31 Δεκεμβρίου 2018

Nικηφόρος Βρεττάκος | Η συνείδηση είναι το βάθος του ανθρώπου. Η αγάπη είναι το πλάτος του.

Νικηφόρος Βρεττάκος | αποσπάσματα
Υπέροχα αποσπάσματα από αριστουργηματικά έργα ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, ο οποίος γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου του 1912.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Υπέροχα αποσπάσματα από αριστουργηματικά έργα ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, ο οποίος γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου του 1912.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή


"Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε, δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω." είπε κάποτε ο σπουδαίος  Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής και δοκιμιογράφος, Νικηφόρος Βρεττάκος.

Ο άνθρωπος που πίστευε πως μέσα από την αγάπη και την ομόνοια μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα και να ξεπεράσουμε κάθε εμπόδιο... 

`Ενας τρυφερός ποιητής που πέρασε μια ζωή με πολλές αντιξοότητες από τα παιδικά του χρόνια, πικράθηκε και θέλησε να μεταστρέψει την πίκρα  σε αγάπη και να κάνει τον κόσμο καλύτερο.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος προτάθηκε τέσσερεις φορές για Νόμπελ Λογοτεχνίας και η  μία  φορά ήταν  μετά από πρόταση του Γιάννη Ρίτσου. Απέσπασε πολλά βραβεία για το έργο του, ανάμεσά τους : τo  Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1940, το 1965 και το 1982, το Βραβείο Ουράνη το 1974, το Βραβείο «Knocken» και το βραβείο της Εταιρίας Σικελικών Γραμμάτων και Τεχνών το 1980, καθώς και το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1989. Λίγους μήνες φύγει από τη ζωή, αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου στο τμήμα Φιλολογίας.

Το ποιητικό του έργο, μπορεί σύμφωνα με το περιεχόμενό του,  να χωριστεί σε τέσσερις περιόδους. Ταλαντεύτηκε  μεταξύ αισιοδοξίας και πεσιμισμού, μεταξύ χαράς και απογοήτευσης.

Το ποίημα του,  "Τα μάτια της Μαργαρίτας",  ανήκει στη Συλλογή "Το βιβλίο της Μαργαρίτας", γραμμένο το 1949, που εντάσσεται στην δεύτερη (1939 – 1960) από τις 4 περιόδους και χαρακτηρίζεται από  αισιοδοξία και αγωνιστικότητα.

Διαβάζοντάς τον νιώθεις ότι βρίσκεις τη διέξοδο που έψαχνες και παράλληλα γίνεσαι πιο συνειδητός άνθρωπος. Πρόκειται για έναν άκρως τρυφερό ποιητή που με την εξαίσια ποίησή του που επικεντρώνεται στην αγάπη, προσπαθεί  να κάνει έναν καλύτερο κόσμο. 

Η Μαργαρίτα  -ένα όνομα που παραπέμπει στο ομώνυμο λουλούδι, στο φως και στην ομορφιά της άνοιξης- είναι ένα φανταστικό πρόσωπο που συμβολίζει την αθωότητα, την  ομορφιά και τον ερωτισμό, σκορπίζοντας την αγάπη και το κάλλος  σ’ ολόκληρο τον κόσμο…

Σας παραθέτω  το ποίημα "Τα Μάτια της Μαργαρίτας" και αποσπάσματα από  άλλα αριστουργηματικά ποιήματά του...

