Πριν από 6 ημέρες

Η Ευνοούμενη Ι Η εύνοια είναι ένα αεράκι που αλλάζει κατεύθυνση διαρκώς

The Favorite | Η ευνοούμενη | Klik | Γιώργος Λάνθιμος | ταινία | Μανταλένα Μαρία Διαμαντή | κριτική
Ο Γιώργος Λάνθιμος έχει πέντε σπουδαία «εργαλεία» στα χέρια του τα οποία χειρίστηκε εξαιρετικά. Μια ταινία με διαχρονικά μηνύματα καθώς  όσοι αιώνες και να περάσουν, η ανθρώπινη τάση για απόκτηση εξουσίας, καλώς ή κακώς θα κυριαρχεί.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Ο Γιώργος Λάνθιμος έχει πέντε σπουδαία «εργαλεία» στα χέρια του τα οποία χειρίστηκε εξαιρετικά. Μια ταινία με διαχρονικά μηνύματα καθώς όσοι αιώνες και να περάσουν, η ανθρώπινη τάση για απόκτηση εξουσίας, καλώς ή κακώς θα κυριαρχεί.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

«Η εύνοια είναι ένα αεράκι που αλλάζει  κατεύθυνση διαρκώς». Αυτή ήταν κατά τη γνώμη μου, η φράση-κλειδί σε ένα έργο που όπως όλα δείχνουν, θα γράψει ιστορία στην τελετή απονομής βραβείων Όσκαρ. 

Μια ταινία που σου κινεί το ενδιαφέρον να τη δεις για αρκετούς λόγους. Ο κυριότερος ; Λόγω του Έλληνα σκηνοθέτη του, Γιώργου Λάνθιμου, ο οποίος κρατώντας καλά το «κοκαλάκι της νυχτερίδας», με ταλέντο, υπομονή, επιμονή και σκληρή δουλειά, αγγίζει το όνειρο...

Με το μεγάλο βραβείο της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ Βενετίας και 10 υποψηφιότητες στα Όσκαρ, ανάμεσα στις οποίες καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας για τον Λάνθιμο, για το σενάριο και τις τρεις γυναικείες ερμηνείες, αλλά και το υποδειγματικό μοντάζ του Γιώργου Μαυροψαρίδη... Την κατάκτηση  του βραβείου της καλύτερης βρετανικής ταινίας της χρονιάς στα βραβεία BAFTA 2019,  το βραβείο για το δεύτερο γυναικείο ρόλο (Ρέιτσελ Βάις) , αυτό του πρωτότυπου σεναρίου αλλά και αυτό του σχεδιασμού παραγωγής, το βραβείο του καλύτερου μακιγιάζ-κομμώσεων... δίχως αμφιβολία νιώθει ήδη δικαιωμένος και δηλώνει:  "Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Είναι μία μεγάλη τιμή για μένα. Ξέρετε, αυτή η ταινία πήρε 20 χρόνια για να γίνει".

Ο Γιώργος Λάνθιμος- ο οποίος για πρώτη φορά δεν υπογράφει σενάριο σε έργο του- «πατά» με ευρηματικό τρόπο σε ένα ιδιαίτερα «ζουμερό» σενάριο των Ντέμπορα Ντέιβις και Τόνι Μακναμάρα.

