28 Ιουνίου 2021

Μικρές ιστορίες καλοκαιρινής ραστώνης

Αλλά το καλοκαίρι τελικά σου αρέσει, άλλωστε το έγραφες και στις εκθέσεις σου στο δημοτικό «ω, πόσο μου αρέσει το καλοκαίρι!»
Αλλά το καλοκαίρι τελικά σου αρέσει, άλλωστε το έγραφες και στις εκθέσεις σου στο δημοτικό «ω, πόσο μου αρέσει το καλοκαίρι!»

Όλα ξεκινάνε ένα βράδυ που ακούς έναν κούκο. Σκέφτεσαι ότι ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη, αλλά το επόμενο βράδυ πάλι ακούς έναν κούκο. Αναρωτιέσαι αν δύο κούκοι φέρνουν την άνοιξη, ή ήταν ο ίδιος κούκος και την δεύτερη φορά; Όμως το επόμενο βράδυ, πάλι το ίδιο συμβαίνει. Και κάπως έτσι, με έναν ή περισσότερους κούκους, περνάει η άνοιξη και μπαίνει το καλοκαίρι. Κάνει πια ζέστη, αλλά το καλοκαίρι είναι καλή και ευχάριστη εποχή, έτσι δεν είναι; Εποχή που πολλά μπορεί να συμβούν - και συμβαίνουν κάθε καλοκαίρι, κάποια ή όλα:

  • Ποτίζεις τις πικροδάφνες και μειώνεται η ροή του νερού γιατί τσάκισε το λάστιχο. Επειδή βαριέσαι να περπατήσεις μέχρι το σημείο που δίπλωσε, το κουνάς πέρα-δώθε μήπως και ισιώσει και αυτό αναδιπλώνεται απότομα, αναπηδάει, σου φεύγει από το χέρι και σε καταβρέχει. Ποτίζεσαι και εσύ λοιπόν.
  • Ρίχνεις στο γεράνι - που ξέχασες να ποτίσεις με το λάστιχο - ένα ποτήρι νερό και συνειδητοποιείς ότι ένα ποτήρι δεν είναι αρκετό. Πηγαινοέρχεσαι για δεύτερο, ίσως και για τρίτο.
  • Θέλεις να βάλεις φιδάκι για τα κουνούπια και δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα δύο φιδάκια που είναι κολλημένα μεταξύ τους στη συσκευασία. Τελικά σπάνε στη μέση κολλημένα, τα ανάβεις μαζί και πετάς τα κομματάκια που περίσσεψαν.
  • Το air-condition χαλάει την ημέρα που ξεκινάει ο καύσωνας. Το επόμενο διαθέσιμο ραντεβού του «μάστορα» είναι την ημέρα που η θερμοκρασία θα επανέλθει στα φυσιολογικά-για-την-εποχή-επίπεδα. Στο μεταξύ κυκλοφορείς στο σπίτι με μια παγοκύστη δεμένη στο κεφάλι σου και σε όρια αποπληξίας.
  • Ανοίγεις την κατάψυξη για να πάρεις παγάκια για παγωμένο ρόφημα (freddo ή φραπέ) και, ως δια μαγείας, οι παγοθήκες είναι άδειες (καλά, αφού όλοι χρησιμοποιείτε παγάκια εδώ μέσα, γεμίστε τουλάχιστον τις παγοθήκες!)
  • Δύο μέρες πριν φύγεις για διακοπές, σου φεύγει ένα σφράγισμα από ένα δόντι. Ο οδοντίατρος έχει φύγει για διακοπές δυο μέρες νωρίτερα και θα γυρίσει μετά από τρεις εβδομάδες. Φεύγεις για διακοπές έτσι κι αλλιώς, αλλά παίρνεις μαζί σου Niflamol καλού κακού.
  • Ενώ έχει 40 βαθμούς και άπνοια, μία μέρα πριν φύγεις για διακοπές αρχίζει να φυσάει. Συνεχίζει, όλο και περισσότερο όσο είσαι διακοπές, μέχρι και τελευταίο πρωί που πια φυσάει διαβολεμένα.
  • Βγαίνει το έμβολο της σαγιονάρας σου στην παραλία - καλά, πως διάολο έγινε αυτό; - και το ξαναβάζεις, αλλά αναρωτιέσαι αν θα ξαναβγεί. Αυτό είναι το καλό σενάριο. Στο κακό σενάριο το έμβολο σπάει, η σαγιονάρα διαλύεται (όχι, τα λουριά δεν στερεώνονται αλλιώς, ούτε κολλάνε) και πρέπει να περπατήσεις πίσω κουτσό ή στα δάχτυλα του ενός ποδιού.
  • Ξεχνάς το μαγιώ σου βρεγμένο και φρεσκοστυμμένο πάνω στην απλώστρα και το επόμενο πρωί είναι ακόμη νωπό – ευτυχώς δεν το πήρε ο αέρας.
  • Η κυρία της διπλανής ξαπλώστρας ενημερώνει (εσένα, ή/και την επόμενη ομπρέλα) ότι «μάλλον έχει τσούχτρες προς την άλλη μεριά, αλλά προσέξτε καλού κακού». Δηλαδή, πως ακριβώς να προσέξεις;
  • Το βράδυ, μόλις σβήσεις το φως για να κοιμηθείς, ένα κουνούπι στριφογυρίζει δίπλα ακριβώς στο αφτί σου. Μόλις ανάψεις το φως εξαφανίζεται. Η ιστορία επαναλαμβάνεται τρεις φορές, μέχρι που το εντοπίζεις στο εσωτερικό του καπέλου του πορτατίφ, όπου είναι σχεδόν αδύνατον να το σκοτώσεις.
  • Το τελευταίο απόγευμα πριν γυρίσεις από το οπουδήποτε έχεις πάει, ο αέρας πέφτει απότομα, η θάλασσα είναι λάδι - όλα είναι μαγεία. Ίσα για να δεις τι χάνεις τώρα που τελειώνουν οι διακοπές και γυρίζεις. Πίσω έχει 40 βαθμούς.

