12 Μαΐου 2022

Το πραξικόπημα στο Κρεμλίνο

Πώς ο Πούτιν και οι υπηρεσίες ασφαλείας κατέλαβαν το ρωσικό κράτος
Πώς ο Πούτιν και οι υπηρεσίες ασφαλείας κατέλαβαν το ρωσικό κράτος

Από την Nina Khruscheva  

Η Nina Khruscheva είναι καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στο New School.

Στις 20 Δεκεμβρίου 1999, ο Βλαντιμίρ Πούτιν απευθύνθηκε σε ανώτερους αξιωματούχους της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας (Federal Security Service, FSB) της Ρωσίας στα κεντρικά γραφεία του [κτιρίου] Lubyanka κοντά στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας. Ο πρόσφατα διορισθείς 47χρονος πρωθυπουργός, ο οποίος είχε τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη στην FSB, την επισκεπτόταν για να επισημάνει την γιορτή προς τιμήν των ρωσικών υπηρεσιών ασφαλείας. «Η αποστολή της διείσδυσης στο ύψιστο επίπεδο της κυβέρνησης έχει επιτευχθεί», αστειεύτηκε ο Πούτιν.

11052022-1.jpg

Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, σε μια στρατιωτική παρέλαση στη Μόσχα, τον Μάιο του 2021. Mikhail Metzel / Sputnik Photo Agency
---------------------------------------

Οι πρώην συνάδελφοί του γέλασαν. Αλλά το αστείο ήταν σε βάρος της Ρωσίας.

Ο Πούτιν έγινε υπηρεσιακός πρόεδρος λιγότερο από δύο εβδομάδες αργότερα. Από την αρχή της διακυβέρνησής του, έχει εργαστεί για να ενδυναμώσει το κράτος ώστε να αντιμετωπίσει το χάος του μετασοβιετικού καπιταλισμού και του ασταθούς εκδημοκρατισμού. Για να επιτύχει αυτόν τον σκοπό, θεώρησε απαραίτητο να ανυψώσει τις υπηρεσίες ασφαλείας της χώρας και να τοποθετήσει πρώην αξιωματούχους ασφαλείας ως επικεφαλής κρίσιμων κυβερνητικών οργάνων.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η προσέγγιση του Πούτιν έχει αλλάξει. Όλο και περισσότερο, η γραφειοκρατία εκτοπίζει τις προσωπικότητες υψηλού κύρους που κυριαρχούσαν στο παρελθόν. Και καθώς ο Ρώσος πρόεδρος έχει φτάσει να βασίζεται σε αυτούς τους γραφειοκρατικούς θεσμούς για να προωθήσει την εδραίωση του ελέγχου του, η ισχύς τους έχει αυξηθεί σε σχέση με άλλα όργανα του κράτους. Αλλά δεν ήταν παρά τον Φεβρουάριο, όταν ο Πούτιν έδωσε τις εντολές να αναγνωριστεί πρώτα η ανεξαρτησία των αυτοανακηρυχθεισών δημοκρατιών της Ντονέτσκ και της Λουχάνσκ και στην συνέχεια, λίγες ημέρες αργότερα, να σταλούν ρωσικά στρατεύματα στην Ουκρανία, που η πλήρης κατάληψη από τον νέο μηχανισμό ασφαλείας έγινε εμφανής.

Τις πρώτες ημέρες του πολέμου, οι περισσότεροι κλάδοι του ρωσικού κράτους έμοιαζαν αιφνιδιασμένοι από την αποφασιστικότητα του Πούτιν να εισβάλει, και κάποιοι εξέχοντες αξιωματούχοι φάνηκαν ακόμη και να αμφισβητούν, αν και δειλά, την λογική της απόφασης. Όμως, τις εβδομάδες που πέρασαν έκτοτε, τόσο η κυβέρνηση όσο και η κοινωνία έχουν συνταχθεί πίσω από το Κρεμλίνο. Η διαφωνία είναι πλέον έγκλημα, και άτομα που κάποτε κατείχαν την εξουσία να λαμβάνουν αποφάσεις -ακόμη και οριοθετημένα- έχουν βρεθεί όμηροι θεσμών, μοναδικός σκοπός των οποίων είναι η ασφάλεια και ο έλεγχος. Αυτό που έχει συμβεί είναι, στην πραγματικότητα, ένα πραξικόπημα της FSB στην FSB: η Ρωσία ήταν ένα κράτος στο οποίο κυριαρχούσαν οι δυνάμεις ασφαλείας, αλλά πλέον μια απρόσωπη γραφειοκρατία ασφαλείας έχει γίνει το κράτος, με τον Πούτιν να κάθεται στην κορυφή.

