04 Μαρτίου 2019

Η σύζυγος Ι Πίσω από κάθε `σπουδαίο` άνδρα, κρύβεται μια ακόμη πιο σπουδαία γυναίκα.

Μπορεί η πρωταγωνίστριά της ταινίας, Glenn Close,  να έχασε το Όσκαρ, άφησε όμως μια εξαιρετική ερμηνεία. `Ένα έργο για την παγίδα της ανασφάλειας & του συμβιβασμού που εγκλωβίζει τα ζευγάρια μέχρι να έρθει η κάθαρση.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Μπορεί η πρωταγωνίστριά της ταινίας, Glenn Close, να έχασε το Όσκαρ, άφησε όμως μια εξαιρετική ερμηνεία. `Ένα έργο για την παγίδα της ανασφάλειας & του συμβιβασμού που εγκλωβίζει τα ζευγάρια μέχρι να έρθει η κάθαρση.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Τη «Σύζυγο» την είδα μετά την 91η απονομή των βραβείων Όσκαρ, που σημαίνει ότι ήδη γνώριζα ότι η πρωταγωνίστριά του, Glenn Close, είχε χάσει για 7η φορά το πολυπόθητο βραβείο...Τη συγκεκριμένη,  από την  Olivia Colman   της «Ευνοούμενης» σε σκηνοθεσία του Γιώργου Λάνθιμου. 

Αυτό,  ωστόσο,  δεν επηρέασε την αντικειμενική κριτική μου, όσον αφορά στο σενάριο, την πλοκή της ταινίας, αλλά και τις ερμηνείες. 

Ένα έργο που αρκεί να δεις το τρέιλερ για να υποψιαστείς την υπόθεση και το πως εναλλάσσονται κι εξελίσσονται τόσο οι «ρόλοι» όσο κι οι χαρακτήρες, μέσα σε έναν πολυετή«αγώνα» συμβίωσης. 

 Βρισκόμαστε στο 1992, όταν ένας ηλικιωμένος λογοτέχνης, ο Τζόζεφ (Jonathan Pryce), αγωνιά να μάθει αν θα του απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ. Προσπαθεί να «ξεχαστεί», ερωτοτροπώντας μοναχικά με την σύζυγό του. Εκείνη  τη στιγμή, δέχεται τηλεφώνημα από τη Σουηδική Ακαδημία που του απονέμει το βραβείο. Πρόκειται για μια ύψιστη στιγμή υπέρμετρης ευτυχίας για τον συγγραφέα ο οποίος αντιδρά με απίστευτα παιδικό τρόπο μαζί με την γυναίκα του Τζόαν. Συγκεκριμένα, χοροπηδάνε στο κρεβάτι από τη χαρά τους. Εκείνος, δε, επαναλαμβάνει τη φράση: «Κέρδισα το Νόμπελ!»

Κάτι που για να είμαι ειλικρινής - μου «χτύπησε» κάπως αρνητικά. Γιατί... όταν μοιράζεσαι τη χαρά σου με τη σύντροφο της ζωής σου, ταιριάζει περισσότερο η λέξη : «εμείς», για ό,τι και να είναι αυτό.

Παρακολουθώντας την εξέλιξη της ταινίας, αποδείχθηκε ότι είχα δίκιο.

Από τη λαμπρή είδηση της νίκης μέχρι το ταξίδι στη Σκανδιναβία και την απονομή μεσολαβούν ανάμεικτα συναισθήματα -που δυσκολεύονται να εξωτερικευθούν στο παρελθόν- καθώς και σημαντικές αναδρομές στο παρελθόν του ζευγαριού. Η γνωριμία τους ξεκινά στα τέλη της δεκαετίας του `50, όταν εκείνη ήταν μια ταλαντούχα, φιλόδοξη σπουδάστρια Λογοτεχνίας κι εκείνος , παντρεμένος καθηγητής της. Το ειδύλλιο δεν αργεί να γεννηθεί ανάμεσά τους. Ο Τζόζεφ τη συμβουλεύει για το γράψιμό της και την συστήνει κάποτε σε μια συγγραφέα, η  οποία παίζει  καταλυτικό ρόλο στην αποθάρρυνσή της να συνεχίσει. Της εξηγεί ότι στη δεκαετία του ‘60, ο χώρος της λογοτεχνίας ήταν  ιδιαίτερα ανδροκρατούμενος και πως αν συνέχιζε, τα έργα της θα έμεναν στο ράφι της σχολής της. Όπως συνέβη και με την ίδια. 

Η Τζόαν, παρά τη δύναμη της γραφής της και της εξαιρετικής ευστροφίας της, επιλέγει να παραμεινει δέσμια των ανασφαλειών και των φόβων της. 

