15 Ιουνίου 2022

Μάνος Χατζιδάκις| 28 χρόνια χωρίς τον συνθέτη των Χαμένων μας Ονείρων

Στις 15 Ιουνίου του 1994 ξεκίνησε το ταξίδι του στα άστρα κι όλα τα ραδιόφωνα έπαιζαν τραγούδια του Μάνου.
Στις 15 Ιουνίου του 1994 ξεκίνησε το ταξίδι του στα άστρα κι όλα τα ραδιόφωνα έπαιζαν τραγούδια του Μάνου.

"Λατρεύω την αγάπη, γιατί με κάνει να σκέφτομαι. Λατρεύω τη σκέψη, γιατί με οδηγεί στην πράξη. Λατρεύω την πράξη, γιατί με κάνει ελεύθερο να σκέφτομαι και να αγαπώ."

Αυτά τα ποιητικά λόγια δε θα μπορούσαν παρά να προέρχονται από έναν ανατρεπτικό στοχαστή, μια μεγαλοφυία της τέχνης που άλλαξε την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Τον ανεπανάληπτο Μάνο Χατζιδάκι.

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ακούω τη μουσική του. Μαζί της, μάλιστα, έχω συνδέσει αρκετά σημαντικά γεγονότα της ζωής μου. Ο Μάνος Χατζιδάκις, πετυχαίνει με ένα μοναδικό τρόπο να διοχετεύει τόνους συναισθημάτων μιλώντας στην ψυχή. 

Με αυτό το αφιέρωμα “από καρδιάς” για εκείνον, εύχομαι να μπορέσει κάποιος να γνωρίσει τον “Χατζιδάκι”, μέσα από τα μάτια του “Μάνου” και εκείνων που τον λάτρεψαν...

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

 

 

Για τη γέννησή του ο ίδιος γράφει :“Στις 10 το βράδυ γεννήθηκα. Απόψε δεν είχα καιρό ν’ακούσω μουσική. ‘Επρεπε να γνωρίσω τη μητέρα μου και τον πατέρα μου.”

Γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1925 στην Ξάνθη. Ο πατέρας του, Γεώργιος Χατζιδάκις, καταγόταν από τη Μύρθιο Ρεθύμνου και ήταν δικηγόρος και η μητέρα του, Αλίκη, καταγόταν από την Ανδριανούπολη. “Από τη μητέρα μου, κληρονόμησα όλους τους γρίφους που από παιδί μ’απασχολούν και μέχρι σήμερα κάνω προσπάθειες να τους λύσω. Χωρίς τους γρίφους της, δεν θα ήμουν ποιητής...” λέει ο ίδιος.Στα τέσσερά του χρόνια, αρχίζει μαθήματα πιάνου, με δασκάλα τη γνωστή μουσικό της Ξάνθης, Αλτουνιάν. Παράλληλα, μαθαίνει βιολί κι ακορντεόν. Το 1932, η μητέρα, ο Μάνος κι η αδελφή του Μιράντα, εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα. Οι γονείς τους αποφασίζουν να ακολουθήσουν χωριστούς δρόμους.

 

(Φάληρο, 13 Ιουνίου 1934)

 

“Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ’την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι’αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη ‘ευρωπαική’ έφεραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.΄Εγινα τόσο ομαλός, έτσι που οι γύρω μου να φαίνονται όλοι ανώμαλοι .” συμπληρώνει στο βιογραφικό του σημείωμα.

Το 1938 ο πατέρας του σκοτώνεται σε αεροπορικό δυστύχημα σε ταξίδι για το Μιλάνο. Αυτό το γεγονός και η έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, οδήγησαν την οικογένειά του σε οικονομική καταστροφή. Ο νεαρός Χατζιδάκις εργάζεται, για βιοποριστικούς λόγους ως παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοκονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο και φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι.

