30 Σεπτεμβρίου 2017

Ανρί ντε Τουλούζ Λωτρέκ | Το σπουδαιότερο πράγμα που θα μάθεις ποτέ είναι να αγαπάς και να ανταποδίδεται η αγάπη σου

Η δραματική ζωή και το έργο του Κόμη που έμεινε ανάπηρος και νάνος από ατύχημα, αλλά εν σταμάτησε να αναζητά τα θέματά του σε αλέες, σε μπαρ και μπορντέλα, στα διάσημα κλαμπ της εποχής. Από 28 Σεπτεμβρίου – 12 Νοεμβρίου 2017 στο Μουσείο Μπενάκη
Η δραματική ζωή και το έργο του Κόμη που έμεινε ανάπηρος και νάνος από ατύχημα, αλλά εν σταμάτησε να αναζητά τα θέματά του σε αλέες, σε μπαρ και μπορντέλα, στα διάσημα κλαμπ της εποχής. Από 28 Σεπτεμβρίου – 12 Νοεμβρίου 2017 στο Μουσείο Μπενάκη

Τα κορίτσια που απεικόνιζε ήταν φίλες του στα καμπαρέ του Παρισιού και τα στενά της Μονμάρτης. Η πολύχρωμη θεατρική παριζιάνικη ζωή στα τέλη του 19ου αιώνα, μέσα στην καρδιά της Μπελ Επόκ, πέρασε στην αθανασία χάρη στις συναρπαστικά προκλητικές  αφίσες του, στις εικόνες μιας παρακμής που έπαιρνε άλλο φως μέσα από τα έργα του. Καμπαρέ, στενά, το Μουλέν Ρουζ και πάντα οι γυναίκες, αρτίστες, χορεύτριες, πόρνες, βεντέτες των καφέ σαντάν, ταυτίζονται απόλυτα με το όνομα του Τουλούζ Λωτρέκ, ενός από τους μεγαλύτερους Γάλλους χαράκτες, ζωγράφους σχεδιαστές και εικονογράφους που πέρασαν από την ιστορία της τέχνης.


Ο νάνος –ευγενής έζησε ανάμεσα στα κορίτσια της νύχτας που σήμερα θα είχαμε ξεχάσει, ως παρατηρητής και συμμέτοχος του καλλιτεχνικού αλλά και σκοτεινού λαϊφστάιλ της εποχής του. Από το 1887, όταν έφτασε στο Παρίσι και νοίκιασε ένα διαμέρισμα πίσω από το νεκροταφείο της Μονμάρτης, ζούσε ανάμεσα σε ένα πλήθος από εργάτες, έμπορους, κακοποιούς, νταβατζήδες, πόρνες και ένα μποέμικο πλήθος καλλιτεχνών και δε σταμάτησε να αναζητά τα θέματά του σε αλέες, σε μπαρ και μπορντέλα, στα διάσημα κλαμπ της εποχήςόπως τα Le Chat Νoir (Ο Μαύρος Γάτος), Le Lapin Αgile (Το Σβέλτο Κουνέλι), La Cigale (Τo τζιτζίκι) και φυσικά το Le Μoulin Rouge (Ο Κόκκινος Μύλος), αρχίζοντας ένα ταξίδι δημιουργικό, παρακμιακό και καταστρεπτικό που θα τον τοποθετούσε στο πάνθεον των μετα-ϊμπρεσιονιστών και θα τον συνέδεε άρρηκτα με τη νυχτερινή ζωή της εποχής του.

O Ανρί ντε Τουλούζ Λωτρέκ (Henri Marie Raymond de Toulouse-Lautrec-Monfa) γεννήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1864 στο Αλμπί, πόλη της νότιας Γαλλίας και ήταν γιος του Κόμη Αλφόνσου και της Κόμισσας Αντέλ ντε Τουλούζ Λωτρέκ (Adele de Toulouse-Lautrec), γόνος ιστορικής και αριστοκρατικής οικογένειας, η οποία ωστόσο την περίοδο της γέννησής του, είχε ήδη χάσει μέρος του παλαιότερου κύρους της. Ήταν πάντα φιλάσθενος και έπειτα από δυο ατυχήματα στα 12 και 14 του χρόνια, που έσπασε το αριστερό και το δεξί του πόδι αντίστοιχα, η ανάπτυξητων ποδιών του σταμάτησε και έμεινε σχεδόν νάνος (είχε μόλις 1,50 μ. ύψος).


Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού (1882-1885) και το 1885 είχε ήδη δικό του εργαστήρι στη Mονμάρτη, Γνώριζε καλά το έργο των ιμπρεσιονιστών και ο πρώτος του πίνακας («Το τσίρκο Φερνάντο», 1888) θύμιζε από μορφική άποψη τον Μανέ, τον Ντεγκά και τον διάσημο την εποχή εκείνη σχεδιαστή αφισών, Ζιλ Σερέ.

Στους πίνακές του με τις ίδιες περίπου σκηνές από τη σύγχρονη ζωή που συναντάμε και στο έργο του Ντεγκά (ιπποδρομίες, αίθουσες χορού, μιούζικ χολ και καμπαρέ, κ.λπ.) κυριαρχούν η επίπεδη απόδοση των μορφών, που θυμίζει έντονα τις γιαπωνέζικες στάμπες και τα καμπυλόγραμμα περιγράμματα.