Τα μάτια της Μαργαρίτας 

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τα βιβλία που δεν έγραψα.
Θάλασσες. Κόσμους. Πολιτείες. Ορίζοντες. Κανάλια.
Βρήκα τ’ αυτοκρατορικά όρη της γης κι απάνω τους
τις δύσες με τα κόκκινα σύννεφα.
Τα μεγάλα
ταξίδια που δεν έκαμα βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τους γελαστούς μου φίλους
που μου τους σκέπασεν η γης, η χλόη, το χιόνι, η νύχτα.
Τα λόγια που θα μου ’λεγαν βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα τους μελαγχολικούς γήλοφους της πατρίδας μας
να στέκονται μες στη σιωπή σα ν’ ακούσανε τη φωνή μου.
Έρχομαι! ως να τους φώναζα, «έρχομαι» να κουνάνε
τις ταπεινές τους κουμαριές,
βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον πόλεμο τελειωμένο.
Πουλάκια και ήλιος στα κλαδιά! Το παιδικό μου σύμπαν
με τις χρυσές του ζωγραφιές, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Όσους σταυρούς δεν έμπηξαν στη γης μετά τις μάχες,
χιλιάδες, σ’ έναν κόκκινο κάμπο από παπαρούνες,
μακριές σειρές, ανώνυμους σταυρούς, πάνω και κάτω,
τους σταυρούς όλων των εθνών,
βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τις νύχτες να κυλάνε
μεγάλους ποταμούς σιωπής, όπως στα έξι μου χρόνια.
Της θλίψης την αστροφεγγιά βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον κόσμο να με θυμάται
κι όλα όσα αντίκρυσα παιδί να με φωνάζουν με τ’ όνομά μου.
Της δικαιοσύνης η σκηνή∙ την καλοσύνη που έγνεφε
να πλησιάσουν τα βουνά
βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα την αιωνιότητα του ήλιου ανανεωμένη.
Τη χλόη να φέγγει των αρνιών τα πόδια. Την αυγή
να βάφει το άσπρο τους μαλλί. Στ’ άσπρα σαν την ειρήνη
ντυμένη τη μητέρα μου
βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, όπως η «καληνύχτα»
κ’ η «καλημέρα», όπως το φως στα τζάμια την αυγή,
αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, τότε, σ’ αυτόν τον κόσμο,
θε να ’χαμε ένα απέραντο σπίτι. Θε να ’μαστε άγγελοι. Το αιώνιο μου παράπονο βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Αύριο, όταν φύγεις, άνοιξε τα μάτια σου να ιδεί,
να ξέρει ο ήλιος, ο Θεός να ιδεί, όσα με γνώρισαν
όλα να ιδούν στα μάτια σου. Σου αφήνω αυτό που είμαι
να ιδούν ότι έμεινα ο πιστός του ανθρώπου.
Την ψυχή μου,
αυτόν τον λαβωμένο Ιησού αφήνω μέσα στα μάτια σου.

Αν σου λείψω μια νύχτα

"Αν σου λείψω μιὰ νύχτα μὴν ἀνησυχήσηςὡς τὸ άλλο πρωί, ὡς τὸ άλλο βράδυ, ὡς τὴν Κυριακή, Ἐδώ κάπου θὰ βρίσκομαι σ᾿ ένα άρρωστο δίπλα, μ᾿ ένα πικρὸ ραβδὶ θὰ ψάχνω νὰ βρω μία πηγή.πόρτα σὲ πόρτα θὰ γυρνώ μ᾿ ένα ψωμὶ στὴ μασχάλη.Έχε ἀναμμένη τὴ φωτιὰ πάντοτε, γιατὶ πάντοτεθὰ σου γυρίζω μουσκεμένος Έχω ζεσταμένοστὰ γόνατά σου ένα πουκάμισο κι έχε τὸ νού σουστὴν πόρτα καὶ στὴ δημοσιὰ μὴν ἀκουστώ, γιατί, δίχως λειψὸ ἀποφέγγαρο κι άστρι, κάθε φορά, ἀπὸ τὴν άκρη θά ῾ρχομαι τὸν κόσμου."

"

Οἱ μικροὶ γαλαξίες

Πᾶνε κι ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ.
Σταματᾶνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας
ἀντίκρυ στὸν ἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους.
Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται.
Ὅμως, ἐσύ,
δὲ λόξεψες, βάδισες ἴσα, προχώρησες
μὲς ἀπὸ μένα, κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα μου,
ὅπως κι ἐγώ: προχώρησα ισα, μὲς ἀπὸ σένα,
κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα σου. Σταθήκαμε ὁ ἕνας μας
μέσα στὸν ἄλλο, σὰ νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυὸ κόσμους σὲ πλήρη
λάμψη καὶ κίνηση, σαστίσαμε ἀκίνητοι
κάτω ἀπ᾿ τὴ θέα τους -
Ἤσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου ὅλες τὶς στέρνες.
Ἤσουνα φῶς, διαμοιράστηκες. Ὅλες
οἱ φλέβες μου ἔγιναν ἄξαφνα ἕνα
δίχτυ ποὺ λάμπει: στὰ πόδια, στὰ χέρια,
στὸ στῆθος, στὸ μέτωπο.
Τ᾿ ἄστρα τὸ βλέπουνε, ὅτι:
δυὸ δισεκατομμύρια μικροὶ γαλαξίες καὶ πλέον
κατοικοῦμε τὴ γῆ."