ΕΠΙΡΡΟΕΣ

Στην εφηβεία ο Μάνος Χατζιδάκις ξεκινά ακαδημαικές μουσικές σπουδές.”΄Αρχισα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα, ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου” γράφει.Την περίοδο 1940-1943, παρακολουθεί ανώτερα θεωρητικά μαθήματα με τον Μενέλαο Παλλάντιο - σημαντική μορφή της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής. Παράλληλα, αρχίζει σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες δεν θα ολοκληρώσει ποτέ. Την ίδια περίοδο συνδέεται με καλλιτέχνες και διανοούμενους της γενιάς του μεσοπολέμου.  

Ανάμεσά τους οι ποιητές Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Άγγελος Σικελιανός και ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης. Η συμβολή τους στη διαμόρφωση των προσανατολισμών και της σκέψης του είναι καθοριστική.

 

(Οδυσσέας Ελύτης, Μάνος Χατζιδάκις, Κάρολος Κουν- Θέατρο Τέχνης, 1957, Πρόβες στον “Κύκλο με την Κιμωλία” του Bertolt Brecht)

Ο άνθρωπος, όμως, που τον επηρέασε περισσότερο από όλους στη ζωή του, είναι ο ακριβός του φίλος Νίκος Γκάτσος.

”Ο Νίκος Γκάτσος είναι ένας μεγάλος δάσκαλος! Μου έδωσε πολλά μαθήτατα... Περί ήθους: - Mη λογοδοτείς στην Εξουσία. Θα χάσεις το ταλέντο σου. Μόνο αγνοώντας την θα έχεις τη δύναμη να είσαι ισχυρός και χωρίς αυτήν και με το δικό σου πρόσωπο. Το ανθρώπινο...” έγραψε για εκείνον.

Κατά την τελευταία περίοδο της Κατοχής, ο Μάνος Χατζιδάκις συμμετέχει ενεργά στην Εθνική Αντίσταση -μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ. Τότε αναπτύσσει ισχυρή φιλία με τον επίσης κορυφαίο μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη.

“Εμένα προσωπικά, πέραν όλων των άλλων, με γοήτευε. Ναι, ήταν ένας γόης. Ως άνθρωπος, ως διανοούμενος και ως συνθέτης. Και νομίζω αυτή η γοητεία αποτελεί την πεμπτουσία της μουσικής του που αναστατώνει τις αισθήσεις και την σκέψη.”γράφει ο Μίκης Θεοδωράκης για τον αγαπημένο του φίλο, εννέα χρόνια μετά το θάνατο του. (Το Βήμα, 15 Ιουνίου 2003)

 

 

“Περιφρονώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα επώνυμους πολιτικούς και καλλιτέχνες,τους εφησυχασμένους συνομίληκους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.”
 

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

 

“Αδιαφορώ για τη δόξα καθώς με φυλακίζει μες στο πλαίσιο που καθορίζει εκείνη και όχι εγώ.”

To 1944, σε ηλικία μόλις 19 ετών, πραγματοποιείται η πρώτη εμφάνιση του Χατζιδάκι ως συνθέτη, με τη συμμετοχή του στο έργο "Τελευταίος Ασπροκόρακας" του Αλέξη Σολομού, στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, ο Χατζιδάκις παρακολουθεί μαθήματα υποκριτικής. “Ηθοποιός, ό,τι κι αν πεις... Ηθοποιός είτε μωρός, είτε σοφός... Ηθοποιός σημαίνει φως.” (παρλάτα του Μάνου Χατζιδάτου -αποσπάσματα - για τη φωνή του Δημήτρη Χορν, Οδός Ονείρων, 1962)

 

Τελικά, ο ίδιος ο Κουν τον στρέφει να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη μουσική. Η συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα αποδειχθεί ιδιαίτερα παραγωγική και θα διαρκέσει περίπου δεκαπέντε χρόνια. Το 1946, καταγράφεται η πρώτη του εργασία για τον κινηματογράφο στην ταινία "Αδούλωτοι Σκλάβοι. 

Το 1948 γράφει τη μουσική για τον ”Ματωμένο Γάμο” του Λόρκα σε μετάφραση Ν. Γκάτσου, που πρωτοπαρουσιάζεται από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν.

