13 Απριλίου 2021

Τα πενήντα, ο Καβάφης, το βουνό και μια πάστα Φλώρα

Το να γίνεσαι πενήντα είναι απελευθερωτικό. Τόσο απελευθερωτικό που κάθεσαι και το κοιτάς – κοίτα τι έγινε τώρα, άλλο τούτο πάλι! – και σε πιάνουν τα γέλια γιατί κάτι σου λέει ότι αυτό που συμβαίνει είναι τελικά ωραίο.
Το να γίνεσαι πενήντα είναι απελευθερωτικό. Τόσο απελευθερωτικό που κάθεσαι και το κοιτάς – κοίτα τι έγινε τώρα, άλλο τούτο πάλι! – και σε πιάνουν τα γέλια γιατί κάτι σου λέει ότι αυτό που συμβαίνει είναι τελικά ωραίο.

Κάπου στα είκοσι, σου λένε ότι έχεις να ανέβεις ένα βουνό. Προετοιμάζεσαι, συνήθως παρέα με φίλους που και αυτοί έχουν να ανέβουν τα δικά τους βουνά. Και γενικά έχει πλάκα, ίσως και λίγες στιγμές αγωνίας για το πως θα τα καταφέρεις. Γενικά όμως έχει πλάκα, σχεδιάζεις, ονειρεύεσαι ή όχι, παραμυθιάζεσαι ίσως, έχεις και λίγες ψευδαισθήσεις αλλά δεν το ξέρεις ακόμη, θα το κάνεις με τον δικό σου τρόπο λες. Διαβάζεις Καβάφη και ίσως T.S.Eliot.  Έχεις δει και άλλους που ήδη προχωράνε προς τα πάνω, μπορεί να σε κοιτάνε και να χαμογελάνε ή και να σου φωνάζουν δυο κουβέντες σχετικά, ό,τι μπορείς να ακούσεις, αυτό που δεν ξέρεις ακόμη είναι πως είναι να είσαι εκεί που είναι, μάλλον - το φαντάζεσαι - ωραίο, δημιουργικό και ενδιαφέρον.

Κάπου στα τριάντα, έχεις πιάσει ρυθμό. Νιώθεις καλά γιατί πιστεύεις, αν όχι ότι έχεις πλήρη έλεγχο της κατάστασης σου, όπως και ανεξαρτησία, αυτονομία και άλλα τέτοια ωραία, τουλάχιστον ότι είσαι σε καλό δρόμο. Ανεβαίνεις συνήθως παρέα με αυτούς που έχεις επιλέξει και σε έχουν επιλέξει, γιατί ταιριάζουν οι ρυθμοί σας και μαζί νιώθεις ασφάλεια. Το μονοπάτι είναι ανηφορικό με στροφές, σε κάποια σημεία μπορεί και δύσβατο ή κακοτράχαλο θεωρείς, αλλά έχεις ενέργεια και θέληση και προσήλωση στον στόχο σου – που ίσως είναι λίγο θολός, αλλά δεν έχει σημασία – και, όσο δεν χάνεις τον ρυθμό σου, συνεχίζεις καλά και ευχάριστα. Χωρίς να το καταλάβεις έχεις μπει στη ζώνη ενός σχεδόν αυτοματοποιημένου βηματισμού κατά τον οποίο η δημιουργία – παιδιά, δουλειές, χόμπυ ή/και ό,τι άλλο - παίζει σημαντικό ρόλο στη χαρά σου και το ανάποδο. Το πράγμα δείχνει να ρολάρει, σε πάει και το πας, και κάπως έτσι συνεχίζεις να προχωράς. Αν αρχίζεις να  κουράζεσαι λίγο, ίσως δεν το καταλαβαίνεις ή δεν έχεις την «πολυτέλεια» να το καταλάβεις γιατί η προσήλωση σου στον ρυθμό - τον δικό σου ή/και των γύρω σου - σε παρασύρει, αλλά κάποιες στιγμές πιάνεις τον εαυτό σου να αναρωτιέται. Και μετά επανέρχεσαι στον οικείο ρυθμό σου γιατί αυτό σου δίνει και ασφάλεια.

