29 Νοεμβρίου 2019

Πορνεία: Η ιστορία του αρχαιότερου επαγγέλματος στην Ελλάδα

Αποχαρακτηρισμός της εκδιδόμενης γυναίκας γίνεται αποκλειστικά από την Αστυνομία σε περίπτωση γάμου, όπου η τελευταία αποφασίζει να ξεφύγει οριστικά από τον «χώρο.
Αποχαρακτηρισμός της εκδιδόμενης γυναίκας γίνεται αποκλειστικά από την Αστυνομία σε περίπτωση γάμου, όπου η τελευταία αποφασίζει να ξεφύγει οριστικά από τον «χώρο.

Η πορνεία δεν αποτελεί αποκλειστικό φαινόμενο μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, αλλά διαπερνά κάθετα όλη την Ιστορία. Παρότι θεωρείται το αρχαιότερο επάγγελμα περνά περιόδους άνθησης που ταυτίζονται με εποχές καθολικής κοινωνικής αποσύνθεσης. Τέτοια είναι η περίοδος μετά την απελευθέρωση της χώρας από τον τουρκικό ζυγό, όπου στο ερειπωμένο θνησιγενές κρατίδιο περιφέρονται άσκοπα χιλιάδες απελπισμένοι χωρίς στέγη και τροφή. Σε ακόμα δυσκολότερη μοίρα είναι γυναίκες και κορίτσια που, έχοντας χάσει τα πάντα, βρίσκουν ως λύση -όχι βιοπορισμού αλλά επιβίωσης- την πορνεία. Το 1834 η γραμματεία των Εσωτερικών προσπαθεί με οδηγία της προς τους νομάρχες: «Περί των κοινών γυναικών και των πορνείων» να βάλει, ανεπιτυχώς, τάξη στο φαινόμενο που παίρνει μορφή μάστιγας. Μιλάμε για γυναίκες στα όρια της εξαθλίωσης, που ζουν μόνες, αποκλεισμένες από τις οικογένειές τους, που καταφεύγουν στην πορνεία θεωρώντας την ως προσωρινή λύση που καλύπτει συγκεκριμένες, κυρίως οικονομικές ανάγκες μιας περιόδου.

Ο κοινωνικός στιγματισμός, η περιθωριοποίηση, ο έλεγχος από τους προστάτες, η επιβάρυνση της υγείας από αφροδίσια νοσήματα, ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες και η γρήγορη σωματική φθορά οδηγούν στην ταχύτατη σωματική και ψυχική παρακμή τους και στην ταχύτατη υποβάθμισή τους στον χώρο. Δεν είναι πια νέες και ωραίες και πλέον πρέπει να παρακαλέσουν τον προαγωγό να τις ξαναβάλει στο «επάγγελμα». Αλλες φορές μπαίνουν στον χώρο μέσω υποσχέσεων από αγαπητικούς, εκβιασμούς σωματεμπόρων ή σωματικής βίας προαγωγών, εγκλωβισμένες έτσι σ’ έναν φαύλο κύκλο εκμετάλλευσης και περιθωριοποίησης.


Αστυνομική διάταξη του 1894, με τίτλο: «Περί των κοινών γυναικών και των οίκων ασωτίας», αφού απαγορεύει την εμφάνιση εταίρων σε δημόσιες βόλτες και περιπάτους, αναφέρει τα εξής: «Παρατηρούμεν ότι κοιναί γυναίκες κατοικούσι εν αμφοτέραις ταις πόλεις Αθηνών και Πειραιώς εις συνοικίας και οδούς, ένθα η παρουσία αυτών προξενεί σκάνδαλον, και περιφέρονται εις τους δημοσίους περιπάτους και οδούς, προς βλάβην των ηθών, ότι πολλοί νέοι έπαθαν εξ αφροδισίων παθών ένεκα της λάθρα εξασκουμένης πορνείας, προς μεγίστην βλάβην της δημοσίας υγείας». Στην ίδια διάταξη υπάρχει χαρακτηρισμός της κοινής γυναίκας: «Η προκαλούσα εις δημοσίας οδούς άνδρας προς ασέλγειαν, η ευρεθείσα εις οίκους ασωτίας, η δεχομένη κατ’ οίκον επισκέψεις ανδρών και η μεταβαίνουσα εις οίκους επιληψίμους, ξενοδοχεία και άλλα δημόσια μέρη». Ως «οίκοι επιλήψιμοι» θεωρούνται τα καφωδεία, τα καφέ αμάν, καθώς και όλα τα ανδροκρατούμενα μη οικογενειακά κέντρα. Ως «οίκοι ασωτίας» ορίζονται οι οίκοι ανοχής, που καθιερώνονται επίσημα το 1856, με απόφαση του υπουργείου Εσωτερικών, με τη διευκρίνιση ότι θεωρούνται «κατ’ ανάγκην αναγκαίοι ένεκα του πλήθους των κατοίκων και της συρροής των ξένων». Οι ιδιοκτήτες τους ανάλογα με το φύλο τους ονομάζονται «μαυλισταί» και «μαυλίστριαι».

