Αχέροντας: το ποτάμι που μιλάει
Ένα μικρό ταξίδι στον Άλλο Κόσμο.-Από τον Άρη Τερζόπουλο
Ήταν γύρω στις έξη το απόγευμα όταν έφτασα στον Αχέροντα. Έβαλα τα πράγματά στο δωμάτιο και μετά κατέβηκα κάτω. Τα τραπέζια από το εστιατόριο/καφέ του ξενοδοχείου έφταναν μέχρι τις όχθες του ποταμού. Ήταν στην μέση του καλοκαιριού αλλά ήμουν μόνος. Παρήγγειλα έναν καφέ και κάθισα στο τραπέζι που ήταν κοντά στο ποτάμι. Eίχα κοιμηθεί αργά το προηγούμενο βράδυ και νύσταζα λίγο, αλλά αυτή η εικόνα μέσα στο απόγευμα, καθώς ο ήλιος κατέβαινε, ήταν ότι πιο ξεκούραστο θα μπορούσα να φανταστώ. Υπάρχουν μερικά πράγματα που είναι «υπνωτιστικά». Όπως το παιχνίδι που παίζουν οι φλόγες σε ένα αναμμένο τζάκι, ή τα κύματα της θάλασσας. Ή τα νερά ενός ποταμού που κυλάει μπροστά σου. Ο Αχέροντας ήταν υπνωτιστικός. Το σημείο που καθόμουν έμοιαζε με την επιτομή της ηρεμίας. Τα νερά κατέβαιναν από δεξιά μου κάνοντας μια στροφή, συνέχιζαν σε ευθεία μπροστά μου και μετά λίγο πιο κάτω έστριβαν αριστερά. Στην απέναντι όχθη, καμιά τριανταριά μέτρα μακριά, οι λόχμες και τα δέντρα,είχαν ήδη σκιαστεί καθώς ο ήλιος έγερνε πίσω τους, ενώ ο ορεινός όγκος που υψωνόταν από πάνω τους, έκανε το θέαμα υποβλητικό. Αλλά όχι απειλητικό. Το βλέμμα έμενε πότε υπνωτισμένο στα νερά του ποταμού και πότε χάνονταν απέναντι, στα φυλλώματα που σκοτείνιαζαν. Που να κρυβόταν άραγε ο βαρκάρης; Εδώ ή σε κάποιο άλλο σημείο. Γιατί μου είναι γνώριμο αυτό το μέρος αφού δεν έχω ξαναέρθει ποτέ;

Κάθισα ώρες στο ποτάμι μέχρι που έπεσε η νύχτα. Η κούραση μου έφευγε σιγά- σιγά .Ο ήλιος έδυσε και τα βουνά απέναντι σκοτείνιασαν. Μπορούσα να δω τα νερά που κυλούσαν κοντά μου, αλλά από ένα σημείο και πέρα το μόνο που άκουγα, ήταν ο ήχος που έκαναν τα νερά. Ένα ψίθυρος με σιγανές αυξομειώσεις. Ήταν σαν να μιλούσε αυτό το ποτάμι με την σιγανή ψιθυριστή φωνή. Τι έλεγε όμως; Δεν ξέρω την γλώσσα που μιλάνε τα ποτάμια. Αλλά το άκουγα. Από αυτόν τον ψίθυρο πήρε το όνομά του ο Αχέροντας. Από τον ήχο που κάνει ο ψίθυρός του. Από την λέξη «άχος», όπως ονόμαζαν οι παλιοί την θλίψη του θανάτου. Αλλά αν βάλεις αλλού τον τόνο η λέξη παίρνει άλλο νόημα. Γίνεται «αχός», που σημαίνει «ήχος, βοή». Και από την λέξει «ρέω». Γιατί του έδωσαν διπλό όνομα; «Η θλίψη του θανάτου που ρέει» ή «Ο ήχος που ρέει»; Ή και τα δυο; Οι παλιοί είχαν μανία με τα αινίγματα και τους γρίφους. Κι αν ήθελες να βρεις τι εννοούσαν, έπρεπε να ψάξεις μόνος σου. Να βρεις την δική σου απάντηση. Να βρεις τον χρησμό που φτιάχτηκε για σένα. Αλλά για να το καταλάβεις, πρέπει να φύγεις. Να ξεχάσεις τα καθημερινά σου. Αλλιώς δεν γίνεται να ακούσεις.
Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ. Γύρισα αργά στο δωμάτιο μου γύρω στις 11. Αλλά έμεινα ξύπνιος μέχρι που άρχισε να χαράζει. Άφησα ανοιχτό το παράθυρό μου και άκουγα την σιγανή βοή σαν ψίθυρο. Κοιμήθηκα για λίγο κατά τις 7 το πρωί. Και νομίζω πως όταν κοιμόμουν καταλάβαινα καλύτερα , τι έλεγε το ποτάμι. Και είδα στον ύπνο μου τον ψυχοπομπό Ερμή, να φέρνει εδώ τις ψυχές των νεκρών. Εκεί που τις περίμενε ο Χάροντας, ο βαρκάρης, για να τις περάσει απέναντι, στο βασίλειο του Άδη. Και για να περάσει απέναντι τις ψυχές ο Βαρκάρης, έπρεπε να τον πληρώσουν μ’ ένα νόμισμα. Γι αυτό και οι παλιοί, έβαζαν στα μάτια των νεκρών δυο νομίσματα. Ένα για να τους περάσει ο Βαρκάρης απέναντι στον Άδη. Κι άλλο ένα , για να έχουν να τον πληρώσουν πάλι, αν τυχόν κατάφερναν να γυρίσουν πίσω. Αν κατάφερναν να γυρίσουν από τον Άδη. Πόσοι το κατάφεραν αυτό; Πόσοι πέρασαν απέναντι και γύρισαν πίσω; Πόσοι ζουν έχοντας την ανάμνηση του Άδη;