Πλησιάζοντας τα σαράντα, τα ερωτηματικά επανέρχονται λίγο πιο πιεστικά – σαν μια αποτίμηση της μέχρι τότε πορείας σου - και πλέον αφορούν εσένα για εσένα. Είναι η ώρα που αναρωτιέσαι αν αυτό που ζεις είναι αυτό που πραγματικά είσαι και, αν όχι, τι πρέπει να αλλάξεις.

Και κάπως έτσι, κάπου στα σαράντα φτάνεις στην κορυφογραμμή και το μονοπάτι συνεχίζει στενότερο κατά μήκος της. Θέλεις λίγο να ξαποστάσεις αλλά δεν γίνεται, τώρα έχει αρχίσει να φυσάει, κοιτάς φευγαλέα πίσω τι έχεις κάνει, που έχεις φτάσει, έχεις ακόμη δυνάμεις αλλά καταλαβαίνεις ότι τώρα πρέπει να τις διαχειριστείς καλύτερα ή διαφορετικά. Μετράς τον εαυτό σου, τα μπαγκάζια σου, ό,τι κουβαλάς γιατί θεώρησες ότι θα σου ήταν χρήσιμο στην ανάβαση ή γιατί απλά στο έδωσαν - τα χρειάζεσαι όλα; τα θέλεις όλα; πώς θα προχωρήσεις; και με ποιους; Χρειάζεται να ζυγιστείς, να ανασυνταχθείς, να αποποιηθείς, να ξεκαθαρίσεις, να τακτοποιηθείς, να συντονιστείς, να ισορροπήσεις - χάνεις λίγο τον ρυθμό σου, τον ξαναβρίσκεις, συγκεντρώνεσαι στα βήματα σου ένα-ένα, το ξαναχάνεις, το ξαναβρίσκεις και πάει λέγοντας, ο καιρός έχει αγριέψει – ίσως φυσάει διαβολεμένα ή ρίχνει χαλάζι που σου πληγιάζει το πρόσωπο ή έχει ήλιο που σε τυφλώνει. Αν δυσκολέψουν πολύ τα πράγματα, μαθαίνεις να ζητάς βοήθεια από τους γύρω σου και την παίρνεις.

Είναι η ώρα της πραγματικότητας, τα βήματα της αυτογνωσίας πάνω στην κορυφογραμμή, όταν πιθανώς συνειδητοποιείς ότι ζούσες σε μια μικρή ή μεγάλη, προστατευτική φούσκα που αν δεν έσκασε, κινδυνεύει να σκάσει ή να την σκάσεις εσύ - με ό,τι δυσκολίες αυτό συνεπάγεται αλλά και με ό,τι δώρα θα σου φέρει, το τελευταίο δεν το ξέρεις ακόμη. Όπως και ότι δεν έχεις πάντα εσύ απόλυτο έλεγχο της κατάστασης – δες πως άλλαξε ο καιρός, ας πούμε. Δύσκολο. Άγρια όμορφο ίσως, θα το καταλάβεις αργότερα αυτό, αλλά δύσκολο.

Όμως προχωράς, σιγά-σιγά προχωράς και κάποτε φτάνεις στην κορυφή – όχι του βουνού, αλλά στην κορυφή που σηματοδοτεί τη μέση της ανάβασης σου, τη μέση της ενήλικης ζωής σου. Η φούσκα – αν υπήρχε – έχει σκάσει, το διαχειρίστηκες, μπορεί να τσακίστηκες, αλλά απέκτησες εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και αυτό φαίνεται, άσχετο που πια δεν σε νοιάζει. Ανέβηκες πίστα και αν έμαθες κάτι, αυτό είναι ότι η ζωή είναι μεγαλύτερη από αυτό που φαίνεται και σίγουρα πολύ μεγαλύτερη από αυτό που έβλεπες όσο ανηφόριζες, στον μικρόκοσμο σου.

Κάπου στα πενήντα, αναπνέεις πάλι κανονικά. Τα σημάδια της μέχρι τώρα ανάβασης στον αυχένα και στην κορυφογραμμή είναι εμφανή στο σώμα και στην ψυχή σου, ίσως μάλιστα πονάνε καμιά φορά, αλλά έχεις μάθει να διαχειρίζεσαι τον πόνο ή απλά και πολύ συνειδητά να τον ξεχνάς μέχρι που να μην υπάρχει και, το σημαντικότερο, έχεις μάθει να αγαπάς και να φροντίζεις τον εαυτό σου, αφού ξέρεις λίγο καλύτερα τις δυνάμεις σου, τις ανάγκες σου, τις επιθυμίες σου, αλλά και τα όρια σου σε όλα τα επίπεδα.