Οι κοινές γυναίκες της περιόδου κατατάσσονται από την Αστυνομία σε τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη ανήκουν όσες δέχονται πελάτες στα σπίτια τους, στη δεύτερη όσες δουλεύουν σε οίκους ανοχής και στην τρίτη βρίσκονται «εις χαμαιτυπεία κείμενα πλησίον των καταστημάτων του αεριόφωτος», δηλαδή στο σημερινό Γκάζι. Όποια γυναίκα δεν συμμορφώνεται με τους αστυνομικούς κανόνες «τιμωρείται» με τον υποβιβασμό της κατά μία κατηγορία, ενώ όσες καταπέφτουν από την τελευταία στέλνονται στην ιδιαίτερη πατρίδα τους σαν ένα είδος εσωτερικής απέλασης, κάτι που ισχύει και για τις ξένες. Στις κοπέλες που εμφανίζονται για πρώτη φορά σε αυτούς τους χώρους, αρχικά γίνονται συστάσεις από την Αστυνομία «εφ’ άπαξ απ’ ευθείας» στις ίδιες ή σε συγγενείς τους, ώστε να «μεταβάλουν διαγωγήν», διαφορετικά καταγράφονται ως «κοινές γυναίκες» στα αστυνομικά αρχεία, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για τη μετέπειτα ζωή τους. Βρίσκονται υπό μόνιμη αστυνομική επιτήρηση και κρίση, ενώ ζουν σε καθεστώς ποικίλων περιορισμών. Απαγορεύεται να περιφέρονται πεζοπορώντας ή σε άμαξα, να βρίσκονται σε πολυσύχναστα μέρη ή να πηγαίνουν σε θέατρα, «εκτός εκείνων που δεν συχνάζουν οικογένειαι», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η διάταξη.

Οι ίδιες πρέπει να κατοικούν μακριά από εκκλησίες, σχολεία, λέσχες, καφενεία, στρατώνες, θέατρα και γενικά οπουδήποτε κατά την κρίση της Αστυνομίας μπορεί να δημιουργηθεί σκανδαλισμός των ηθών της τοπικής κοινωνίας, αλλά ούτε και πολύ μακριά ώστε να μην υπάρχει δυσκολία επιτήρησής τους. Οι εκμεταλλευτές των «οίκων ασωτίας», άντρες και γυναίκες, που ονομάζονται μαστροποί ή προαγωγοί, πρέπει να είναι άνω των 40 ετών, εφοδιάζονται με ειδική άδεια και τηρούν βιβλίο με τα ονόματα των χαρακτηρισμένων κοινών γυναικών. Οι τελευταίες υποχρεώνονται σε υγειονομική εξέταση δυο φορές την εβδομάδα, δεν έχουν το δικαίωμα να δέχονται ανήλικους κάτω των 18 ετών, ενώ απαγορεύεται να συγκατοικούν με παιδιά μικρότερα των 7 ετών ή να έχουν υπηρέτες και υπηρέτριες κάτω των 24 και 40 ετών αντίστοιχα.