Εκείνη την περίοδο, ο Χατζιδάκις ανακαλύπτει το ρεμπέτικο τραγούδι και είναι ο πρώτος που θα το μελετήσει σε βάθος και θα κατανοήσει την αξία του. Μάλιστα, στην περίφημη ομιλία του  στο Θέατρο Τέχνης, στις 31 Ιανουαρίου 1949, επαναπροσδιορίζει τη θέση του ρεμπέτικου.

Το 1959 αποτελεί ιδρυτικό στέλεχος και γίνεται καλλιτεχνικός διευθυντής  του Ελληνικού Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου, όπου παρουσιάζει τα τέσσερα μπαλέτα του, "Μαρσύας" (1950), "Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές"(1951), "Το Καταραμένο Φίδι" (1951) και "Ερημιά" (1958).

Η τραγωδός Μαρίκα Κοτοπούλη αναθέτει στον Χατζιδάκι τη σύνθεση της μουσικής για τις "Χοηφόρους" (1950) από την "Ορέστεια" του Αισχύλου. Το γεγονός αυτό αποτελεί την απαρχή της ενασχόλησης του Χατζιδάκι αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες, ανάμεσά τους : η "Μήδεια" (1956), ο "Κύκλωπας" (1959), οι "Βάκχες" (1962), οι "Εκκλησιάζουσες" (1956), η "Λυσιστράτη" (1957) και οι "Όρνιθες" (1959). Παράλληλα, συνεργάζεται με τον Άγγελο Σικελιανό και συνθέτει τη μουσική για την τελευταία τραγωδία του ποιητή "Ο Θάνατος του Διγενή".

Η παράσταση “Οδός Ονείρων” (1962) σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού και με πρωταγωνιστή το Δημήτρη Χορν, αποτελεί σταθμό στο έργο του.

 

Ο Μάνος Χατζιδάκις συνθέτει για 73 κινηματογραφικές ταινίες και συνεργάζεται με τους σημαντικότερους Έλληνες και ξένους σκηνοθέτες. Ανάμεσά τους :Κούνδουρος, Βούλγαρης, Γρηγορίου, Φίνος, Τζαβέλλας, Δημόπουλος, Κακογιάννης, Σακελλάριος, Τάλλας, Ζερβός, Καψάσκης, Καζάν, Ματέ, Ντασσέν, Ναριτζάνο, Νεγκουλέσκου, Ουστίνωφ, Μακαβέγιεφ. 

Έγραψε μουσική για τέσσερις  ταινίες του επιστήθιου φίλου του Νίκου Κούνδουρου: “Μαγική Πόλις” (1955), “Ο δράκος” (1956), “Το Ποτάμι” (1959) για το οποίο κέρδισε Βραβείο Μουσικής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και “Για μια μικρή λευκή αχιβάδα”(1947) που ο Μάνος Χατζιδάκις του αφιέρωσε. 

Ο Νίκος Κούνδουρος, σε συνέντευξη που μου παραχώρησε -δέκα χρόνια πριν- είπε για τoΜάνο Χατζιδάκι:

“Η συμβολή του στον ελληνικό κινηματογράφο ήταν καθοριστική. Ο Μάνος πέτυχε χωρίς κανένα κόπο, με φυσικότητα, να επιβάλει τη μουσική -όχι σαν συμπληρωματικό στοιχείο - αλλά σαν κυρίαρχο μέρος μιας κινηματογραφικής ταινίας. Ήταν ένας “μάγος”. Και μόνο η παρουσία του έβαζε τα πράγματα σε κάποια θέση.Όλοι οι άλλοι εξαφανιζόμαστε μπροστά του."

Το 1955 γράφει τραγούδια για τη “Στέλλα” του Μιχάλη Κακογιάννη, με τη Μελίνα Μερκούρη στη πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση.  Ολόκληρη η Ελλάδα μαγεύεται όταν η αείμνηστη Μελίνα τραγουδά το “ Αγάπη που’γινες δίκοπο μαχαίρι” , το “Εφτά τραγούδια θα σου πω” και η Σοφία Βέμπο το“Φεγγάρι είναι κόκκινο”.

