βαρκάρης θ’ αφήσει τα κουπιά και θα σκουπίσει το κούτελο του. Δε θα ξέρει να πει τίποτα. Μπορεί αυτό να είναι αγάπη. Μα είναι; Ποιος να του το πει;

Όσο έχεις κάτι μέσα σου και δε χρειάζεται να το πεις, το έχεις και ησυχάζεις.

Σε καίει… Σε λιώνει… Εσύ το βλέπεις. Κι αντί να βάλεις τα κλάμματα, το ρίχνεις στο τραγούδι. Είσαι μεθυσμένος και δεν έχεις πιει ούτε στάλα!

Αυτό το «πράμα» πρέπει να σκάβεις μέσα σου μια λακούβα να το θάβεις, κι ό, τι βρέξει. Μην το λες πουθενά. Άστο να σε κάψει. Θα ξέρεις ότι χάνεσαι λίγο λίγο από μια αρρώστια που δεν ξέρεις τ’ όνομά της. Θα ξέρεις όμως ότι είναι μια αρρώστια, που σε κάνει όμορφο. Ομορφαίνεις και πεθαίνεις… Κι όταν θα νομίσεις ότι πέθανες… θα ‘χει τελειώσει η αρρώστια. Θα είσαι ζωντανός, μα θα είσαι και άσκημος. Θα ‘χεις φρικτά ασκημίσει.

Αλήθεια… αυτό είναι η αγάπη; Όποιος αγαπά δεν μπορεί να το πει. Κι όποιος δεν αγαπά, δεν το ξέρει."

Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι.

Από τη στιγμή που αγαπηθήκαμε δεν είχαμε ανάγκη κανέναν. Δύο μπορούν να κάνουν τον κόσμο ολόκληρο, αφού ο κόσμος από δύο έγινε.

Κείνος που στ’ αληθινά αγαπά το Λαό δε γίνεται ποτέ αρχηγός του, γίνεται υπηρέτης του.

Αν είσαι καλός πού ’ναι οι οχτροί σου;

Φτηνά τη Λευτεριά δεν την πουλούν πουθενά. Ούτε και τη χαρίζουνε. Όσοι την πήραν χάρισμα τη χαράμισαν.

Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! 
Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;

Όλα τα λόγια του θεού είναι καλά. Μόνο, βάρντα, να μην τα πάρουνε στο στόμα τους οι παπάδες.

Η φιλία κρατάει μονάχα μια μέρα. Κάθε μέρα πρέπει να της αλλάζεις βρακί.

Φοβού τον Θεόν αλλά τρέμε τους πιστούς του!

Το άπλυτο κορμί το πλένεις. Καθαρίζει. Η βρόμικη ψυχή πώς πλένεται;

Εάν βυθισθώμεν, ας βυθισθώμεν εις τον ωκεανόν! Ουχί εις την σκάφην!

Ένας άνθρωπος που δίνει στο διψασμένο νερό ποτές δεν είναι κακός.

Όλες οι συμφορές στον κόσμο απ’ τα παρακάλια έγιναν.

Ο αέρας φύσαγε σαν γύφτος.

(η πρώτη φράση από το "Ένα Παιδί Μετράει τ’ Άστρα")

Η λακωνικότερη ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία των δειλών ανθρώπων.

Τι τσινιάρικη φοράδα είν’ αυτή η Ελλάδα και δεν μποράνε να την κάνουν ζάφτι;

Τώρα που χρειάζονταν τα νιάτα, ήρθαν τα γηρατειά…

(“Θυμωμένα Στάχυα”)

Άιντε, ένα χεράκι ακόμη και τη βγάλαμε τη ζωή… Να πάρουν σειρά οι άλλοι.

Και περνούσα τις μέρες μου,
με τα χρώματά μου τακτοποιημένα.
Με τα όνειρά μου συγυρισμένα.
Με τα ποιήματά μου καθαρογραμμένα...
Γιατὶ έτσι τα ῾βλεπα.
Ἔτσι νόμιζα.

“Καληνύχτα ζωή”

Αγαπώ θα πει εγώ αγαπώ… Το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά. 

Θηρίο τον λένε τον άνθρωπο. Κολοκύθια. Ποιο θηρίο, μωρέ; Έχει το θεριό μαχαίρια; Φκιάνει  σκοτώστρες και τουφεκάει; Θηρίο… Βρισιά για τα θεριά! 

Στον έρωτα μήπως όλες οι φορές που αγαπούμε δεν είναι πρώτες; 

Τίποτα δεν είναι γλυκύτερο στον κόσμο από λίγη πικρή ζωή. 

“Άμα τον πόνο σου τον μοιράζεσαι μ’ άλλους -λένε- λιγοστεύει”. Μπορεί. Ίσως. Μα την πείνα σου μ’ όσους και να την μοιραστείς δε θα χορτάσεις. 

Καλύτερα να μην έχει κανείς φτερά παρά να ’χει και να του τα ματώνουν. -

"Τότε που κυνηγουσα τους ανέμους"
Η αγάπη είναι σαν το νερό που τρέχει... τρέχει... ασυλλόγιστα στους γκρεμούς, που δε διαλέγει αυλάκι, δε ρωτά τα λουλούδια που ποτίζει, ούτε και τα χαλίκια που κατρακυλά. Δε ρωτά τίποτα, μόνο τρέχει. Να πεις "όχι" στην αγάπη είναι σαν να κατσουφιάζεις μπροστά σ` ένα λουλούδι που ετοιμάζεται ν` ανοίξει. Σαν να βρίζεις το φως που σου έδειξε τον κόσμο".

“Συννεφιάζει”

Η αγάπη είναι σαν τα πουλιά. Δυο – δυο. Δε γίνεται παραπάνου. 

Οι αναποδιές κι οι σκουντούφλες, τα ντέρτια κι οι μαύρες συντυχιές, στον κόσμο αυτόν πάνε μαζί μαζί. Έρχεται η μια και σου χτυπάει την πόρτα και ξοπίσω της μπουκάρουνε όλες μαζί. Μπουλούκι. Σαν τις καλιακούδες απάνου στο λέσι. 

Τι πολιτεία θα ’ταν αν δεν είχε και κανένα πεθαμένο; Ύστερα χρειάζεται κι αυτός για να βάλουν γνώση οι ζωντανοί – αν βάλανε ποτές.