«Καὶ στὸ λευκὸ τριαντάφυλλο βρίσκεις μιὰ ἰδέα σκόνης.
Τὸ τέλειο θαῦμα θὰ τὸ βρεῖς μοναχὰ μὲς στὸν ἄνθρωπο:
λευκὲς ἐκτάσεις ποὺ ἀκτινοβολοῦν ἀληθινὰ
στὸ σύμπαν καὶ ὑπερέχουν. Τὸ πιὸ καθαρὸ
πράγμα λοιπὸν τῆς δημιουργίας δὲν εἶναι τὸ λυκόφως,
οὔτε ὁ οὐρανὸς ποὺ καθρεφτίζεται μὲς στὸ ποτάμι,
οὔτε ὁ ἥλιος πάνω στῆς μηλιᾶς τ᾿ ἄνθη. Εἶναι ἡ ἀγάπη.»

Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια

Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια νὰ σοῦ στείλω λίγω ψωμί,
μαζεύω μὲ τὸ σπασμένο χέρι μου ὅ,τι ἔμεινε ἀπ᾿ τὸν ἥλιο
νὰ σοῦ τὸ στείλω νὰ ντυθεῖς. Ἔμαθα πὼς κρυώνεις.
Τὴν πράσινή σου φορεσιὰ νὰ τὴν φορέσεις τὴν Λαμπρή!
Θὰ τρέξουν μ᾿ ἄνθη τὰ παιδιά.Θὰ βγοῦν τὰ περιστέρια,
κ᾿ ἡ μάνα σου μὲ μιὰ ποδιά, πλατιά, γεμάτη ἀγάπη!

Πάρε ὅποιο δρόμο, ὅποια κορφή, ρώτα ὅποιο δένδρο θέλεις
Μ᾿ ἀκοῦς; Οἱ δρόμοι ὅλης της γῆς βγαίνουνε στὴν καρδιά μου!
Μὴν ξεχαστεῖς κοιτάζοντας τὸ φῶς. Τ᾿ ἀκοῦς;… Νἀρθεῖς! (Από τη συλλογή «Τα θολά ποτάμια»)

«Έχω αφήσει την καρδιά μου στη γη
να χτυπάει μονάχη της. (Αυτό είναι άλλωστε
η ποίηση) Να μπορούν να την έχουν
στις σάκκες τους τα παιδιά, να την μετακινούνε
οι ταξιδιώτες. Κ’ οι πικραμένοι
που ξέμειναν από ήλιο, ν’ ακούν
το φλοίσβο του μέσα της»

Ειρήνη είναι όταν

Σας χωρίζει ένα αδιόρατο χάσμα απ’ τον κόσμο.
Σας διέφυγαν πράγματα. Δεν τάχετε όλα
καλά λογαριάσει, δεν τάχετε δει,
ακούσει όσο πρέπει. Γι’ αυτό και σας φαίνεται
τόσο παράξενο, που κλείνω, ανοίγω
το παράθυρο κι άλλο δεν σας λέω:
«Ειρήνη!»

Ειρήνη, λοιπόν,
είναι ο,τι συνέλαβα μες απ’ την έκφραση
και μες απ’ την κίνηση της ζωής. Και Ειρήνη
είναι κάτι βαθύτερο απ’ αυτό που εννοούμε
όταν δεν γίνεται κάποτε πόλεμος.

Ειρήνη είναι όταν τ’ ανθρώπου η ψυχή
γίνεται έξω στο σύμπαν ήλιος. Κι ο ήλιος
ψυχή μες στον άνθρωπο.