Στα 1917, νέα αστυνομική διάταξη απαγορεύει τη λειτουργία των -όπως ονομάζονται για πρώτη φορά- «οίκων ανοχής» μετά τα μεσάνυχτα, την παραμονή εντός του «παντός πολίτου», στοχεύοντας στην απομάκρυνση από τον χώρο των προστατών ή κακοποιών. Το 1918 τοποθετούνται για πρώτη φορά στην είσοδο των οίκων ανοχής κόκκινα φανάρια, που παραμένουν αναμμένα όλη τη νύχτα. Στο σκεπτικό της σχετικής αστυνομικής διάταξης εξηγείται ότι το μέτρο κρίνεται απαραίτητο ώστε να διαφοροποιούνται με τα άλλα σπίτια της περιοχής. «Προς πρόληψιν θορυβωδών επεισοδίων και άλλων της κοινής ησυχίας συγχύσεων, αίτινες λαμβάνουσι χώραν εκ της εισόδου διαφόρων ατόμων εις οίκους, εκλαμβανομένους εκ παρεξηγήσεως ως οίκους ανοχής».

Αποχαρακτηρισμός της εκδιδόμενης γυναίκας γίνεται αποκλειστικά από την Αστυνομία σε περίπτωση γάμου, όπου η τελευταία αποφασίζει να ξεφύγει οριστικά από τον «χώρο», αν έχει εξοικονομήσει κάποια ελάχιστα χρήματα για να ξεκινήσει μια νέα ζωή, ή η παρουσία κάποιου παιδιού που δεν θέλει να γνωρίσει το παρελθόν της, που συνοδεύεται από ριζική αλλαγή του τόπου διαμονής.


Το θέμα της πορνείας αποτελεί διαχρονικά ζήτημα ταμπού για τη συντηρητική ελληνική κοινωνία, που συνήθως το προσεγγίζει με ηθικολογικούς όρους ή, όπως παρακάτω, με αφέλεια. Το 1930 ο αστυνομικός διοικητής Κουτσουμάρης κάνει μια μελέτη για τη δίωξη της σωματεμπορίας που, παρότι δεν εφαρμόστηκε ποτέ, αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα του πώς ανιχνεύονταν τα αίτια εξάπλωσης του αγοραίου έρωτα την περίοδο του Μεσοπολέμου. Κατά τον ερευνητή-αστυνομικό λοιπόν, τα θύματα της σωματεμπορίας αλιεύονται κυρίως στους προσφυγικούς καταυλισμούς λόγω «της προώρου αφυπνίσεως της γενετησίου ορμής των κοριτσιών».

Παρότι η «πανθολογουμένη φτώχεια του μεγαλυτέρου μέρους του προσφυγικού κόσμου και η έλλειψις οικογενειακής επιβλέψεως η οποία οφείλεται ή εις την απουσία του πατρός εκ της οικογενείας, ή της μητρός», αποτελεί μια από τις αιτίες του ηθικού ξεπεσμού, ο ερευνητής αξιολογεί ως σημαντικότερη την «πρόωρον αφύπνιση της γενετησίας ορμής, τόσο εις τα θήλεα όσο και εις τα άρρενα των συνοικισμών» που οφείλεται «αποκλειστικώς και μόνον εις το γεγονός ότι εις ένα και το αυτό δωμάτιο ζει ολόκληρος οικογένεια».


Σε ποιους χώρους γίνεται η προσέγγιση των υποψήφιων θυμάτων και με ποιον τρόπο μπλέκονται τα κορίτσια στα δίχτυα των μαστροπών; «Το χοροδιδασκαλείον είναι ο σταθμός από τον οποίο ξεκινά το παραστράτημα το κορίτσι. Ο σωματέμπορος με κομψήν εμφάνισην, παίζει το ρόλο του κομψευομένου, συνάπτει γνωριμίας με διάφορα κοριτσόπουλα, και τους προτείνει έναν περίπατο με αυτοκίνητο και μιαν μπύραν εις το εξοχικόν κέντρον. Το εξοχικόν κέντρον είναι το διαφθορείον. Το κοριτσόπουλο, με την προώρως εξυπνήσασαν γενετήσιον ορμήν, με πέντε – δέκα μπύρες που το ζαλίζουν κάνει το πρώτον ολίσθημα. Αμα γίνη αυτό, η καταστροφή συνετελέσθη πλήρως. Ο κομψός χορευτής θα εγκαταλείψη στο κέντρο το θύμα του και θα φύγη. Και τότε θα παρουσιασθή ως προστάτης ο ιδιοκτήτης του κέντρου, θα εκμεταλλευτή τη θέσιν του θύματος και θα το πουλήση από πελάτην εις πελάτην».