Η ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΩΝ ΤΣΕΚΑΔΩΝ

Η σύγχρονη FSB εντοπίζει τις απαρχές της στην Επανάσταση των Μπολσεβίκων το 1917, όταν η Πανρωσική Έκτακτη Επιτροπή (All-Russian Extraordinary Commission), γνωστή και ως Τσέκα (Cheka), κυνήγησε τους εχθρούς του νέου σοβιετικού κράτους υπό την βίαιη ηγεσία του Felix Dzerzhinsky. Οι μεταγενέστερες επαναλήψεις της, το Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων (NKVD) και το Υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας (MGB), εξελίχθηκαν υπό την διακυβέρνηση του Σοβιετικού ηγέτη, Ιωσήφ Στάλιν, και σε αυτά ηγήθηκαν, πλέον διαβοήτως, ο Genrikh Yagoda την δεκαετία του 1930 και ο Λαβρέντι Μπέρια τις δεκαετίες του 1940 και του 1950. Η KGB έγινε η κύρια υπηρεσία ασφαλείας της Σοβιετικής Ένωσης το 1954 υπό τον Νικήτα Χρουστσόφ, τον διάδοχο του Στάλιν. Την επόμενη δεκαετία, ο Χρουστσόφ επέκτεινε την εποπτεία του Κομμουνιστικού Κόμματος στους θεσμούς ελέγχου του σοβιετικού κράτους, περιορίζοντας την επιρροή τους. Αλλά αφότου εκδιώχθηκε ο Χρουστσόφ το 1964, ο Γιούρι Αντρόποφ, ο επί μακρόν επικεφαλής της KGB, ανέκτησε την χαμένη εξουσία του οργανισμού, φέρνοντας την υπηρεσία ασφαλείας στο απόγειο της ισχύος της την δεκαετία του 1970.

Ο Αντρόποφ συνέχισε για να ηγηθεί της Σοβιετικής Ένωσης ως γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος από το 1982 έως το 1984. Ήταν αμείλικτος στην επιβολή του ιδεολογικού ελέγχου. Οποιαδήποτε «εκτροπή» —όπως η κρυφή διαφωνία με σοβιετικές πολιτικές— αποτελούσε λόγο για δίωξη. Κάποιοι διαφωνούντες φυλακίστηκαν ή τοποθετήθηκαν σε ψυχιατρικές πτέρυγες για «επανακατάρτιση», ενώ άλλοι υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν. Ζώντας στη Μόσχα εκείνη την εποχή, θυμάμαι τις επιδρομές της αστυνομίας για να συλλάβει νωχελικούς πολίτες και τους αξιωματικούς της KGB με πολιτική περιβολή -που λειτουργούσαν σαν οργουελιανή «αστυνομία σκέψης»- να περιφέρονται κρυφά στους δρόμους της πόλης, και να θέτουν υπό κράτηση ανθρώπους τους οποίους υποπτεύονταν ότι δεν πήγαν στην εργασία τους ή ότι είχαν υπερβολικό ελεύθερο χρόνο. Ήταν μια ατμόσφαιρα απόλυτου ελέγχου, με την KGB του Αντρόποφ [να είναι] πλήρως επικεφαλής.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε ο Σοβιετικός ηγέτης, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, χαλάρωσαν την λαβή των δυνάμεων ασφαλείας. Η περεστρόικα υποτίθεται ότι θα ανανέωνε την Σοβιετική Ένωση -κάποιοι μελετητές ισχυρίζονται ακόμη ότι και ο Αντρόποφ είχε ρόλο στο πρόγραμμα- αλλά κατέληξε να απειλεί την επιβίωση του καθεστώτος. Ο τελευταίος σοβιετικός ηγέτης στράφηκε εναντίον των κυρίων του στην KGB, αποκαλύπτοντας τα εγκλήματα του σταλινισμού και προχωρώντας σε ένα άνοιγμα προς την Δύση. Όταν το Σιδηρούν Παραπέτασμα έπεσε το 1989 και τα σοβιετικά κράτη-δορυφόροι της ανατολικής Ευρώπης εγκατέλειψαν την σφαίρα επιρροής της Μόσχας, η KGB στράφηκε εναντίον του Γκορμπατσόφ, εξαπολύοντας δύο χρόνια αργότερα ένα αποτυχημένο πραξικόπημα που επιτάχυνε την σοβιετική κατάρρευση.

Πηγή : Foreign affairs Greek edition