Bonus track

Κάθεσαι στην πετσέτα σου, στην ιδανικά έρημη παραλία, και χαζεύεις ήσυχα τη θάλασσα. Εμφανίζεται από το πουθενά πολυμορφικό αυτοκίνητο από το οποίο βγαίνει πολυμορφική παρέα – ένας μπαμπάς, μια μαμά, τρία παιδάκια, ένας έφηβος που εμφανώς βαριέται, μια πεθερά, ένας σκύλος, μια ομπρέλα, πέντε τσάντες με είδη παραλίας συν πόσιμα-φαγώσιμα, δύο ζευγάρια ξύλινες ρακέτες, μια φουσκωτή πάπια και ένας φουσκωτός πιγκουίνος. Ακολουθεί δεύτερο πολυμορφικό αυτοκίνητο με δεύτερη πολυμορφική παρέα - αντίγραφο της πρώτης. Αφού το συζητάνε λίγο, αποφασίζουν ότι το ιδανικό μέρος για να στήσουν την πολυμορφική τους κατάσταση είναι δίπλα σου, ακριβώς δίπλα σου. Προφανώς το γεγονός ότι η παραλία είναι τρία χιλιόμετρα και άδεια δεν τους λέει κάτι, μάλλον νομίζουν ότι θέλεις παρέα.

Πιθανώς ακολουθούν τα εξής (κάποια ή όλα):