Το καλογραμμένο σενάριο της ταινίας στοχεύει στην "καρδιά" της ανθρώπινης ύπαρξης. Το ένστικτο της επιβίωσης και όλα αυτά που θα κάναμε για να το εξυπηρετήσουμε. Να αναζητήσουμε την "προστασία" εκείνη που μας επιτρέπει να επιβιώσουμε. Και σε γήινο επίπεδο εκείνο που αντιρποσωπεύει την "θεία" προστασία που όλοι στο βάθος αναζητάμε, εκπροσωπείται από την ανθρώπινη εξουσία, τουλάχιστον στο πνεύμα αυτής της ταινίας. Όμως η ανθρώπινη εξουσία-που αντιπροσωπεύει το "θείο"-στο επίπεδο της ταινίας είναι μια τραυματισμένη εξουσία. Όπως συμβαίνει και με τις επιθυμίες του "θείου" που δεν μπορύμε να ερμηνεύσουμε, η Βασίλισσα Άννα-το κέντρο της ταινίας- είναι τραυματισμένη από την απώλεια των 17 παιδιών της και επιπλέον ευάλωτη και φιλάσθενη. Γύρω από αυτό το τραυματισμένο κέντρο συσωρεύονται όλοι εκείνη που ζητούν την εύνοια και την προστασία της, σ` ένα θανάσιμο παιχνίδι, όπου αυτό που κυριαρχεί είναι το "ο θάνατος σου η ζωή μου". Και αυτά που ξεπροβάλλουν είναι τα ελαττώματα της ανθρώπινης φύσης, με πρώτα την αχαριστία και την αλαζονία, που προσφέρει η προσέγγιση στην εξουσία. Ανάλογα με το ποια θα είναι η "ευνοούμενη" της Βασίλισσας, που δεν έχει μυαλό να ασχοληθεί με την εξουσία της, γίνονται πόλεμοι, άνθρωποι σκοτώνονται ή καταστρέφονται. Ένα σχόλιο για την εξουσία που παραμένει πάντα επίκαιρο, καθώς σε όλο το εύρος της ανθρώπινης Ιστορίας, η εξουσία ζούσε πάντα σε ένα απομονωμένο πεδίο από την μάζα που υφίσταται τις επιλογές της.

Υιοθετώντας ένα εντελώς διαφορετικό στυλ- σε σχέση με τις προηγούμενες ταινίες του- τολμά να εξελιχθεί και να δείξει τις εξαιρετικές ικανότητες του, «διευθύνοντας» με μαεστρία τους συντελεστές της ταινίας.

 Με ξάφνιασε στην αρχή η εκτενής  χρήση ευρυγώνιων και fish-bowl πλάνων, που περαπέμπουν σε θεατρική «ματιά». 

Έχει πέντε σπουδαία «εργαλεία» στα χέρια του τα οποία χειρίστηκε εξαιρετικά. Ταλαντούχους ηθοποιους, υπέροχα κουστούμια της τρις οσκαρούχου Σάντι Πάουελ, εκπληκτικούς χώρους όπου διαδραματίζονται οι σκηνές , μουσική εποχής που πλαισιώνει με εμβληματικό τρόπο το έργο και φυσικά μια αληθινή ιστορία που μπορεί να ανήκει στον 17ο αιώνα,  είναι, όμως, διαχρονική και μεγάλης σημασίας τα μηνύματα που «περνάει» στους θεατές...

Ας δούμε όμως ποιά είναι η υπόθεση του έργου καθώς και κάποια γεγονότα εκείνης της περιόδου.

Ο Γουλιέλμος Γ΄ πεθαίνει  στις 8 Μαρτίου του 1702 και η Άννα στέφεται βασίλισσα στις 23 Απριλίου 1702,  βασιλεύοντας για δώδεκα έτη μέχρι το θάνατο της τον Αύγουστο του 1714. Η Άννα ήταν η τελευταία Βασίλισσα της Αγγλίας και η τελευταία Βασίλισσα των Σκώτων.

Η ζωή της σημαδεύεται από συνταρακτικά γεγονότα που αφορούν τόσο την προσωπική της ζωή αλλά και σε σχέση με τη διαδοχή στο Στέμμα, αλλά και θρησκευτική πόλωση. 

Η βασίλισσα Άννα είναι  ένα εξαιρετικά φιλάσθενο άτομο που δέχτηκε άσχημα χτυπήματα της μοίρας.  Κανένα από τα 17 παιδιά που γέννησε δεν έζησε περισσότερο  από 11 χρόνια.  Στο υπνοδωμάτιό της ζουν σε κλουβιά 17 κουνέλια τα οποία συμβολίζουν την αθωότητα και την αναπαραγωγή, ισοδυναμόντας με τα παιδιά που έχασε. Η ίδια, νιώθοντας αδύναμη,  κατατρεγμένη και τόσο μόνη, υιοθετεί μια εντελώς παθητική στάση όσον αφορά τη βασιλεία της, προτιμώντας να δώσει σε άλλα πρόσωπα τη σκυτάλη. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια της όπου απογοητευμένη κλαίει και λέει ότι όλοι την έχουν εγκαταλείψει.