Όπως, μάλιστα,  είχε αποκαλύψει σε μια συζήτηση, δεν είχε την προσωπικότητα να αντιμετωπίσει τη δυσκολία της επιτυχίας και της αναγνωρισιμότητας. Κάτι τέτοιο θα την άγχωνε. 

Χαρακτηριστική είναι η σκηνή όπου ο εξηγεί στον αγαπημένο της ότι το μυθιστόρημά του δεν είναι καλό. Εκείνος εξοργίζεται και της ζητά να χωρίσουν αφού -όπως της λέει, κρίνοντας από το σχόλιό της- δεν τον αγαπά και να διακόψουν τη σχέση τους. Εκείνη, κυριευμένη από την αδυναμία της, τον ικετεύει να μην χωρίσουν ποτέ γιατί «δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εκείνον». Κι αυτή η αίσθησή της πως είναι αδύνατο να τα καταφέρει μόνη της, έχει ένα βαρύ τίμημα. Να ζει στην σκιά του συντρόφου και μετέπειτα συζύγου της, να μην εξελίσσεται στον τομέα που έχει χάρισμα και... να «διορθώνει» τα άχαρα έργα του, τα οποία είχαν μεν πλοκή, αλλά όχι «ψυχή». Στην ουσία, δηλαδή, εκείνη τα γράφει. 

Ο σύζυγός της, μάλιστα, όπως φαίνεται σε διάλογο που έχει με το γιο τους (Max Irons)- ο οποίος τους συνοδεύει στην Στοκχόλμη για την απονομή- δεν θυμάται ούτε τους ήρωες των «έργων του»...

Η αλήθεια της Τζόαν, παραμένει καλά καλυμμένη για περισσότερα από σαράντα χρόνια. Έρχεται όμως το πλήρωμα του χρόνου και οι σωστές αφορμές για να την οδηγήσουν σε μια διαφορετική αντιμετώπιση των καταστάσεων. Σαν να γίνεται μια αναγέννηση της χαμένης της αυτοπεποίθησης. 

Τρεις παράγοντες συντελούν σε αυτό.

Πρώτον, η αρνητική αντιμετώπιση του συζύγου της ως προς τον γιο τους - ο οποίος γράφει. Και γράφει πολύ ωραία - όπως του λέει με χαρά η μητέρα του-. Με την σχετικά απαξιωτική συμπεριφορά του πατέρα, ίσως της γεννιούνται αντίστοιχες μνήμες του παρελθόντος που αφορούσαν την ίδια.

«Δε χρειάζεται την αποδοχή μου για να γράφει.» της λέει ο Τζόζεφ κι εκείνη απαντά: 

«Όλοι χρειάζονται την αποδοχή!»

Δεύτερον, εμφανίζεται ένας φορτικός δημοσιογράφος, που προσπαθεί με κάθε τρόπο να πείσει το ζεύγος να του επιτρέπει να γράψει τη βιογραφία του Τζόζεφ. Ένας άνθρωπος που είχε κάνει εκτενή έρευνα τόσο στο επαγγελματικό τομέα και των δύο, όσο και στη μεταξύ τους σχέση. 

«Οι περισσότεροι μεγαλοφυείς άνδρες έχουν αύξημενη λίμπιντο και γι αυτό δεν θα πρέπει να παρεξηγούνται.» σχολιάζει, γνωρίζοντας ότι ο σύζυγος της είχε πολλές εξωσυζυγικές περιπέτειες. Συμπληρώνει παράλληλα ότι :

«Οι απιστίες είναι ένας βαθύς φόβος  ανεπάρκειας», περιμένοντας την Τζόαν να του δώσει τις απαντήσεις που θα τον διευκόλυναν. 

Εκείνη όμως παραμένει σιωπηλή και απόλυτα κοντρολαρισμένη εξωτερικά. 

“Μην με απεικονίζετε ως θύμα, είμαι πολύ πιο ενδιαφέρουσα απ` αυτό», θα πει η Τζόαν στον επίμονο βιογράφο.

Μέσα της όμως, έχει ταραχθεί τόσο πολύ, που μια «σταγόνα» αχαριστίας είναι αρκετή για να εκραγεί. Κι αυτήν την σταγόνα της την «προσφέρει» ο Τζόζεφ, όταν αντιλαμβάνεται πως φλέρταρε με την προσωπική του φωτογράφο. Ο τρίτος παράγοντας που ενίσχυσε την τελική έκρηξή της.

 Σαν «από μηχανής»  θεός έρχεται το τηλεφώνημα της κόρης τους, η οποία τους ανακοινώνει τη γέννηση του εγγονού τους. Εκείνοι, συγκινημένοι, αφήνουν στην άκρη το μεταξύ τους πρόβλημα, αλλά όχι για πολύ...

