11 Δεκεμβρίου 2019

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ | Το σπουδαίο έργο του Ελύτη ερμηνευμένο ιδανικά από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση…

Οι εκπληκτικοί στίχοι του Οδυσσέα Ελύτη, που μελωποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης δεν έχουν μόνο ποιητική δεινότητα αλλά είναι απίστευτα επίκαιροι. Ο  Γρηγόρης Μπιθικώτσης που ερμήνευσε το τραγούδι, γεννήθηκε στις 11/12/1922.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Οι εκπληκτικοί στίχοι του Οδυσσέα Ελύτη, που μελωποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης δεν έχουν μόνο ποιητική δεινότητα αλλά είναι απίστευτα επίκαιροι. Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης που ερμήνευσε το τραγούδι, γεννήθηκε στις 11/12/1922.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Αξιον Εστί... Είναι αδύνατο να μην ανατριχιάσει κανείς διαβάζοντας τους εκπληκτικούς στίχους του Οδυσσέα Ελύτη στο επικό Αξιον Εστί, και να υποκλιθεί σε αυτούς. Δεν αναφέρομαι μόνο στην ποιητική δεινότητα αλλά περισσότερο στην απίστευτη επικαιρότητα. Ακούγοντας το έργο όπως το μελοποίησε ο ανεπανάληπτος Μίκης Θεοδωράκης, τον μοναδικό τρόπο που το αφηγήθηκε ο Μάνος Κατράκης, και την απίστευτη ερμηνεία από τον  Γρηγόρη Μπιθικώτση, τότε αντιλαμβάνεται κανείς το μεγαλείο του.

«Ένα το χελιδόνι κι άνοιξη ακριβή», «Με το λύχνο του άστρου στους ουρανούς γυρίζω», «Της δικαιοσύνης Ηλιε νοητέ»… Είναι μερικά μόνο από τα τραγούδια του Αξιον Εστί. Το ποίημα που μιλά για «αυτόν τον κόσμο τον μικρό, τον Μέγα».

Το μελοποιημένο ποίημα του κορυφαίου ποιητή της Ελλάδας, βραβευμένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας, Οδυσσέα Ελύτη, γράφτηκε το 1959 και μελοποιήθηκε λίγα χρόνια αργότερα, το 1964, από τον Μίκη Θεοδωράκη.

Γράφτηκε στην Αθήνα και στο Παρίσι από τον Μίκη Θεοδωράκη. Το 1960 το ξεκίνησε και το ολοκλήρωσε τρία χρόνια αργότερα,  1963. Είναι ένα έργο- σταθμός στην ιστορία όχι μόνο της ελληνικής μουσικής.

[img class="img-responsive" src="https://www.klik.gr/uploads_image/2017/04/07/p1bd3u5ivsdja113fdva13rg1lag4_900.jpg">

«Οσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του ’48 με ’51. Ηταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί – πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος – δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ητανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοιρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλαιψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ηταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ’ άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.
Ητανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ητανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου – η πρώτη ήτανε στην Αλβανία – που έβγαινα από το ατόμό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να ‘χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Ελληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.
Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοιρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους – και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου ‘δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ’ αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Αξιον Εστί».

Δίσκος: "Άξιον Εστί" (1964)

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ

και μυρσίνη εσύ δοξαστική

μη, παρακαλώ σας, μη           

λησμονάτε τη χώρα μου.


Αετόμορφα τα έχει τα ψηλά βουνά

στα ηφαίστεια κλήματα σειρά

και τα σπίτια πιο λευκά 

στου γλαυκού το γειτόνεμα.


Τα πικρά μου χέρια με τον κεραυνό

τα γυρίζω πίσω απ` τον καιρό

τους παλιούς μου φίλους καλώ 

με φοβέρες και μ` αίματα.