21 Δεκεμβρίου 2021

ΣΥΡΙΖΑ: O δημοσκοπικός του χειμώνας μοιάζει πολύ δυσάρεστος

Οι πρώτες δημοσκοπήσεις, λίγο μετά την εκλογή Νίκου Ανδρουλάκη, δείχνουν να επιβεβαιώνουν τις ποικίλες εκτιμήσεις για το Σύριζα σαρωτικά.
Οι πρώτες δημοσκοπήσεις, λίγο μετά την εκλογή Νίκου Ανδρουλάκη, δείχνουν να επιβεβαιώνουν τις ποικίλες εκτιμήσεις για το Σύριζα σαρωτικά.

Οι εκλογές στο ΚΙΝΑΛ έδειξαν να δίνουν μια νέα δημοσιότητα στο πάλαι ποτέ κραταιό και κυβερνητικό κόμμα. Η ανάδειξη στην ηγεσία ενός ανθρώπου με πολύ καλά χαρακτηριστικά, και εξαιρετικό προφίλ, στην συνέχεια, έδειξαν να ενισχύουν μια νέα δημοφιλία για τον χώρο, που όπως γράψαμε πρόσφατα, όλα έδειχναν ότι δεν θα μπορούσε να είναι θετική για το Σύριζα, και όλο το σκηνικό έμοιαζε σαν μια ήττα για το άλλοτε κυβερνόν κόμμα της Αριστεράς.

Οι πρώτες δημοσκοπήσεις, λίγο μετά την εκλογή Νίκου Ανδρουλάκη, δείχνουν να επιβεβαιώνουν τις ποικίλες εκτιμήσεις για το Σύριζα σαρωτικά. Ακόμη και στις ευνοϊκότερες εκδοχές τους, κατά παραγγελία ΜΜΕ που είναι φιλικά για το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, οι τάσεις είναι εμφανείς, και δυσοίωνες.

Χοντρικά, ενώ η διαφορά του Σύριζα παραμένει περίπου στα επίπεδα των 12 μονάδων από την ΝΔ, το ΚΙΝΑΛ δείχνει να εκτοξεύεται σε επίπεδα που μαζί με μια έντονη υποχώρηση των ποσοστών του Σύριζα, τους φέρνει τραγικά κοντά. Και ο πιο αισιόδοξος οπαδός του ΚΙΝΑΛ ή της ΝΔ δεν θα μπορούσε να προβλέψει δημοσκοπικά αποτελέσματα που πριν τις αναγωγές δείχνουν μια διαφορά 4 μονάδων ανάμεσα στα κόμματα της αντιπολίτευσης, και μάλιστα με ποσοστά 19.2 και 15.2 αντίστοιχα.

Συνολικά, μοιάζει ότι μετά τις 12 Δεκέμβρη, να εγκαθιδρύεται στο εκλογικό σώμα μια τάση που αποδεσμεύει το μεγάλο ενδιαφέρον από το άλλοτε χάσμα μεταξύ του Σύριζα και της ΝΔ περίπου στα επίπεδα του 35% με 25% και να αναδύεται ένα νέο δημοσκοπικό «ντέρμπι» ανάμεσα σε Σύριζα και ΚΙΝΑΛ, σε πολύ χαμηλότερα αλλά συγκρίσιμα, κοντινά επίπεδα.

Οι αναλυτές που είδαν στην ήττα του ΓΑΠ, και στον θρίαμβο του Νίκου Ανδρουλάκη μια σαφή ήττα του Σύριζα, μιλούσαν για μια σαφή δυνητική απογοήτευση με εφφέ ξηλώματος πουλόβερ για έναν σχηματισμό που γινόταν σαφές ότι αποδράμει από ρόλο του κυβερνητικού υποψηφίου, και ότι αυτό δεν μπορούσε παρά να είναι εντελώς κακό για την αξιωματική αντιπολίτευση.

Είναι βεβαίως απευθείας ενδεικτικά τα δημοσκοπικά ευρήματα για την πορεία των επιλογών του εκλογικού σώματος μέχρι τον χρόνο διεξαγωγής των εκλογών; Αποκλείεται όλη αυτή η τάση να είναι μια ευφορία της αλλαγής προσώπων, και συσχετισμών, μια πρόσκαιρη μόδα, που θα αναστραφεί, για να επανέρθει η τάξη σχετικά με τον εκλογικό ρόλο Σύριζα και ΚΙΝΑΛ αντίστοιχα;

Στο ερώτημα αυτό μπορεί να απαντήσει μόνο ο χρόνος, και οι κινήσεις των κομματικών σχηματισμών στην πορεία του χρόνου, και ανάλογα με τις δυσκολίες ή τις ευκαιρίες που θα αναδυθούν πολιτικά για κάθε χώρο. Η πιθανότητα η άνοδος του ΚΙΝΑΛ να είναι κάτι σαν μήνας του μέλιτος των αλλαγών στα πρόσωπα και της αυξημένης δημοσιότητας του χώρου που έφεραν οι εκλογές του είναι υπαρκτή.

Όμως για το Σύριζα ποσοστά της τάξης του 19-20% του εκλογικού σώματος που δηλώνουν με σιγουριά, και αμετάκλητα ότι θα ψηφίσουν το αριστερό κόμμα, σημαίνουν πολλά επιπλέον. Δείχνουν για πρώτη φορά το μέγεθος ενός συσπειρωμένου όγκου πιστών οπαδών, μετά και την εμφάνιση ενός παρόμοιου, νέου, εναλλακτικού ηγέτη, και μετά από την κόπωση 2μιση ετών άστοχης και άκαιρης αντιπολίτευσης σε κομβικά ζητήματα.

Σαν να φανερώνεται πλέον ότι το πιστό, δεσμευμένο, μαγεμένο κοινό του Αλέξη Τσίπρα, και του Σύριζα δευτερευόντως αντιπροσωπεύει το 19% του εκλογικού σώματος, και όλα τα υπόλοιπα ποσοστά του σχηματισμού είναι διεκδικήσιμα από το ΚΙΝΑΛ, την ΝΔ και όποιον άλλον μπορεί να έλξει, να πείσει, και να θέλξει τους παλιούς ψηφοφόρους του σχηματισμού Συριζανέλ, που μετατράπηκε σε απλό Σύριζα, και είχε μετρήσει δυνάμεις κοντά στο 40% το 2015.

Όπως καταλαβαίνει κανείς το σκηνικό που διαμορφώνεται για το Σύριζα, από την πραγματικότητα, και την αποτύπωση της σε έρευνες, που το κόμμα της Κουμουνδούρου λατρεύει να αμφισβητεί, είναι ξεκάθαρα δυσάρεστο. 

Μοιάζουν οι επόμενοι μήνες να δύνανται να φέρουν ακόμη χειρότερα νέα για τον συγκεκριμένο χώρο, και ο χειμώνας που διανύουμε, μαζί με τις έντονες εξελίξεις στα της πανδημίας, που μπορούν σημάνουν κάτι σαν τέλος στην ταλαιπωρία των πολιτών, όλα δείχνουν ότι μπορεί να φέρουν σαρωτικές, δυσάρεστες αλλαγές, σε έναν χώρο που έχει μάθει να πορεύεται με την ορμή της αισιοδοξίας της στήριξης του «λαού» που ήδη φαίνεται να γίνεται ολοένα και λιγότερο ισχυρή.