«Δημιούργησα ένα βασιλιά.» λέει όταν την ρωτούν με τι ασχολείται. Και η πικρία της κορυφώνεται...

Η Τζόαν δυσφορεί τόσο πολύ με την κορυφαία στιγμή της βράβευσης- παρόλο που εκείνος την τιμά στην ομιλία του, λέγοντας πως ό,τι έχει καταφέρει το οφείλει σε εκείνη-. 

Στο μυαλό της γίνεται ένα γρήγορο flashback ικανό να διαλύσει σε μια στιγμή  ότι είχε φτιάξει τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. 

Μπορεί να είχε επιλέξει συνειδητά να στηρίξει το σύζυγό της και τη λογοτεχνική του καριέρα- απολαμβάνοντας μια ζωή κανονική κι «επιτυχημένη»- είχε όμως θυσιάσει τα όνειρα της. 

«Έκανες σκλάβα σου τη μάνα μου!» του είχε πει πριν την απονομή ο γιος τους, ο οποίος είχε μάθει από τον ενοχλητικό δημοσιογράφο την αλήθεια. 

«Δεν είμαστε κακοί άνθρωποι.» της λέει ο Τζόζεφ, υπονοώντας ότι τόσα χρόνια εκεινος υπογράφει τα εργα της.

Και πάλι μου χτυπούν «καμπανάκι» τα λόγια του. Ο πληθυντικός που χρησιμοποιεί, στην προκειμένη περίπτωση, γιατί έτσι τον συμφέρει, αντί να πει: «Δεν είμαι κακός».

Πόσο διαφορετικός ήταν τώρα σε αντίθεση με το ξεκίνημά τους... Την πρώτη φορά που του διόρθωσε βιβλίο του κι ενέκριναν την έκδοσή του, είχε πει:  «Θα εκδώσουν το βιβλίο μας.» Σωστός ο πληθυντικός, αρκεί να μην χρησιμοποιείται όπου μας συμφέρει. 

Αγανακτισμένη και πικραμένη με το πως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα στη ζωή της, αποφασίζει να αποχωρήσει και να του ζητήσει να χωρίσουν. 

Ο Τζόζεφ πανικόβλητος της λέει ότι αυτό είναι αδύνατο να συμβεί. Δεν μπορεί χωρίς εκείνη. Βλέπουμε μια σκηνή εντελώς αντιφατική από το ξεκίνημα της ιστορίας τους όπου η γυναίκα παρακαλάει τον άνδρα. Τώρα η γυναίκα σηκώνει ανάστημα. 

Όταν εκείνος συνειδητοποιεί ότι έχει πάρει την απόφασή της, ξεκινά να είναι πάλι χειριστικός, υποτιμώντας την ότι εκείνη μόνο ένα βιβλίο έχει γράψει δικό της και χωρίς επιτυχία. Της τονίζει ότι οι ιδέες ήταν όλες δικές του. 

Με τη σειρά της, η Τζόαν, του υπενθυμίζει ότι οσα έγραψε ήταν από όσα της είχαν συμβεί με τις απιστίες του... 

«Ακόμη και τότε έκλεβες από τη ζωή μου.» της απαντά κι εκείνη εξοργισμένη του λέει ότι δεν αντέχει άλλο τον εξευτελισμό αυτό. Δεν μπορεί να τον ακούει να διατυμπανίζει ότι η σύζυγος του δεν γράφει...

Κι έτσι,  όλα όσα βρίσκονταν κρυμμένα κάτω από την γαλήνια επιφάνεια ενός φαινομενικά «τέλειου γάμου», βγαίνουν στην επιφάνεια κι αποδεικνύουν ότι οι ανασφάλειες και η εξάρτηση του ενός για τον άλλον τους κράτησε τόσα χρόνια «μαζί». Είχαν συναινέσει σε μια σχέση που τους συνέφερε, αλλά κανένας από τους δυο δεν ήταν ευχαριστημένος στην ουσία. Ούτε κι εκείνος που του έγραφε τα εργα. Γιατί με αυτόν τον τρόπο, τον κρατούσε «δέσμιο» τόσα χρόνια...

Το τέλος ήταν αναμενόμενο. Ο Τζόζεφ που αντιμετώπιζε καρδιακά προβλήματα, παθαίνει καρδιακή προσβολή και πεθαίνει. Στον τελευταίο τους διάλογο τη ρωτάει με αγωνία  αν τον αγαπά. Η Τζόαν  λέει ότι τον αγαπάει πολύ. Ο σύζυγος της όμως της κρίνει ότι ποτέ δεν θα είναι σίγουρος γι αυτό. Όσο σοκαρισμένη και να είναι με το τέλος του, είναι έτοιμη να γυρίσει  νέα σελίδα στη ζωή της. Η ματιά της ομολογεί ότι έχει απαλλαχθεί από μια βασανιστική κατάσταση και ότι το μέλλον είναι δικό της.

