15 Ιουνίου 2022

Ella Fitzgerald | Η Πρώτη Κυρία του τραγουδιού που μετέτρεπε τα τραγούδια σε οξυγόνο μελωδίας

Η καλλιτέχνιδα που μπορούσε να ερμηνεύσει ιδανικά κάθε είδος μουσικής έφυγε από τη ζωή στις 15 Ιουνίου του 1996.
Η καλλιτέχνιδα που μπορούσε να ερμηνεύσει ιδανικά κάθε είδος μουσικής έφυγε από τη ζωή στις 15 Ιουνίου του 1996.

"Το μόνο καλύτερο από το να τραγουδάς είναι να τραγουδάς περισσότερο."

 

Την αποκαλούσαν « Πρώτη Κυρία του Τραγουδιού», μια τιμή της οποίας το νόημα αποτυπώνεται σε ένα κομπλιμέντο που της έκανε ο μεγάλος συνθέτης Ira Gershwin: «Ποτέ δεν ήξερα πόσο καλά ήταν τα τραγούδια μας μέχρι που άκουσα την Ella Fitzgerald να τα τραγουδάει». Πέρα από την ποιότητα της φωνής της, κρυβόταν μια ζεστασιά και μια εξυπνάδα που έδινε ακόμα και στα μελαγχολικά τραγούδια μια εύλογη κλίση προς την αισιοδοξία.  Σύμφωνα με τα λόγια του κριτικού Frank Rich, «θα μπορούσε να μετατρέψει οποιοδήποτε τραγούδι σε οξυγόνο μελωδίας που έφτανε στα αυτιά του ακροατή ως αγνή, αδιάφορη χαρά.

H Ella Fitzgerald ήταν μια γυναίκα ευλογημένη με θεία φωνή που μπορούσε να αποδώσει ιδανικά κάθε είδος μουσικής.  Από το σουίνγκ ως το μπίμποπ, από τα μπλουζ ως την μποσανόβα και από τη τζαζ ως την κάντρι εντ γουέστερν. Είναι η πρώτη γυναίκα που πήρε το Award of the Los Angeles Urban League, ένα βραβείο για την πολύτιμη συμβολή της στη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ των φυλών και των γενεών. Συνεργάστηκε με τους μύθους της τζαζ, ανάμεσά τους οι Louis Armstrong & Benny Goodman.

 

 

Η καριέρα της διήρκησε έξι δεκαετίες και είχε περισσότερα από διακόσια άλμπουμ στο ενεργητικό της.  Κέρδισε 14 βραβεία Grammy και γνώρισε πολλές τιμητικές διακρίσεις. Ανάμεσά τους το National Medal of Arts το 1987 που της το παρέδωσε ο τότε Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, Ronald Reagan.

 

Η Ella ταυτίζει το όνομά της με το scat singing (χρήση της φωνής ως μουσικό όργανο), δημιουργεί την περίφημη σειρά άλμπουμ των songbooks, ερμηνεύοντας κομμάτια σημαντικών μουσικών, όπως οι Duke Ellington και Gershwin, και συνεργάζεται με τους μύθους της τζαζ. Ανάμεσά τους οι Louis Armstrong, Dizzy Gillespie, Benny Goodman, Charlie Parker, Count Basie. Το τραγούδι της “When I get low I get high” είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο προσπαθεί να αντιμετωπίσει τη ζωή. Θέλει να ξεχάσει τα δύσκολα και φτωχικά παιδικά της χρόνια, που πολλοί τα συγκρίνουν με αυτά της Billie Holiday. “Όποτε τραγουδούσε, ακουγόταν τόσο χαρούμενη. Η Έλλα Φιτζέραλντ έκανε ακόμα και τραγούδια όπως το μελαγχολικό Love For Sale να ακούγονται χαρούμενα.” γράφει ο Scott Yanow στη βιογραφία της.

"Όπου υπάρχει αγάπη κι έμπνευση, δεν νομίζω ότι μπορεί κάτι να πάει στραβά..."

Η Ella Fitzgerald  γεννήθηκε στις 25 Απριλίου 1917, στο Νιούπορ Ντιουζ της Βιρζίνια. Η μητέρα της, μετακομίζοντας μαζί της -μαζί με τον πατριό της-στη βιομηχανική πόλη Γιόνκερς, βόρεια της Νέας Υόρκης, την εμψυχώνει να ασχοληθεί με το τραγούδι. Λέγεται πως, μετά το θάνατο της μητέρας της, εγκαταλείπει τον πατριό της, ο οποίος την κακομεταχειριζόταν, και πηγαίνει στο Χάρλεμ. Εκεί προσπαθεί να κερδίσει χρήματα τραγουδώντας, χορεύοντας στους δρόμους και ειδοποιώντας τις ιερόδουλες μόλις η αστυνομία πλησίαζε στα μέρη τους.

Το 1934, μπαίνει στο περίφημο Apollo Theater, στο Χάρλεμ, για να συμμετάσχει σε έναν ερασιτεχνικό διαγωνισμό χορού. Είχε τόσο μεγάλο τρακ, με αποτέλεσμα να μην καταφέρει να κάνει ούτε ένα χορευτικό βήμα. Όταν κάποιος της ζητά να τραγουδήσει, εκείνη λέει το “Judy” και κερδίζει τα πρώτα της είκοσι πέντε δολάρια.