Ο κατάλογος με τις ταινίες για τις οποίες γράφει τραγούδια , μοιάζει ατελείωτος, γι’αυτό το λόγο αναφέρω επιλεκτικά κάποια από αυτά.

Η Τζένη Καρέζη τραγουδά το “Μην το ρωτάς τον ουρανό” (Το νησί των γενναίων” ,1959)

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη, επίσης, τραγουδά πολλά τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι σε ταινίες. Ξεχωρίζουν τα : “Μέσα σ’αυτή τη βάρκα” και το “Θάλασσα Πλατειά” (σε στίχους του Γ. Ρούσσου) από την ταινία του Φίνου, “Μανταλένα” του 1960.

 

 

 

(Μάνος Χατζιδάκις, Μάριος Πλωρίτης, Γιάννη Φέρτης, Μελίνα Μερκούρη, Κάρολος Κουν, Jules Dassin- πρόβα στο “Γλυκό Πουλί της Νιότης” του Tennessee Williams, 1960)

Το 1960 είναι μια ημερομηνία σταθμός για το Μάνο Χατζιδάκι. Με “Τα παιδιά του Πειραιά“- που ακούγεται στην ταινία “Ποτέ την Κυριακή” του Jules Dassin, από την αξέχαστη Μελίνα Μερκούρη -κερδίζει το ΄Οσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού. Είναι ο πρώτος Έλληνας συθέτης που ξεπερνά τα σύνορα της Ελλάδας κάνοντας γνωστό το ελληνικό τραγούδι. Με αυτή τη βράβευση απέκτησε παγκόσμια δημοσιότητα, την οποία ο Χατζιδάκις προσπάθησε να αποφύγει. "Για μένα το Όσκαρ δεν αποτελεί στεφάνωμα μιας σταδιοδρομίας αλλά το αληθινό μου ξεκίνημα", σχολιάζει.

Ο παραγωγός, παρουσιαστής ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών μουσικών εκπομπών, Γιώργος Παπαστεφάνου είπε για τον αγαπημένο του Μάνο Χατζιδάκι, (σε συνέντευξη που μου παραχώρησε το 2006): 

“Εγώ που υπήρξα φανατικός Χατζιδακικός, από τα εφηβικά μου κιόλας χρόνια, πολλές φορές πήγαινα να δω μια ταινία , μόνο και μόνο επειδή είχε μουσική Χατζιδάκι. Δεν μπορώ να φανταστώ κάποιες από τις ταινίες που έγραψαν ιστορία στο ελληνικό σινεμά, όπως η “Στέλλα” του Μιχάλη Κακογιάννη, οι ταινίες του Νίκου Κούνδουρου, του Γιώργου Τζαβέλλα, ή το “Ποτέ την Κυριακή” του Jules Dassin - που έκανε διάσημη την ελληνική μουσική σε όλον τον κόσμο- χωρίς τη μουσική του Χατζιδάκι. Νομίζω πως έκανε πραγματικά θαύματα και γι’αυτό βλέπουμε τα τραγούδια του να εξακολουθούν να συγκινούν και τους νεώτερους.”

Ο Μάνος Χατζιδάκις αποκηρύσσει μεγάλο μέρος των κινηματογραφικών του τραγουδιών, καθώς θεωρεί πως του προσδίδουν μια “ανεπιθύμητη λαικότητα”. Δεν την αποδέχεται ποτέ και τη μάχεται μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το χρονικό διάστημα 1963-1966 διευθύνει την «Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών» – της οποίας είναι και ιδρυτής -και δίνει 20 συναυλίες με πρώτες παρουσιάσεις δεκαπέντε έργων Ελλήνων συνθετών.