Η υπόθεση του έργου ήταν απλή. Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών ήταν εκείνες που το ανέδειξαν, με αποτέλεσμα να μην θελεις να χάσεις σκηνή από την ταινία. Η Close ήταν εξαιρετική, δεν θα περίμενα ωστόσο να πάρει το Όσκαρ. Το σενάριο περιόριζε το ρόλο της, ο οποίος δεν ήταν «οσκαρικός», σε αντίθεση με αυτόν της Κόουλμαν.

Η Τζόαν και ο Τζόζεφ, είναι η κλασική περίπτωση ζευγαριού που αποφασίζει να πορευτεί μαζί, στηριγμένο στις ανασφάλειες και τις ελλείψεις του. 

Ο γάμος είναι κάτι σαν συμφωνία. Όλοι άλλωστε για κάποιο λόγο παντρεύονται. Είτε από έρωτα, είτε από συμφέρον, είτε για ψυχολογικούς λόγους, ή για οτιδήποτε άλλο. 

Η Τζόαν είχε ταλέντο αλλά μεγάλη ανασφάλεια κι ανύπαρκτη αυτοπεποίθηση να το υποστηρίξει. Όλα τα χρόνια της κοινης τους πορείας, θεωρούσε ότι ο άνδρας της ήταν ολόκληρος ο κόσμος της. Κι αυτό  εξαιτίας της αδυναμίας της να στηριχθεί στα πόδια της. Προτείνει να τον βοηθήσει να στήσει την καριέρα του που θα «πατά» στο δικό της χάρισμα  για να μην τον χάσει.

Ο Τζόζεφ, γνωρίζοντας ότι μειονεκτεί στο γράψιμο, δέχεται τη βοήθειά της. Συμβιβάζεται με μια υποτιμητική διαδικασία κι έτσι πορεύεται  με την καλυμμένη αδυναμία του. Αυτή η έλλειψη του είναι που τον κρατάει μαζί της. Δεν ήταν τυχαίες άλλωστε  οι πάμπολλες εξωσυζυγικές του σχέσεις που έκρυβαν υπέρμετρη ανασφάλεια και δυστυχία. 

Από τα σκληρά λόγια που εκτοξεύει στο τέλος ο ένας στον άλλον, είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπήρχε ουσιαστική αγάπη μεταξύ τους. Ο καθένας προέβαλε στον άλλον τα όνειρα και τις ελπίδες του. Δεν ήταν όμως ικανά να τους κρατήσουν μαζί ευτυχισμένους. Διάρκεια υπήρχε, όχι όμως  ουσιαστικό δέσιμο.

Και το κωμικοτραγικό της υπόθεσης είναι ότι το περιβάλλον τους θεωρούσε ότι τα περισσότερο από 40 χρόνια που ήταν μαζί, ομολογούσαν αγάπη και ταίριασμα. Οι ανασφάλειες και οι ελλείψεις τους ταίριαξαν, όπως γίνεται και στα περισσότερα ζευγάρια που παραμένουν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής τους. Αυτό είναι και το «μυστικό» των περισσότερων μακροχρόνιων σχέσεων. Όχι η αγάπη, αλλά ο συμβιβασμός με σκοπό την κάλυψη των προσωπικών αδυναμιών. Θέλει τόλμη να αποφασίσει κάποιος  να πορευτεί  μόνος του, απαλλαγμένος από τα παραπάνω. Δύσκολα αφήνεις όλα όσα με προσωπικές θυσίες και υπομονή απέκτησες για το «άγνωστο». Μήπως όμως μόνο τότε μαθαίνεις να αγαπάς και να εκτιμάς τον εαυτό σου; Την απάντηση τη έδωσε  η Τζόαν.

«Δώσατε δέκα χρόνια ζωής στον άνδρα μου» είπε η χαριτολογώντας σε συνέντευξη τύπου μετά τη νίκη του. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη τελικά. 

Τα χρόνια ζωής τα κερδίζει η ίδια... Όχι λόγω του Νόμπελ που στην πραγματικότητα εκείνη πήρε, αλλά λόγω του θανάτου του άνδρα της. Γιατί μαζί του «πέθανε» κι ένα παρελθόν με μια σκοτεινή συμφωνία που πολλά ζευγάρια πέφτουν στην παγίδα της. 

Τώρα είναι μόνη, απαλλαγμένη από αδυναμίες, φοβίες κι ανασφάλειες. Έχει φωνή. Είναι ο εαυτός της.