  • Περνάνε πατώντας σχεδόν πάνω στην πετσέτα σου ή/και περπατάνε τόσο άτσαλα ώστε σε γεμίζουν άμμο. Φυσικά δεν λένε συγνώμη - εσύ δεν υπάρχεις, θα μπορούσαν να πατήσουν και πάνω σου.
  • Παρά τον αέρα, επιμένουν να στήσουν τις ομπρέλες τους και τις δένουν σε δύο βοτσαλάκια. Λόγω της χαρωπής εγγύτητας, σε λίγο που θα προχωρήσει ο ήλιος θα σε πιάνει και εσένα η σκιά. Αλλά δεν προλαβαίνει, γιατί ο αέρας αναποδογυρίζει τις ομπρέλες (η σύζυγος είχε προειδοποιήσει βέβαια, αλλά ποιος την ακούει;). Καλά που φοράς γυαλιά ηλίου, μια και δεν θα σε πιάσει τελικά η σκιά, αλλά και για να μην σου βγάλει το μάτι καμιά ιπτάμενη ομπρέλα.
  • Τους κοιτάς στραβά, αλλά δεν σε βλέπουν – ατενίζουν την παραλία με ύφος και συμπεριφορά «I-own-the-παραλία» και αλληλοσυγχαίρονται για την ανακάλυψή τους, πιθανώς το επικοινωνούν τηλεφωνικά και στους φίλους τους που δεν είναι μαζί τους, τόσο δυνατά που δεν χρειάζεται καν να το κάνουν μέσω τηλεφώνου.
  • Ο φουσκωτός πιγκουίνος απογειώνεται από τον αέρα προς άλλες παραλίες – πάει, τον χάσαμε. Τα παιδάκια ουρλιάζουν, η μαμά συγχίζεται, ο μπαμπάς επιχειρεί να τον φτάσει, τσαλαβουτώντας στο νερό, επικουρούμενος από τον μπαμπά της δεύτερης πολυμορφικής παρέας, δεν τα καταφέρνει, γυρίζει πίσω και επιπλήττει τα παιδάκια γιατί δεν τον κράταγαν – η περίπτωση να πάρει ο αέρας τον πιγκουίνο μαζί με ένα εμμονικά-γραπωμένο-πάνω-του παιδάκι δεν του λέει κάτι. Η πεθερά παραμένει ήρεμη – δεν πειράζει, θα πάρουμε άλλον. Ο μπαμπάς εκνευρίζεται ακόμη περισσότερο. Ο έφηβος συνεχίζει να ακούει μουσική με ακουστικά και δεν ασχολείται.
  • Συνεχίζεις να τους κοιτάς στραβά, καμία ελπίδα, συνεχίζεις να μην υπάρχεις. Μεταφέρεσαι πιο πέρα. Εξαπλώνονται, ώστε να είναι και πάλι κοντά σου (και να κάνετε παρέα). Αν δεν εξαπλωθούν επαρκώς, στέλνουν τα παιδάκια να παίξουν ρακέτες «πιο πέρα», δηλαδή πάνω από το κεφάλι σου. Πλησιάζει και περήφανος μπαμπάς με ύφος προπονητή, ακόμη πιο ενοχλητικός γιατί καρφώνει κιόλας – αποτυχημένα.
  • Κάπου εκεί, γίνεσαι «η κυρία / ο κύριος της διπλανής πετσέτας» και χαμογελώντας σαρδόνια τους ενημερώνεις ότι «μάλλον έχει τσούχτρες», ή ακόμη καλύτερα ότι «παλιά εδώ έβγαιναν κάτι λύματα, έτσι λέγανε, ένα παιδάκι είχε βγάλει και κάτι περίεργες φουσκάλες, αλλά τι να σας πω; δεν ξέρω, απλά σας το λέω…» και περιμένεις να δεις τι θα γίνει.

Ευγενική προτροπή: Οι μικροί ανερχόμενοι Τσιτσιπάδες πρέπει να γνωρίζουν ότι το άθλημα «ρακέτες στη παραλία» δεν έχει πολύ μεγάλη σχέση με tennis, αντίθετα χαλάει το grip. Για tennis, υπάρχουν τα tennis club. Και σε κάθε περίπτωση, ρακέτες δεν παίζουμε πάνω από τα κεφάλια του κόσμου.

Και κάπως έτσι, με αυτά και άλλα πολλά, περνάνε οι πολλές ζέστες, οι διακοπές και το καλοκαίρι. Το μαύρισμα ξεθωριάζει λίγες μέρες αφού γυρίσεις, αλλά σου έχει μείνει λίγη ξεκούραση, αρκετές αναμνήσεις και πολλές ιστορίες να λες. Και ένα σχεδόν γεμάτο μπουκάλι αντηλιακό – το δεύτερο, γιατί το πρώτο τελείωσε και πήρες άλλο – και η απορία αν το αντηλιακό έχει ημερομηνία λήξης «το κρατάω αυτό για του χρόνου ή το πετάω;». Το κρατάς μήπως για κάποιο πιθανό μπάνιο τον Σεπτέμβριο. Δεν το τελειώνεις ποτέ και πετάς όσο έμεινε για να πάρεις καινούργιο, στην αρχή του επόμενου καλοκαιριού -  όταν θα ανυπομονείς να το ζήσεις πάλι όλο από την αρχή.

Γιατί, με αυτά και άλλα πολλά, το συμπέρασμα είναι ότι το καλοκαίρι σου αρέσει.

Ακόμη περισσότερο, όταν έρχεται μετά από έναν βαρύ, χιονισμένο, χουχουλιάρικο χειμώνα.

Άλλωστε είναι και εκείνο το παλιό παιδικό βίωμα, από τότε που τελείωνες τις εκθέσεις που έγραφες στο δημοτικό με εκείνο το αυθόρμητο και αληθινό «ω, πόσο μου αρέσει το καλοκαίρι!».