Το 1966 ταξιδεύει στην Αμερική για να ανεβάσει στο Broadway με τον Jules Dassin και τη Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή» με τον τίτλο «Illya Darling». Εκεί, έρχεται σε επαφή με την ποπ και ροκ αμερικανική μουσική σκηνή. Οδηγείται στην ηχογράφηση του κύκλου τραγουδιών «Reflections» σε συνεργασία με το συγκρότημα New York Rock and Roll Ensemble.

Παράλληλα ηχογραφεί και “Το Χαμόγελο της Τζοκόντας”, ένα από τα πιο γνωστά έργα του. 

 

Τον Ιανουάριο του 1968 έχει ολοκληρώσει την ηχογράφηση της μουσικής για το ποιητικό γουέστερν “Blue” του Silvio Narizzano. 

 

 

Εκείνη την εποχή, η φήμη για το έργο του Μάνου Χατζιδάκι έχει

περάσει σε όλες τις εταιρείες του Χόλιγουντ.

(The Death of Blue)

Το 1972 γράφει το κορυφαίο ορχηστρικό “Βάλς των Χαμένων Ονείρων” για την ταινία του Αλέκου Σακελλάριου ,“Χαμένα Όνειρα”.

Το 1973, ένα χρόνο μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο». Η μουσική του σταδιοδρομία θεωρείται πιο ώριμη από αυτήν την περίοδο και σηματοδοτείται με την ηχογράφηση του ” Μεγάλου Ερωτικού”. Πρόκειται για ένα αδιάσπαστο κύκλο τραγουδιών -σε ποίηση Ελύτη , Γκάτσου, Καβάφη, Σολωμού, Μυρτιώτισσας, Σαραντάρη, Πρεβελάκη, Χορτάτζη, Σολωμόντος, Σαπφούς -με θέμα τον Έρωτα. Σε συνδυασμό με τις μοναδικές φωνές του Δημήτρη Ψαριανού και της Φλέρυς  Νταντωνάκη, το αποτέλεσμα είναι πραγματικά εκπληκτικό!


 

(Μάνος Χατζιδάκις με τη Φλέρυ Νταντωνάκη στην ηχογράφηση για τον “Μεγάλο Ερωτικό”)

 

 

 

Την περίοδο 1975 - 1977 -με το πέρας της στρατιωτικής δικτατορίας διορίζεται «Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής» της Λυρικής Σκηνής και το 1975 - 1982, αναλαμβάνει καθήκοντα Διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας καθώς και Διευθυντή του κρατικού ραδιοσταθμού Τρίτο Πρόγραμμα. Σημείο αναφοράς αποτελεί ηπαρουσία του στο Τρίτο Πρόγραμμα και θεωρείται ίσως η ποιοτικότερη περίοδος του ραδιοσταθμού. 

Τις επόμενες χρονιές, ο Χατζιδάκις “στήνει” πολιτιστικούς θεσμούς. Καθιερώνει τις «Μουσικές Γιορτές» στα Ανώγεια της Κρήτης, εγκαινιάζει και τον «Μουσικό Αύγουστο» στο Ηράκλειο και διοργανώνει επίσης τους «Μουσικούς Αγώνες» στην Κέρκυρα.

Το 1985, ιδρύει το “Σείριο” μαζί με ένα αξιόλογο επιτελείο καλλιτεχνών που πλαισίωναν την προσπάθειά του για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης δισκογραφικής εταιρείας. ‘Εως το θάνατό του, στη δισκογραφική δραστηριότητα του “Σείριου” περιλαμβάνονται 67 παραγωγές δίσκων. Μέχρι και σήμερα συνεχίζει με αμείωτο ρυθμό την παραγωγή δίσκων.

