03 Σεπτεμβρίου 2019

Simon de Beauvoir | Το νόημα της αγάπης, δεν είναι σε καμία περίπτωση το ίδιο για τα δύο φύλα. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που τους χωρίζει.

Το να κερδίσεις έναν άντρα είναι τέχνη, το να τον κρατήσεις είναι επάγγελμα, έλεγε η σπουδαία προσωπικότητα, η οποία μέσα από το βιβλίο της: Οι αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης, διηγείται τη θυελλώδη ζωή της.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Το να κερδίσεις έναν άντρα είναι τέχνη, το να τον κρατήσεις είναι επάγγελμα, έλεγε η σπουδαία προσωπικότητα, η οποία μέσα από το βιβλίο της: Οι αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης, διηγείται τη θυελλώδη ζωή της.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

"Δεν γεννιέσαι γυναίκα, γίνεσαι" έγραψε κάποτε μια ένθερμη φεμινίστρια της ιστορίας. Η Simon de Beauvoir.  Μια χαρισματική προσωπικότητα...Υπαρξίστρια, συγγραφέας, φιλόσοφος, ακτιβίστρια αλλά πάνω απ’ όλα η γυναίκα που άλλαξε ριζικά τον τρόπο που οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται το "αδύναμο φύλο". 

Με το παραπάνω δείχνει την άποψή της ότι η θηλυκή ταυτότητα είναι δημιούργημα της κοινωνίας και όχι αναπόδραστη αναγκαιότητα. Η Simon υποστηρίζει ότι η κοινωνία κρατάει τις γυναίκες σε θέση κατωτερότητας και περιγράφεται με όρους αρνητικούς σε σχέση με των αντρών....

Υπήρξε σύντροφος του Sartre και συγγραφέας του βιβλίου"Το  Δεύτερο Φύλο". Ένα βιβλίο που  βρισκόταν για χρόνια στη λίστα του Βατικανού με τα απαγορευμένα βιβλία, όπου η Beauvoir αναλύει πώς η γυναίκα παρουσιάζεται ως το τυπικό παράδειγμα Άλλου και αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που είναι καταπιεσμένη.

"Οι σημερινές γυναίκες έχουν σχεδόν εκθρονίσει τον μύθο της θηλυκότητας. Αρχίζουν να κάνουν αισθητή την ανεξαρτησία τους με πολύ συγκεκριμένους τρόπους. Δεν καταφέρνουν όμως εύκολα να βιώσουν απόλυτα την κατάστασή τους ως ανθρώπινα όντα. Έχοντας ανατραφεί από γυναίκες, μέσα στους κόλπους ενός γυναικείου κόσμου, ο φυσιολογικός προορισμός τους είναι ο γάμος, ο οποίος στην πραγματικότητα τις υποδουλώνει ακόμα και σήμερα στον άντρα. Το ανδρικό κύρος κάθε άλλο παρά έχει εξαλειφθεί: στηρίζεται ακόμα σε γερές οικονομικές και κοινωνικές βάσεις…"

`Ενα από τα αριστουργήματα της ιδιαίτερης αυτής γυναίκας, είναι :“Οι αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης”. Πρόκειται για τον πρώτο τόμο της μεγάλης αυτοβιογραφίας της. Η ενδιαφέρουσα αισθαντική ιστορία μιας κοπέλας που αντιστέκεται στις παλιές αρχές και προκαταλήψεις. Και φυσικά, μια τέτοια συμπεριφορά απαιτούσε τόλμη, θάρρος και δυναμισμό που ελάχιστες γυναίκες της εποχής της είχαν.  Τα παιδικά της χρόνια, η εφηβεία της και η εξέγερσή της στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης μαζί με τον άνδρα που αγάπησε, τον Jean Paul Sartre, αποδεικνύουν πως η Simon, από την αρχή μέχρι το τέλος της ζωής της, δεν σταμάτησε να δίνει τη δική της υπέροχη μάχη κόντρα στο συντηρητισμό που περιόριζε τις γυναίκες.

"Μου είχαν μάθει ότι η ματαιοδοξία είναι μάταιη και η μηδαμινότητα μηδαμινή. Ήταν ντροπή να δίνω σημασία στα στολίδια και να κοιτάζομαι με τις ώρες στον καθρέφτη, πάντως όποτε μου το επέτρεπαν οι περιστάσεις, παρατηρούσα το είδωλο μου με ικανοποίηση. Παρόλη την έμφυτη δειλία μου, φιλοδοξούσα όπως και άλλοτε, να είμαι το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Την ημέρα της πρώτης μου μετάληψης, πετούσα από τη χαρά μου εξοικειωμένη καθώς ήμουν από καιρό με την αγία τράπεζα, μπόρεσα να χαρώ χωρίς κανένα ενδοιασμό τις ανόσιες απολαύσεις της τελετής. Το φουστάνι μου, που το είχα δανειστεί από κάποια ξαδέλφη μου, στο κεφάλι όμως αντί για το κλασικό τούλινο σκουφάκι, στο σχολείο φορούμε ένα στεφάνι από τριαντάφυλλα….Άρχισα να ενδιαφέρομαι για τη μελλοντική μου εικόνα. Εκτός από τα σοβαρά βιβλία και τα περιπετειώδη μυθιστορήματα που δανειζόμουν από το σπουδαστήριο, διάβαζα επίσης και τα μυθιστορήματα της συλλογής “Η βιβλιοθήκη της κόρης μου” με τα οποία είχε γαλουχηθεί η μητέρα μου στην εφηβεία της….Ήταν όμως κι ένα βιβλίο όπου πίστεψα ότι ανακάλυψα τον εαυτό μου και τη μοίρα μου. Ήταν το “Μικρές Κυρίες” της Λουίζας Άλκοτ. Οι μικρές κυρίες ήταν διαμαρτυρόμενες, ο πατέρας τους ήταν πάστορας κι η μητέρα τους τους έδινε να διαβάσουν κάθε βράδυ στο κρεβάτι την “Πορεία του προσκυνητή”. ..Ταυτίστηκα απόλυτα με την Τζο την διανοούμενη. Απότομη, κοκαλιαρα, η Τζο διάβαζε σκαρφαλωμένη στα δέντρα. Ήταν ένα πραγματικό αγριοκόριτσο και με ξεπερνούσε σε τόλμη. Είχαμε την ίδια αντιπάθεια για το ράψιμο και το νοικοκυριό και την ίδια αγάπη για το διάβασμα. Επιπλέον, ασχολιόταν με το γράψιμο, για να τη μιμηθώ επανασυνδέθηκα με το παρελθόν μου κι έγραψα δυο τρεις νουβέλες.”