Περίπου το 1673, η Άννα ( Ολίβια Κόλμαν) γνωρίζει τη Λαίδη Σάρα Τζέννινγκς, η οποία γίνεται στενή της φίλη και συμβουλός της.  Εκμεταλλευόμενη  τα προβλήματα της βασίλισσας, της «δίνει» κάποιες στιγμές ερωτικής απόλαυσης, ασκώντας σε εκείνη τεράστια συναισθηματική επιρροή. Στόχος της; Να την εξουσιάζει κυβερνώντας εκείνη στην ουσία την αυτοκρατορία.

Ο τρόπος που δημιουργεί αυτόν τον ισχυρό δεσμό με την Άννα είναι ιδιαίτερα χειριστικός. Σε διάφορες φάσεις «κρίσης» της σχέσης τους, τής φέρνει στο μυαλό  όμορφες αναμνήσεις τους, υπενθυμίζοντας της ότι τής είναι απαραίτητη. Δεν την κολακεύει, ούτε της αναπτερώνει το ηθικό. Βρίσκει κάθε φορά την αφορμή να τη ρίξει ψυχολογικά τονίζοντας έτσι το πόσο εξαρτώμενη είναι από εκείνη. Δεν διατάζει να παρομοιάσει το πρόσωπο της με  «ασβό» εξηγώντας της ότι «δεν θα της πει ποτέ ψέμματα γιατί αυτό είναι αγάπη»... 

Η ευνοούμενη Σάρα, νομίζει ότι είναι κυρίαρχος του παιχνιδιού και πως μπορεί να κάνει ό,τι εκείνη επιθυμεί. Μέχρι που παίρνει  υπό την προστασία της μια ξαδέλφη της ως νέα υπηρέτρια, την Άμπιγκεϊλ. 

Πρόκειται για ένα κορίτσι που κάποτε είχε τίτλο ευγενίας. Οι δυσκολίες ωστόσο, ανάγκασαν κάποτε τον πατέρα της να την πουλήσει κι εκείνη να καταλήξει ως σκεύος ηδονής στο δρόμο. Ένα κορίτσι που ανέπτυξε σε μεγάλο βαθμό το ένστικτο της επιβίωσης, αποφασίζοντας να ρισκάρει και να κάνει τα πάντα προκειμένου να ξεφύγει από τη δυσάρεστη κατάστασή της. Πίσω από την αγγελική ομορφιά της κρύβεται μια ραδιούργα, δολοπλόκα, αδίστακτη  γυναίκα η οποία βάζει ένα προσωπικό στοίχημα: να κερδίσει την εύνοια της βασίλισσας κολακεύοντάς την. Αντιλαμβάνεται την ιδιαίτερη σχέση της Άννας με τη Σάρα (Ρέιτσελ Βάις) και καταφέρνει σταδιακά να την εκτοπίσει και να γίνει η ίδια η «ευνοούμενή» της. Ξέρει ότι το «όπλο» για να αποκτήσει την πολυπόθητη εξουσία, είναι το σεξ. Δεν υπάρχει κανένα απολύτως συναίσθημα για εκείνη. Όλα τα αντιμετωπίζει με αφοπλιστικό κυνισμό. Τους άνδρες δε, τους χειρίζεται σαν παιχνίδι θεωρώντας τους υποδεέστερους. Αντιπροσωπευτική είναι η σκηνή με τον όμορφο αριστοκράτη (Τζο Άλγουιν), όταν ανοίγει απρόσκλητος και ερεθισμένος  την πόρτα  της Άμπιγκεϊλ (Έμα Στόουν) κι εκείνη τον περιπαίζει ρωτώντας τον:  «ήρθες να με ξελογιάσεις ή να με βιάσεις», κι εκείνος  απαντά, «μα, είμαι gentleman» κι εκείνη του λέει «ορίστε, βίασε με λοιπόν!». Ακόμη και την πρώτη νύχτα του γάμου τους, η Άμπιγκειλ, τον ικανοποιεί απολύτως μηχανικά, ενώ λέει φωναχτά τις ραδιούργες σκέψεις της για το πως να εκτοπίσει τη Σάρα -σε περίπτωση που την «απειλήσει» ξανά-.