Κάποια μπαγκάζια τα κράτησες για τους δικούς σου λόγους και δεν σε βαραίνουν πια, είναι κομμάτι σου και είσαι εντάξει με αυτό, τα αγαπάς όσο και τον εαυτό σου γιατί είναι μέρος του - και μέσα σε αυτά είναι και εκείνη η πάστα Φλώρα που σου έδωσαν στην αρχή της διαδρομής, μια γλύκα που κράτησες ανέπαφη από όλους τους καιρούς, και τώρα μπορείς να χαλαρώσεις, να κεράσεις γύρω σου και να το απολαύσεις μιας και - με έναν τρόπο μαγικό - ακόμη και ο καιρός γλύκανε, άνοιξε, και η θέα, η οπτική από εδώ πάνω είναι αλλιώτικη, φρέσκια, καθαρή, πιο ολοκληρωμένη και τελικά θεραπευτική. Τώρα μπορείς να κοιτάς τα αστέρια και να γελάς.

Κάπου εκεί στα πενήντα, όταν γελάς, το κάνεις με την ψυχή σου. Και κερνάς, όχι γιατί έτσι πρέπει αλλά γιατί έτσι είσαι, και το χαίρεσαι, πραγματικά το χαίρεσαι.

Και έπεται συνέχεια, γιατί το μονοπάτι συνεχίζει και μπαίνοντας στα «-ήντα», της κατηγορίας που εκτείνεται μέχρι και τα ενενήντα και συμπεριλαμβάνει βέβαια τα παράφωνα ογδόντα, είσαι «τα τεκνά της κατηγορίας» και βρίσκεσαι μόλις στη μέση της ανάβασης, στη μέση της ενήλικης ζωής σου λέμε, και η ψηλότερη κορυφή του βουνού είναι μακριά ακόμη. Έχεις άλλο τόσο μέχρι να ανέβεις και μετά χρόνο εκεί επάνω για να το χαρείς πριν βαρεθείς και αρχίσεις να κατεβαίνεις, που και αυτό θέλει χρόνο.

Λένε ότι η ηλικία δεν είναι παρά ένας αριθμός. Είναι, αλλά αυτό δεν το ξέρεις από την αρχή, στην αρχή το παπαγαλίζεις, όπως και τον Καβάφη και πολλά άλλα που ουσιαστικά δεν καταλαβαίνεις. Τα καταλαβαίνεις όσο περνάνε τα χρόνια και οι κορυφές μία μετά την άλλη γίνονται βιώματα και αλλάζει η οπτική σου και ο τρόπος που αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα, όσο προχωράς. Άλλωστε ο χρόνος δεν μετριέται σε λεπτά, αλλά σε ένταση και για να τα εμπεδώσεις όλα αυτά πρέπει να έχεις βιώσει τις βαθιές και πολύ μεταμορφωτικές προσωπικές σου εντάσεις, όπως και το αδιαμφησβήτητο γεγονός ότι το σύμπαν έχει ανεξέλεγκτο χιούμορ και καμμιά φορά παίζει μαζί σου Snakes and Ladders στο βουνό.  Συνεπώς οι παραπάνω ηλικίες είναι ενδεικτικές, οι εμπειρίες σου όμως είναι αληθινές, όπως και η διαδρομή σου.

Και κάπου μεταξύ ανάβασης, κορυφής και κατάβασης, άμα έχεις κέφι, ίσως μοιραστείς την γνώση και όση σοφία αποκόμισες από την μέχρι τώρα εμπειρία σου με αυτούς που τώρα ξεκινάνε και που μάλλον δεν θα καταλάβουν τι τους λες, όπως μάλλον δεν καταλάβαινες και εσύ στην αρχή.

Αλλά όταν σε ρωτήσουν γιατί τελικά παιδεύεσαι και συνεχίζεις να ανεβαίνεις αυτό το απίστευτο βουνό, η απάντηση είναι μία: γιατί το βουνό είναι εκεί.

Μέσα σε όλα, μέρος του Όλον, μοναδικό και υπέροχα μαγικό. Το δικό σου βουνό.