Ξεκίνησα την άλλη μέρα, γύρω στις δώδεκα. Πήγα με το αυτοκίνητο λίγο πιο κάτω, ακολουθώντας με τον δρόμο, την παράλληλη πορεία με το ποτάμι. Μέχρι τον Μεσοπόταμο, λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω. Εκεί που βρισκόταν το Νεκρομαντείο. Εκεί που ο Αχέροντας συναντούσε δυο άλλα ποτάμια. Τον Πυριφλεγέθοντα και τον Κωκυτό. Τα τρία ποτάμια του Άδη Το ένα σημαίνει Πύρινος και το άλλο σημαίνει Θρήνος. Το Νεκρομαντείο που τότε ήταν σχεδόν τόσο γνωστό, όσο και το Μαντείο του Απόλλωνα στους Δελφούς, είχε άλλη «αρμοδιότητα». Εδώ δεν έρχονταν να μάθουν χρησμούς για το μέλλον. Έρχονταν για να επικοινωνήσουν με τις ψυχές αυτών που είχαν φύγει. Το Νεκρομαντείο είναι χτισμένο σ’ ένα μικρό λόφο που βλέπει όλη την κοιλάδα του Αχέροντα. Μπήκα στα ερείπια που είναι καλά διατηρημένα. Για να φτάσει στο εσωτερικό περνάς από έναν μικρό δαιδαλώδη λαβύρινθο, που συμβόλιζε τον λαβύρινθο της ζωής. Και μετά κάτω χαμηλά στο εσωτερικό του Νεκρομαντείου. Εδώ που ήταν το απόκρυφο ιερό του Νεκρομαντείου.

Έμεινα όσο χρειάστηκε στο Νεκρομαντείο. Και μετά έφυγα, ακολουθώντας πάλι την κοίτη του ποταμού, μέχρι την παραλία της Αμμουδιάς, εκεί που εκβάλουν τα κρύα νερά του Αχέροντα. Ένας κλειστός κόλπος με άσπρη άμμο, που θυμίζει εξωτικές παραλίες και Πειρατές της Καραϊβικής. Κι εκεί στην παραλία κατάλαβα….

Για να καταλάβεις τι σημαίνουν όλα αυτά πρέπει αν πάρεις τον δρόμο ανάποδα. Όλοι οι δρόμοι γίνονται πιο κατανοητοί, αν τους διαβείς ανάποδα. Πήρα το δρόμο πάλι πίσω προς τις πηγές του Αχέροντα. Από την παραλία της Αμμουδιάς, προς τα πάνω. Κι εκεί, καθώς πηγαίνεις ανάποδα στην ήρεμη κοιλάδα και βλέπεις στο βάθος τον κυκλικό ορεινό όγκο που προστατεύει και περικυκλώνει τον Αχέροντα, θα καταλάβεις και θα βρεις την απάντησή σου…Δεν μπορώ να στην πω εγώ… Είναι η δική σου απάντηση…

Βούτηξα στα νερά του Αχέροντα ένα πρωί. Είναι κρυστάλλινα από τα χιόνια που λειώνουν. Είναι παγωμένα, αλλά ευχάριστα. Μην φοβάσαι τον Αχέροντα, το ποτάμι που οδηγεί στον Άδη. Τα νερά του κυλάνε σε μια ήρεμη κοίτη και χύνονται στην θάλασσα. Και μετά ανεβάινουν επάνω στον Ουρανό και γίνονται σύννεφα και πέφτουν πάλι σαν βροχή ή σαν χιόνι και γεμίζουν την κοίτη του ποταμού, για να αναπαραστήσουν τον αέναο κύκλο της ζωής. Μην φοβάσαι τον Αχέροντα. Είναι το Ποτάμι που μιλάει…Κάνε σιωπή και άκουσέ τον όταν θα πας…