Το συγγραφικό έργο του Μάνου Χατζιδάκι είναι σημαντικό. Εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές, με τίτλους :“Mυθολογία” και “Μυθολογία δεύτερη”. Επίσης, εξέδωσε μία επιλογή από τα σχόλιά του στο Τρίτο Πρόγραμμα με τίτλο “Σχόλια του Τρίτου”(1980), καθώς και μία συλλογή από συνεντεύξεις και άρθρα, με τίτλο “O καθρέφτης και το μαχαίρι”(1988). Ο σπουδαίος συνθέτης δε συνέγραψε αμιγώς θεωρητικά έργα. Μέσα από ένα πλήθος συνεντεύξεων, άρθρων, διαλέξεων, σχολίων καθώς και στο συνθετικό του έργο, αποτυπώνεται η θεωρητική του τοποθέτηση - τόσο σε θέματα μουσικής όσο και σε ευρύτερα ζητήματα της τέχνης και του δημόσιου βίου.

 

Στα τέλη του 1989 ο Χατζιδάκις ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων». Στόχος του να παρουσιάσει έργα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις διηύθυνε την ορχήστρα μέχρι το τέλος της ζωής του, δίνοντας είκοσι συναυλίες και δώδεκα ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου. Το 1991, διοργανώνει τους «Πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Καλαμάτας».

ΟΤΑΝ ΠΕΦΤΕΙ Η ΑΥΛΑΙΑ...

Ο Μεγάλος Ερωτικός παρέμεινε πάντα πολύ συνδεδεμένος με τη μητέρα του. Η προσωπικότητά της με τους “γρίφους” της, ήταν καθοριστική για τη ζωή και το έργο του.

“Η μητέρα μου είναι γλυκιά και τρυφερή και μ’αγαπάει. Θα’θελε να’χε σταματήσει ο χρόνος εκείνη τη στιγμή που μ’έχει αντίκρυ της και με κοιτάζει. Γνωρίζω εκείνη τη στιγμή καλά, μα δε μπορώ, ούτε μπορεί να τη σταματήσει. Κι έτσι θα μείνει πάντα στη μνήμη, ευγενική και τρυφερή να καρτεράει μια δυο στιγμές που πέρασαν, μια δυο στιγμές που έζησα μοναδικά για εκείνη.” (Προσωπογραφία της μητέρας μου- Το χαμόγελο της Τζοκόντας)

Από τη στιγμή που την έχασε και μέχρι το τέλος της ζωής του, θα την αναζητά. Όπως γράφει στους υπέροχους στίχους του, στη “Προσωπογραφία της μητέρας μου”: “δε θα σε ξεχάσω κι ούτε θα σε χάσω κάπου θα σε ξαναβρώ.”

Το απόγευμα της 15ης Ιουνίου του 1994, ο μεγάλος συνθέτης μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο “Ευαγγελισμός”, μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, κι “έφυγε” από οξύ πνευμονικό οίδημα. Περίπου ένα χρόνο πριν, είχε υποβληθεί σε εγχείρηση ανοικτής καρδιάς, στο Λονδίνο.

Εκείνο το θλιμμένο απόγευμα που ξεκίνησε το ταξίδι του στα άστρα, όλα τα ραδιόφωνα έπαιζαν τραγούδια του Μάνου.

 

“Ανήκω σε αυτούς που θα με ανακαλύψουν και που με ανακαλύπτουν.” είπε κάποτε. Κι αυτό είναι μεγάλη αλήθεια. Ακόμα και αμέτρητες φορές να έχεις ακούσει τραγούδια του και  διαβάσει κείμενά του, με τον Χατζιδάκι δεν τελειώνεις ποτέ. Κάθε φορά κάτι νέο, ανατρεπτικό ανακαλύπτεις για τη πολυσύνθετη προσωπικότητά του και το έργο του.

Όσα χρόνια και αν περάσουν, ο διαχρονικός, ασυμβίβαστος, πρωτοπόρος Μάνος Χατζιδάκις, θα είναι πάντα παρών και θα μας μαγεύει με τα αριστουργήματα που μας άφησε...

 

“Αν ξαναρχόμουνα στον κόσμο θα ήταν για να κάνω έρωτα και για το μόνο που θα λυπηθώ όταν θα φύγω, θα’ναι για τον έρωτα που θα χάσω.”