Το παιχνίδι της εξουσίας και ο «θρόνος» είναι τόσο δελεαστικά και «γλυκά»... Η Σάρα δεν είναι διατεθειμένη να τα μοιραστεί με κανέναν. Η απελπιστική της κίνηση να   εκβιάσει την Άννα ότι θα δημοσιεύει τις ερωτικές επιστολές της, αποβαίνει μοιραία και την οδηγεί στην εξορία. Η Άννα  συνειδητοποιεί για πρώτη φορά ότι τόσο καιρό εμπιστευόταν έναν άνθρωπο που εκμεταλλευόταν την εύνοιά της. Με τις κολακείες της δεύτερης «ευνοοούμενης», ανακτά τις δυνάμεις και την αυτοπεποίθησή της. Αρχίζει να παίρνει τη σκυτάλη στο θέμα της βασιλείας. Ιδιαίτερα όταν αντιλαμβάνεται το αληθινό πρόσωπο της Άμπιγκειλ. Αποφασίζει, λοιπόν, να ανακτήσει το ρόλο της και να την εξουσιάσει. 

Οι ερμηνείες και των τριών γυναικών είναι εξαιρετικές. 

Η ´Εμα Στόουν είναι πραγματικά υπέροχη σ` ένα διαφορετικό ρόλο που την «τσαλακώνει». Η κόντρα- ερμηνεία της Ρέιτσελ Βάις με την «ανδρική» χροιά είναι μοναδική. Εκείνη όμως που είναι η πραγματικά συγκλονιστική ηθοποιός της ταινίας όμως και της αξίζει το Όσκαρ Α` Γυναικείου ρόλου, είναι η Ολίβια Κόλμαν. Αποτυπώνει με ζηλευτό τρόπο    την ασχήμια, την ανασφάλεια, την αδυναμία, τη φιλασθένεια, σε συνδυασμό με μια ιδιαίτερη αφέλεια και  παιδικότητα.  Αλλά και την κατάχρηση εξουσίας... Μια γυναίκα που με ένα βλέμμα μπορεί να δείξει αδυναμία και να κλάψει,  αλλά και να κόψει κεφάλια... 

Μελέτησα προσεκτικά αυτήν την ταινία και θεωρώ ότι η δύναμή της κρύβεται στα διαχρονικά μηνύματά της. Σε κάθε εποχή, όσα χρόνια, όσοι αιώνες και να περάσουν, η ανθρώπινη τάση για απόκτηση εξουσίας, καλώς ή κακώς θα κυριαρχεί. Πάντα θα υπάρχουν οι κόλακες κι εκείνοι που είναι διατεθειμένοι να κάνουν τα πάντα προκειμένου να φτάσουν «ψηλά» στην ιεραρχία. Και πάντα θα υπάρχουν και οι εξουσιαστές που θα εκμεταλλεύονται τη δύναμη και τη θέση τους. Ένα παιχνίδι εξουσίας που δεν τελειώνει ποτέ, γιατί εκεί που κάποιος νομίζει ότι το κέρδισε, στο επόμενο καρέ έχει εκτοπιστεί... Σαν το αεράκι είναι η «εύνοια» όπως πολύ σωστά είπε ο Χάρλευ στην Άμπιγκειλ. 

Όσο για το «ποιος» είναι κάποιος στην πραγματικότητα; Τα λόγια του Αβραάμ Λίνκολν κρύβουν όλη την αλήθεια: «Αν θέλεις να καταλάβεις το χαρακτήρα ενός ανθρώπου, δώστου εξουσία.»