Στις σπουδές του για το καμπαρέ «Μουλέν Ρουζ» και το καμπαρέ του τραγουδιστή Αριστίντ Μπριάν (του τέλους της δεκαετίας του 1880 και των αρχών της δεκαετίας του 1890) παρατηρεί κανείς το ίδιο ενδιαφέρον για τις «εξωτικές» σιλουέτες. Το έργο του «Η Ζαν Αβρίλ στη σκηνή του “Μουλέν Ρουζ”» (1892) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των κραυγαλέων χρωμάτων, των έντονων περιγραμμάτων και των θεατρικών φωτισμών, που χαρακτηρίζουν το ύφος του. Καθώς δε σταμάτησε να αποτελεί ποτέ αναπόσπαστο κομμάτι του κόσμου που τον περιέβαλλε και απαθανάτιζε καθημερινά, τα έργα του απεικόνιζαν με αξεπέραστη δύναμη τα πρόσωπα και την εποχή του. Όπως και ο Ντεγκά, δούλεψε με μεγάλη ποικιλία υλικών και, ήδη από το 1891, η φήμη του ως σχεδιαστή αφισών και γενικά λιθογραφιών υπήρξε μεγάλη. Ο Λωτρέκ αντιμετώπισε την αφίσα α ως ένα είδος τέχνης.

Ο Λωτρέκ, μέγας εκκεντρικός, μέσα στον προσωπικό του μικρόκοσμο, κατέγραψε όσο κανένας άλλος μια καθημερινότητα με την έντονη αίσθηση της θεατρικότητας, μέσα από τους γυναικείους τύπους που στέκονται πάντα στο κέντρο του εικαστικού του κόσμου. Συνθέτει την ευελιξία της μορφής τους και τις χρωματικές όψεις του απαγορευμένου κόσμου τους μέσα από την οικειότηταπου του χαρίζει η θέση του φίλου και συντρόφου τους που έχει επιλέξει για τον εαυτό του, αποτυπώνοντας μοναδικά την ένταση και τον εξωτισμό που σάρωσαν την Ευρώπη στα τέλη του 19ου αιώνα και περιγράφονται συνήθως με τον όρο «fin de siècle».

Παραδομένος στο αλκοόλ και τις καταχρήσεις, με διαλυμένη την υγεία του εξαιτίας της πνευματικής και φυσικής του εξάντλησης, ο Λωτρέκ μέσα από την ελευθερία που επέλεξε προκειμένου να δημιουργήσει χωρίς περιορισμούς επιλέγει το δρόμο της προσωπικής καταστροφής. Το 1899 νοσηλεύεται και αφήνει τα πινέλα του στην άκρη. Η υγεία του δεν επανήλθε ποτέ και επιστρέφει στο πατρικό του, στη μητέρα του στης οποίας τα χέρια θα ξεψυχήσει, παράλυτος, στις 9 Σεπτεμβρίου του 1901.

Πάρα κάτω μερικά αποφθέγματα του Τουλούζ Λωτρέκ

  • Το σπουδαιότερο πράγμα που θα μάθεις ποτέ είναι να αγαπάς και να ανταποδίδεται η αγάπη σου.
  • Έχω προσπαθήσει να κάνω ό, τι είναι αληθινό και όχι ιδανικό.
  • Αγάπη είναι όταν η επιθυμία σου να σε ποθούν σε χτυπάει τόσο άσχημα που νιώθεις ότι θα μπορούσες να πεθάνεις εξαιτίας της.
  • Ζωγραφίζω πράγματα όπως είναι. Δεν σχολιάζω

  • Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη

    Τo 2001 συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από το θάνατο του Henri de Toulouse-Lautrec. Με αφορμή την επέτειο αυτή, εκατό κορυφαίοι γραφίστες από όλο τον κόσμο σχεδίασαν από μια αφίσα, τιμώντας τον ίδιο και το έργο του. Οι αφίσες αυτές παρουσιάστηκαν στην έκθεση Le Nouveau Salon des Cent, στο Centre Pompidou, στο Παρίσι, το χειμώνα της ίδιας χρονιάς και έκτοτε σε πολλές πόλεις της Ευρώπης, της Ασίας και στην Αμερική.

    Δεκαέξι χρόνια μετά η έκθεση παρουσιάζεται στην Αθήνα, εμπλουτισμένη με πέντε πρωτότυπες αφίσες του HenrideToulouse-Lautrec και μια του PierreBonnard από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλέξανδρου Σούτζου και δεκαέξι αφίσες που δημιουργήθηκαν από ισάριθμους Έλληνες δημιουργούς, με τις ίδιες προδιαγραφές της έκθεσης του 2001.

    Τέλος, την έκθεση πλαισιώνουν προσωπογραφίες του Toulouse-Lautrec που δημιουργήθηκαν σε sketchbooks από σπουδαστές της Σχολής Βακαλό.

    Κείμενο: Αργυρώ Μποζώνη

    Info έκθεσης:

     Το Nέο Salon des Cent. Διεθνής Έκθεση Αφίσας. Αφιέρωμα στον Toulouse-Lautrec | 28 Σεπτεμβρίου – 12 Νοεμβρίου 2017 | Μουσείο Μπενάκη – Κτήριο της οδού Πειραιώς