Διακρίνεται σε αρκετούς διαγωνισμούς ταλέντου, και στα μέσα της δεκαετίας του ’30 γνωρίζει τον Benny Carter και μέσω αυτού τον αρχηγό και ντράμερ της προσωπικής του ορχήστρας, Chick Webb. Μαζί του ηχογραφεί τις πρώτες μεγάλες επιτυχίες της. Ανάμεσά τους το Α-Tisket, Α-Tasket και το Undecided. Πέντε χρόνια αργότερα πεθαίνει ο Webb και η Fitzgerald γίνεται αρχηγός του συγκροτήματος για τα επόμενα δύο χρόνια, ώσπου την ανακάλυψε ο Norman Granz, που ήταν ιδιοκτήτης της μοναδικής τζαζ δισκογραφικής εταιρείας Verve, και έγινε μάνατζέρ της.

Ο Chick Webb την προσέχει και πάρα τις αρχικές του αντιρρήσεις, της επέτρεψε να τραγουδήσει με την μπάντα του για ένα βράδυ. Στα 20 της χρόνια είχε γίνει ήδη μύθος στο Χάρλεμ. Μένει με τον μέντορά της- Chick Webb - μέχρι το θάνατό του και συνεργάστηκε με την μπάντα του ως το 1941, χρονιά που ξεκινά τη σόλο καριέρα της.

Παντρεύεται τον Benjamin Carnegie, χωρίζουν και ξαναπαντρεύεται στα 30 της με τον μπασίστα Ray Brown, με τον οποίο αποκτά ένα γιο. Δουλεύει με τον Norman Granz, και λίγο αργότερα ο Dizzy Gilepsie της δείχνει το δρόμο του μπίμποπ. Κάνει περιοδείες σε όλο τον κόσμο, ενώ πραγματοποιεί λίγες εμφανίσεις στο σινεμά και στην τηλεόραση.

Πλάθει το μύθο της, ξεπερνώντας τις προκαταλήψεις που είχε τότε η λευκή Αμερική για τους μαύρους πολίτες της. Με αυτόν τον τρόπο, εκτός από τα αμέτρητα μουσικά βραβεία – τα οποία κερδίζει σε όλη της τη ζωή- είναι και η πρώτη γυναίκα που πήρε το Award of the Los Angeles Urban League, ένα βραβείο για την πολύτιμη συμβολή της στη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ των φυλών και των γενεών.

Η Ella Fitzgerald είχε εκείνο το μοναδικό χάρισμα να συνδυάζει τα τραγούδια μεταξύ τους και να τα τραγουδά το ένα μετά το άλλο. Το Every time we say goodbye, είναι το τραγούδι το οποίο περνά στις μεγαλύτερες επιτυχίες παγκοσμίως .

Τη δεκαετία του ‘80, η κρυστάλλινη φωνή της αρχίζει να ραγίζει. Τα τρομακτικά προβλήματα όρασης που αντιμετωπίζει και η εξαιρετικά υψηλή τιμή σακχάρου – αυτός ήταν και ο λόγος του ακρωτηριασμού της, λίγο πριν “φύγει” από τη ζωή – την καταπονούν. Οι εμφανίσεις της αραιώνουν σημαντικά και το 1994 αποσύρεται από τη δημόσια ζωή. Η ευλογημένη θεία φωνή της, που είχε τη δυνατότητα να αποδώσει κάθε είδος μουσικής, “σβήνει” στα 79 της χρόνια.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η καθαρότητα, οι δυνατότητες και το εύρος της φωνής της ήταν μοναδικά. 

Η εκπληκτική ερμηνευτική της ικανότητα περικλείεται στη φράση που έγραψε για την κορυφαία ερμηνεύτρια, Ella Fitzgerald, ο Duke Ellington: “ Ο μεγάλος μαέστρος, ο κ. Toscanini, είχε πει κάποτε, αναφορικά με τους τραγουδιστές, πως υπάρχουν οι καλοί ή κακοί μουσικοί. Στο επίπεδο της μουσικής δεξιοτεχνίας και της μουσικής αντίληψης, η Ella Fitzgerald είναι πέρα από κάθε κατηγορία.” 

Ο Vincente Minnelli είχε επίσης πει για τη μεγάλη ερμηνεύτρια : "Αν θέλετε να μάθετε πώς να τραγουδάτε, ακούστε την Ella Fitzgerald".

Η  Doris Day είχε σχολιάσει με θαυμασμό: "Η ραδιοφωνική φωνή που άκουσα και ήταν πάνω από τις άλλες ανήκε στην Ella Fitzgerald. Υπήρχε μια ποιότητα στη φωνή της που με γοήτευσε και τραγουδούσα μαζί της, προσπαθώντας να πιάσω τους λεπτούς τρόπους που σκίαζε τη φωνή της , τον απλό αλλά καθαρό τρόπο που τραγούδησε τις λέξεις".

Ο Frank Sinatra πίστευε ότι: "Ο καλύτερος τρόπος για να ξεκινήσετε οποιαδήποτε μουσική βραδιά είναι με αυτό το κορίτσι. Δεν γίνεται καλύτερο από αυτό."

Αλλά και ο Bing Crosby έλεγε: "Άνδρας, γυναίκα ή παιδί, η Ella είναι η μεγαλύτερη από όλες".

Η ιδανική, μεγάλη, αγαπημένη γυναικεία φωνή του 20ου αιώνα, γκρέμισε τα σύνορα που χωρίζουν τα κράτη, τις  φυλές, τα φύλα… Η Ella Fitzgerald ακόμα και αν δεν έβρισκε τις λέξεις να εκφράσει αυτό που ένοιωθε, έλεγε «Ίσως αν τραγουδήσω με καταλάβετε καλύτερα…» Και ήταν αλήθεια… Γιατί με το θείο χαρισμά της – τη φωνή της- ήξερε να μιλά κατευθείαν στην καρδιά…